today-is-a-good-day
34.4 C
Athens

Κίβδηλος

Ακούμε υποσχέσεις που ηχούν κίβδηλες στα αυτιά μας, βλέπουμε να προσκομίζουν στις υπηρεσίες ορισμένοι κίβδηλα πιστοποιητικά, κάποιοι μας εξαπατούν δείχνοντας ένα κίβδηλο πρόσωπο. Κίβδηλα ενδέχεται να είναι ακόμη και τα νομίσματα.

Τι είναι όλα αυτά τα κίβδηλα; Είναι τα ψεύτικα, τα πλαστά, τα νόθα.

Γράφει η Σοφία Μουρούτη Γεωργάνα

Ὁ κίβδηλος παράγεται από το ουσιαστικό κίβδος, που είναι η σκουριά. Κίβδηλος, λοιπόν, είναι ο σκουριασμένος, ο χαλασμένος και κατ’ επέκτασιν ο μη γνήσιος, που δεν έχει τη λάμψη και την ακτινοβολία του αληθινού. Για την ετυμολογία της λέξης μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση είναι αυτή που συνδέει τον κίβδον (= σκουριά) με τη λέξη κίβος που διασώζει ο λεξικογράφος Ησύχιος από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, τον 5ο αιώνα μ.Χ. Ο κίβος του Ησυχίου είναι ο κουφός και μουγγός, ο άλαλος, αυτός που έχει μείνει ενεός, όπως λέμε. Αν εφαρμόσουμε τη συλλογιστική μας για τη μεταλλουργία, τότε θα πούμε ότι κίβδηλο είναι το μέταλλο χωρίς φωνή, χωρίς ανταύγειες, χωρίς τη λάμψη του γνήσιου.

Τον «κίβδηλον» πρωτοβρίσκουμε στον ελεγειακό ποιητή Θέογνι από τα Μέγαρα, που έζησε και έδρασε τον 6ο αιώνα π.Χ. Ο ποιητής αυτός στα ελεγειακά του ποιήματα σημειώνει ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο από το να καταλάβει κανείς έναν κίβδηλο άνδρα (κιβδήλου δ’ ἀνδρὸς γνῶναι χαλεπώτερον οὐδέν, Ἐλεγ. 1. 117).

Σε άλλα κείμενά του, όμως, την χρησιμοποιεί με την κυριολεκτική της σημασία, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι σύγχρονοί του, αλλά και μεταγενέστεροι. Μεταξύ αυτών, ο πανεπιστήμων Αριστοτέλης, δυο αιώνες μετά, έτσι θα χαρακτηρίσει τα μέταλλά τα σκουριασμένα. Με τον κίβδον, ακόμη, νόθευαν τα νομίσματα, για να έχουν μικρότερη αξία.

Κίβδηλοι ήταν ωστόσο και οι απατηλοί χρησμοί των μαντείων, που εξαπατούσαν και κορόιδευαν τον κόσμο.

Οι αρχαίοι μας τον τιποτένιο και ανειλικρινή τον έλεγαν κίβδη. Κίβδης, όμως, ήταν και αυτός που έκανε χειρωνακτική εργασία, ο μαραγκός, για παράδειγμα, ο χτίστης, ο σιδηρουργός. Γι’ αυτούς οι Αθηναίοι κυρίως εξέφραζαν μια τέτοια περιφρόνηση, αφού τις εργασίες που γίνονταν με τα χέρια τις έκαναν οι δούλοι, ενώ οι ελεύθεροι ασχολούνταν με την πολιτική, τη φιλοσοφία και με άλλες – όπως ισχυρίζονταν – πιο πνευματικές ενασχολήσεις. Άρα ο κίβδης έκανε δουλειά που προσιδίαζε σε ανελεύθερους και γι’ αυτό ήταν άξιος χλευασμού.

Εμείς, στα νέα ελληνικά, εκτός από κίβδηλα νομίσματα, κίβδηλες υποσχέσεις, κίβδηλους χαρακτήρες, έχουμε τους κιβδηλοποιούς που κιβδηλεύουν νομίσματα. Η πράξη τους είναι κιβδηλεία, αν και η κιβδηλεία δεν είναι ιδιότητα μόνο όσων παραχαράσσουν νομίσματα, αλλά και άλλων φαύλων, δόλιων και απατεώνων που παραποιούν τα δεδομένα της πραγματικότητας.

Αν δε θέλουμε να έχουμε κοντά μας τους κίβδηλους, που είναι βέβαιο ότι δε θέλουμε, τότε ας αναζητήσουμε τα αντώνυμα του λήμματος, τους ειλικρινείς και καθαρούς, τους ντόμπρους, γνήσιους και αληθινούς.

Χριστούγεννα έρχονται εξάλλου!

*Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ