Χίμαιρα

145

Για ουτοπίες, αυταπάτες και προϊόντα της φαντασίας ο λόγος σήμερα, κοινώς για χίμαιρα ή χίμαιρες. Άλλοι κυνηγούν την χίμαιρα της ιδανικής πολιτείας, όπου δεν θα υπάρχουν φόροι και αδικίες, άλλοι την χίμαιρα του τέλειου συντρόφου, μερικοί τρέχουν πίσω από την χίμαιρα μιας ζωής δίχως έγνοιες.

Γράφει η Σοφία Μουρούτη Γεωργάνα

Χίμαιρα και χίμαιρες τα όνειρα που είναι δύσκολο να πραγματοποιηθούν, οι προσδοκίες, οι οποίες αγγίζουν την σφαίρα του ιδεατού και μένουν στο τέλος χιμαιρικές και ανεκπλήρωτες.

Χιμαιροκυνηγοί, λοιπόν, αυτή τη φορά, αλλά λεξιλογικοί, αναζητώντας την προέλευση και πρώτη χρήση της λέξης μας.

Ο λεκτικός μας τύπος ανάγεται στην ρίζα του ινδοευρωπαϊκού χειμώνα *gheim-. Xίμαιροι τράγοι, αλλά και αἶγες χειμέριοι ήταν οι τράγοι που είχαν γεννηθεί τον προηγούμενο χειμώνα και επομένως ήταν ενός έτους σφάγια, δηλαδή εκλεκτά, την ώρα της θυσίας τους. Χίμαιρα αἶξ προσφερόταν ως θυσία στην Ἄρτεμιν Ἀγροτέραν, πριν από κάθε μάχη, για να την εξευμενίσουν οι πολεμιστές και να πάρουν την βοήθειά της.

Από την χίμαιρα, είχαμε τον χιμαιροθύτη, που θυσιάζει κατσίκες στους θεούς, αλλά και τον χιμαιροφόνο, που φονεύει τα συγκεκριμένα ζώα. Αντίστοιχα και η Λυκία, ήταν διάσημη για τις κατσίκες της, λεγόταν χιμαιροφόρος.

Άρα η χίμαιρα των παλιών ελληνικών είχε υπόσταση, σάρκα και οστά.

Αυτή, όμως, η σύνδεση της λέξης με την αίγα, την κατσίκα, εξηγεί γιατί στην μυθολογία ονόμαζαν με αυτόν τον τρόπο ένα μυθικό τέρας με σώμα λιονταριού, κεφάλι κατσίκας και ουρά που έληγε σε κεφάλι φιδιού. Σύμφωνα με την παράδοση, το σκότωσε ο Βελλερεφόντης, ακολουθώντας την με το άλογό του, τον Πήγασο. Κυνήγησε την χίμαιρα κι αυτός, ένα τέρας που όμοιό του δεν υπάρχει στην πραγματική ζωή. Συνεπώς κι εμείς, όταν κυνηγάμε χίμαιρες, πολεμάμε για πράγματα που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε.

Το μυθικό τέρας της χίμαιρας έδωσε την βάση στους βιολόγους να ονομάσουν έτσι οργανισμούς που έχουν στοιχεία από πολλούς γενετικούς κώδικες και κύτταρα από διάφορους οργανισμούς.

Κάπως έτσι, φαίνεται, θα έμοιαζε το ψάρι χίμαιρα με την παράξενη όψη και την ουρά σαν μαστίγιο, που κατοικεί σε μεγάλα βάθη.

Η νεοελληνική χρήση της χίμαιρας, ωστόσο, της ουτοπίας, αποτελεί μεταφορά στην ελληνική από την αντίστοιχη γαλλική ελληνογενή chimère.

Ταξιδιάρα λέξη, συνεπώς, η χίμαιρα.

Άλλα συνώνυμα της χίμαιρας η φαντασιοκοπία, ο δονκιχωτισμός, η αεροβασία και η ανεδαφικότητα.

Αντώνυμα ο ρεαλισμός και η πραγματικότητα.

*Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας