ΣΥΡΙΖΑ για συνταγματική αναθεώρηση: Η μικροπολιτική ιδιοτέλεια έχει τα όρια της

106
ΑΠΕ

«Έστω και την ύστατη στιγμή, να αφήσει τα μικροκομματικά παιχνίδια και τουλάχιστον να υπερψηφίσει τις προτάσεις του τόσο για το άρθρο 86 όσο και για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας», καλεί την κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ.

Σε εκτενές ενημερωτικό σημείωμα ο ΣΥΡΙΖΑ αναφέρεται στην πρωτοβουλία που είχε λάβει ως κυβέρνηση για τη συνταγματική αναθεώρηση και το σχέδιο που είχε παρουσιάσει, επικρίνοντας τη ΝΔ ότι και τότε και τώρα ως κυβέρνηση λέει «όχι σε όλα» αναφορικά με τις δικές του προτάσεις. Επικεντρώνει δε στο άρθρο 86 και την ερμηνευτική δήλωση που η τότε κυβερνητική πλειοψηφία (ΣΥΡΙΖΑ) είχε προτείνει, αλλά και στο ζήτημα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Επί των δύο ζητημάτων οι πηγές του ΣΥΡΙΖΑ ασκούν έντονη κριτική στην κυβέρνηση.

Σχολιάζουν δε για την επίκαιρη ερώτηση που επανεκατέθεσε σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας στον κ. Μητσοτάκη: «Ελπίζουμε, όταν το πρόγραμμά του το επιτρέψει, να έρθει στην Βουλή και να απαντήσει. Μέχρι τότε θα παραμένει αμήχανος και εκτεθειμένος».

«Η ΝΔ έχει επιλέξει να εκπροσωπεί τους λίγους»

Ειδικότερα, οι πηγές του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρουν ότι η τότε αξιωματική αντιπολίτευση (ΝΔ) είχε «λοιδορήσει» την πρωτοβουλία που ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλιο του 2016, να ξεκινήσει η δημόσια συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, σε μια «κομβική» και «συμβολική» πολιτική συγκυρία, «ώστε η επόμενη μέρα να βρει τη χώρα εκτός μνημονίων και το 2021 με ένα νέο προοδευτικό και δημοκρατικό Σύνταγμα». Σχολιάζουν ότι «ως κυβερνητική πλειοψηφία πλέον, επιδεικνύει τη θεσμική και πολιτική ένδεια που τη διακατέχει: ούτε μία από τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ δεν υιοθετεί. «Όχι σε όλα», είναι η στάση της. Λες και βρίσκεται ακόμα στην αντιπολίτευση». Και αυτό παρότι, όπως προσθέτουν, «οι προτάσεις που υπερψήφισε η προηγούμενη, πρώτη αναθεωρητική, Βουλή συγκροτούν ένα συνολικό σχέδιο συνταγματικού εκσυγχρονισμού για τον εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος, τη διεύρυνση των δικαιωμάτων και την ανάκτηση της αξιοπιστίας της πολιτικής».

Ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει στο σημείωμα του σειρά ερωτημάτων σε σχέση με τα θέματα της αναθεώρησης:

«Ποιος δεν θέλει τον εξορθολογισμό των σχέσεων εκκλησίας – πολιτείας; Ποιος εμμένει στη διατήρηση συνταγματικών λειψάνων, όπως την προηγούμενη έγκριση για τη μετάφραση της Αγίας Γραφής;

Ποιος δεν θέλει τη διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων, την πληρέστερη και αποτελεσματικότερη προστασία της εργασίας, της υγείας, της κοινωνικής ασφάλισης; Ποιος δεν θέλει την απαγόρευση κάθε είδους διακρίσεων σε βάρος συνανθρώπων μας; Ποιος δεν θέλει την καθιέρωση πολιτικής ορκωμοσίας για όλους τους κρατικούς λειτουργούς;

Ποιος δεν θέλει τους πολίτες ενεργούς και συμμετοχικούς; Να μπορούν να ακούγονται σε εθνικά και τοπικά δημοψηφίσματα; Να μπορούν να συμμετέχουν με προτάσεις τους στη νομοθέτηση; Να έχουν λόγο για την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων;

Ποιος δεν θέλει ένα εκλογικό σύστημα πάγιο και δίκαιο αντί για τις καλπονοθευτικές τερατωδίες που μας είχε συνηθίσει τόσα χρόνια το παλιό πολιτικό σύστημα;».

«Σίγουρα όχι η κοινωνία», υποστηρίζει, εκφράζοντας τη βεβαιότητα του ότι «η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού θέλει τολμηρές τομές στο Σύνταγμα και τους θεσμούς», όμως «η ΝΔ έχει επιλέξει να μην εκπροσωπεί τους πολλούς, αλλά τους λίγους, τα μεγάλα συμφέροντα». Την κατηγορεί ότι «αφού απέτυχε να εξασφαλίσει για λογαριασμό τους την εμπορευματοποίηση της παιδείας και την υποβάθμιση της προστασίας του περιβάλλοντος, αδιαφορεί για το αν θα χαθεί μια μεγάλη ευκαιρία».

Οι πηγές του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρουν ότι «όμως η μικροπολιτική ιδιοτέλεια έχει τα όριά της» και πως «τα στοιχειώδη και αυτονόητα για την ελληνική κοινωνία είναι θεσμικά στοιχήματα που δεν πρέπει αφήσουμε να χαθούν». Αυτό, σημειώνει, αφορά δύο, κυρίως, θέματα, παραπέμποντας στο άρθρο την ποινική ευθύνη των υπουργών και τον τρόπο εκλογής του ΠτΔ.

«‘Αρνηση της ΝΔ να ενσωματώσει στο Σύνταγμα την ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 86, θα αποτελέσει βαρύ πλήγμα για το πολιτικό σύστημα».

Ο ΣΥΡΙΖΑ αναφέρει ότι «η ισχύουσα διάταξη θέτει ένα προστατευτικό πλαίσιο που προκαλεί εύλογη καχυποψία σε βάρος του πολιτικού κόσμου και οδηγεί στην απαξίωση της πολιτικής» και «οδηγεί στο αρχείο πληθώρα υποθέσεων, διασφαλίζει την ατιμωρησία των πολιτικών και αμνηστεύει το πολιτικό σύστημα από τις ευθύνη του για τη διασπάθιση δημόσιου χρήματος που οδήγησε στη χρεοκοπία την χώρα, έγινε σημαία του ποινικού λαϊκισμού και εξέθρεψε το τέρας της ακροδεξιάς».

Θυμίζει ότι στην πρώτη αναθεωρητική Βουλή προτάθηκε να προστεθεί ερμηνευτική δήλωση που διευκρινίζει ότι στα υπουργικά αδικήματα δεν περιλαμβάνονται όσα τελέστηκαν απλώς επ’ ευκαιρία της άσκησης υπουργικών καθηκόντων κι ότι αυτά, επομένως, ιδίως πράξεις δωροδοκίας, διώκονται από τη Δικαιοσύνη, όχι από τη Βουλή. Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι αυτό προκύπτει ήδη ερμηνευτικά από την ισχύουσα ρύθμιση, όμως είναι σημαντικό να διευκρινιστεί, «για να αποκλείσουμε διαπαντός αντίθετες ερμηνευτικές κατασκευές και να κλείσουμε «παραθυράκια» που μπορεί να σκεφτούν να ανοίξουν κάποιοι», και, κυρίως, «για να διασφαλίσουμε ότι δεν θα οδηγηθούν στην ατιμωρησία τετελεσμένες ήδη πράξεις δωροδοκίας».

Σημειώνουν οι ίδιες πηγές ότι «η άρνηση της Νέας Δημοκρατίας να ενσωματώσει στο Σύνταγμα τη στοιχειώδη και αυτονόητη αυτή ρήτρα θα αποτελέσει, με ευθύνη των βουλευτών της συμπολίτευσης, βαρύ πλήγμα για το πολιτικό σύστημα». Επίσης, ότι «θα εμπεδώσει στην κοινή γνώμη την υπόνοια της διατήρησης αδικαιολόγητων προνομίων για το πολιτικό προσωπικό της χώρας».

Τονίζουν ότι τώρα η Βουλή και το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του «έχουν την ευκαιρία να δώσουν με την προσθήκη της ερμηνευτικής δήλωσης ένα καθαρό σήμα: ότι σε οποιαδήποτε υπόθεση δωροδοκίας υπάρχουν υπόνοιες για πολιτικά πρόσωπα, η Δικαιοσύνη θα αφεθεί απερίσπαστη να τις διερευνήσει με τον ίδιο τρόπο όπως για κάθε πολίτη. Και δεν θα εξαναγκαστεί να θέτει στο αρχείο υποθέσεις που έχουν συνταράξει την ελληνική κοινωνία, όπως η υπόθεση της Νοβάρτις».

«Το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει τη βαριά ευθύνη να αποκαταστήσει την αξιοπρέπειά του. Και οφείλει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων», σημειώνουν, επισημαίνοντας ότι ο κ. Τσίπρας με επιστολή του στον Πρόεδρο της Επιτροπής Αναθεώρησης, «ζήτησε προ ημερών το αυτονόητο: να γίνει από όλους δεκτή η ερμηνευτική αυτή δήλωση». Όμως, προσθέτουν, «η κυβέρνηση και η πλειοψηφία που τη στηρίζει κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κάνουν ό,τι μπορούν για να χαρίζουν προνόμια στους λίγους και στους αρεστούς. Μόλις προχτές ψηφίστηκαν ποινικές αμνηστεύσεις για τους τραπεζίτες και αποδέσμευση των λογαριασμών των ερευνώμενων σε υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες».

Οι πηγές της Κουμουνδούρου σχολιάζουν πως «ατυχώς για τη ΝΔ, ο κ. Φρουζής ήταν αποκαλυπτικός στην επιτροπή προκαταρκτικής εξέτασης: Παραδέχθηκε πως θα κάνει χρήση της συγκεκριμένης διάταξης». Σχολιάζουν ακόμη πως «ούτε το δημοσίευμα των Financial Times πτοεί την κυβέρνηση, που διασύρει διεθνώς τη χώρα και εκθέτει ανεπανόρθωτα όχι μόνο τη Νέα Δημοκρατία και το ΚΙΝΑΛ, αλλά, δυστυχώς, ολόκληρο το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Και τώρα έρχεται η αναιτιολόγητη απόρριψη της ερμηνευτικής δήλωσης του άρθρου 86».

«Αδιανόητο να εκλέγεται ΠτΔ ακόμα και από μια μειοψηφία αντιπροσώπων, δεν είναι διοικητής ΔΕΚΟ»

Ως προς την εκλογή ΠτΔ, οι πηγές του ΣΥΡΙΖΑ τονίζουν πως «το πολιτικό σύστημα συναινεί, ανταποκρινόμενο στη σαφή απαίτηση της ελληνικής κοινωνίας, στην απεξάρτηση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών», προσθέτοντας ότι όμως «είναι βέβαιο ότι η ελληνική κοινωνία δεν επιθυμεί αυτό να γίνει σε βάρος του ρυθμιστικού, ενοποιητικού και συμβολικού ρόλου του Προέδρου». «Καμία Ελληνίδα και κανένας Έλληνας δεν θέλουν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να εκφυλίζεται σε κομματάρχη», σχολιάζουν.

Αναφέρουν ότι η ΝΔ προτείνει «το αδιανόητο: Να μπορεί να εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας ακόμα και από μια μειοψηφία των αντιπροσώπων της εθνικής αντιπροσωπείας». «Όμως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν είναι διοικητής ΔΕΚΟ. Η πρότασή της ΝΔ υποβαθμίζει ανεπίτρεπτα τη νομιμοποίηση, επομένως και το θεσμικό ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας. Και φυσικά η πρόταση αυτή θίγει την ίδια την, μη αναθεωρητέα, μορφή του πολιτεύματος ως προεδρευόμενης δημοκρατίας», σημειώνουν.