Αλατζάς (τουρκικών συνέχεια 5ο)

206

Φθινοπώριασε για τα καλά και βάλαμε στην άκρη τους αλατζάδες, τα βαμβακερά πολύχρωμα υφάσματα και βγάλαμε άλλα πιο χοντρά, κατάλληλα για την εποχή. Στα παλιά τα χρόνια ο αλατζάς (από την τουρκική λέξη alaca) ήταν λέξη δηλωτική των ευτελών υφασμάτων που φορούσαν συνήθως οι φτωχότεροι και πιο συγκεκριμένα οι φτωχότερες. Μάλιστα το ύφασμα αυτό ήταν κατάλληλο για ρούχα πιο πρόχειρα και καθημερινά.

Γράφει η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα

Επειδή η κουβέντα ήλθε στον καιρό, τώρα που συντάσσουμε το άρθρο, ρίχνει έξω νερό με το καντάρι, βρέχει για τα καλά. H αραβικής προέλευσης τουρκική kantar έχει την σημασία της ζυγαριάς για μεγάλα βάρη. Για την ακρίβεια το καντάρι είναι λέξη ταξιδιάρα, λατινογενής, από το λατινικό centum (= εκατό). Έκανε την πορεία της και την ξαναβρήκαμε στα μεσαιωνικά ελληνικά ως κεντηνάριον (= εκατοντάδα, μέτρο βάρους). Στα νεώτερα ελληνικά κάθε καντάρι ισοδυναμούσε με 54 κιλά. Άρα, όταν βρέχει με το καντάρι, βρέχει για τα καλά.

Για να επανέλθουμε στην καθημερινότητα, η συνειδητή υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης από την προηγούμενη κυβέρνηση μάς έφερε στο μυαλό το αμανάτι, το ενέχυρο, την εγγύηση που πρέπει να βάλουν όλοι αυτοί που ανήκουν στην μεσαία τάξη, για να πληρώσουν τους φόρους τους. Το μεσαιωνικό ἀμανάτιον, προέρχεται από την αραβικής προέλευσης τουρκική emanet (= παρακαταθήκη, φύλαξη). Τώρα τι αμανάτι βάζουν όλοι εκείνοι; Μα φυσικά τα λιγοστά περιουσιακά στοιχεία που τους έχουν απομείνει από το διαγούμισμα, την κρατική λεηλασία. Ο μεσαιωνικός διαγουμάς, το λάφυρο προέρχεται από την τουρκική yağma (λεία, λεηλασία). Οι δυσβάσταχτες τούτες υποχρεώσεις είχαν κάνει πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις να χάσουν την υπομονή τους και οι ιδιοκτήτες τους, βαργεστημένοι, μετέφεραν την έδρα των επιχειρήσεών τους σε άλλες χώρες. Ο βαργεστημένος είναι εκείνος που εγκαταλείπει την προσπάθεια, τα παρατάει και ο λεκτικός τύπος προέρχεται από το vazgeçtim (πρώτο πρόσωπο αορίστου του vazgegeçmek = εγκαταλείπω, αφήνω, αλλάζω γνώμη). Σε όλες τις διαμαρτυρίες των φορολογουμένων ακούγαμε τον ίδιο αμανέ (mâni müzik = δίστιχα σαν μαντινάδες), το ίδιο τραγούδι.

Στους σταθμούς του μετρό βλέπει κανείς καλαμπαλίκι (kalabalık = πολυκοσμία, οχλαγωγία), πολύ κόσμο, που περιμένει υπομονετικά, χωρίς αχ και βάχ (από το τουρκικό επιφώνημα vah, που μιμείται τον ήχο του αναστεναγμού), για να βγάλει την κάρτα ηλεκτρονικού εισιτηρίου.

Αν, μετά από τόσα που σας είπαμε, έχετε πεινάσει ή μπαϊλντίσει, σας περιμένει ένα ωραίο ιμάμ μπαϊλντί, το νόστιμο φαγητό imam bayıldı, με τις μελιτζάνες του και τα άλλα διάφορα, που έκανε κατά την παράδοση ακόμα και τον ιμάμη, τον μουσουλμάνο ιερέα (imam = oδηγός, ηγέτης, τύπος αραβικής προέλευσης) να μπαϊλντίσει, να λιποθυμήσει από την λαχτάρα του να το φάει (bayılmak = λιποθυμώ από έντονη επιθυμία). Για επιδόρπιο γλυκό εκμέκ (από το μογγολικής καταγωγής ekmek, που είναι το ψωμί).

*Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας