Αβανιά (τουρκικών συνέχεια, μέρος 3ο)

248

Συνεχίζουμε το αφιέρωμά μας στις λέξεις του λεξιλογίου μας που προέρχονται από την τουρκική. Βλέπετε η συνύπαρξη με τους Τούρκους, όπως και κάθε συνύπαρξη με έναν αλλόγλωσσο, είχε και λεξιλογικούς καρπούς.

Γράφει η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα

Πλάθοντας μικρές ιστοριούλες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πολλοί από τους πολιτικούς μας στηρίζουν την πολιτική τους σταδιοδρομία βάζοντας αβανιές, συκοφαντίες, στους πολιτικούς τους αντιπάλους. Avan ήταν μια λέξη για τον ύπουλο, τον προδότη. Μετά την Άλωση, δήλωνε τον άδικο φόρο, την δήμευση περιουσίας, που επέβαλλαν οι Οθωμανοί στους υπόδουλους χριστιανούς ως τιμωρία. Ο φόρος ήταν άδικος, γιατί κάποιοι καλοθελητές προηγουμένως κατήγγελλαν ψευδώς τους ραγιάδες για κακή συμπεριφορά. Κατέληξε, όμως, στη συνέχεια να σημαίνει τον προδότη.

Διαβάζουμε ότι τα έσοδα από τους φόρους έσωσαν τον προϋπολογισμό. Παρόλα αυτά, οι ειδικοί κρίνουν ότι όσα εισπράττει το κράτος, που το έχουμε βάλει αγά στο κεφάλι μας και ρυθμίζει την ζωή μας, δεν είναι αρκετά. Ağa ήταν ο διοικητής, ο κύριος, λεκτικός τύπος που στα μεσαιωνικά ελληνικά μας δήλωνε κάθε αξιωματούχο. Βάι, βάι θα έλεγε κανείς, για να εκφράσει τον πόνο του, γιατί κι οι γείτονές μας vay vay (αλίμονο, αλίμονο) αναφωνούν σε ανάλογες περιστάσεις.

Ο καιρός φθινοπώριασε, δεν κρύωσε, όμως, αρκετά, ώστε να κάνουμε λόγο για διαπεραστικό κρύο, αγιάζι (από το ayaz = ξεροβόρι, κρύος αέρας), χαρακτηριστικό του χειμώνα. Το πολύ πολύ να χρειάζεται να φορέσουμε κανένα γιλεκάκι (από το yelek με την ίδια σημασία), για να είμαστε πιο ζεστά.

Η ψύχρα ή μάλλον οι σχολικές υποχρεώσεις έκαναν τα παιδιά να μαζευτούν από πλατείες και αλάνες, ανοιχτούς χώρους, με άλλα λόγια. Alan λένε το πέρασμα στο δάσος, αλλά στα αραβικά ο αντίστοιχος τύπος περιέγραφε τον ανοιχτό δημόσιο χώρο.

Όταν κάτι μας μπερδεύει, ένας αχταρμάς είναι στο μυαλό μας. Aktarma (από το ρήμα aktarmak = μεταφέρω, ανακατεύω) είναι η μετακίνηση και κάθε μετακίνηση, όπως και να το κάνουμε, φέρνει αχταρμά, ανακατωσούρα σε απλά ελληνικά).

Θαυμάζουμε κι όσους χορεύουν ωραίο ζεϊμπέκικο. Το ζεϊμπέκικο, άλλη τουρκική λέξη, από το zeybek. Οι ζεϊμπέκηδες ήταν Έλληνες εξισλαμισμένοι στους οποίους είχαν δώσει θέσεις στην Οθωμανική Xωροφυλακή. Ζούσαν κυρίως στην περιοχή της Προύσας και του Αϊδινίου και μας έδωσαν αυτόν τον λεβέντικο (λεβέντης από το levend, τον γενναίο, το παλικάρι) χορό που είναι πολύ παλιός.

Αυτά για σήμερα, περισσότερα την άλλη φορά.

*Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας