Ανήκεστος

247
ΑΠΕ

Για τον αρχαιοπρεπώς ἀνήκεστον σήμερα ο λόγος για τον ανίατο, τον ολέθριο, αυτόν που δεν παίρνει θεραπεία. Στα νέα ελληνικά έγινε ανήκεστος, χωρίς τα σημαδάκια, τους τόνους και τα πνεύματα. 

Γράφει η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα

Στα παλιά ελληνικά μας ήταν ὁ, ἡ ἀνήκεστος, τὸ ἀνήκεστον, που προέρχεται από το ἀ- το στερητικό και το ἀκέομαι, ἀκοῦμαι (=θεραπεύομαι). Οι αρχαίοι μας είχαν ἀνήκεστον χόλον (καταστροφικό θυμό), ἀνήκεστον ἄλγος (= πόνο που δεν είχε γιατριά). Κάποιες φορές και οι άνθρωποι, όταν είχαν ελαττώματα πολύ σοβαρά, χαρακτηρίζονταν ἀνήκεστοι πλεονέκται ή ἀνήκεστοι και ό, τι άλλο καταστροφικό του χαρακτήρα τους. Ὁ ἀνήκεστος για τους παλιούς γινόταν ενίοτε ἀνηκής, με την ίδια ακριβώς έννοια.

Σήμερα, την λέξη εξακολουθούμε να την χρησιμοποιούμε με λόγιο τρόπο. Παθαίνουμε ανήκεστο βλάβη στην υγεία μας, λέμε. Είναι αλήθεια ότι δεν μας πάει να πούμε «ανήκεστη βλάβη». Ζητάμε εξάλλου να αποφυλακιστεί κάποιος λόγω ανηκέστου βλάβης, ενώ – κατά την ταπεινή μας άποψη – η έκφραση «λόγω ανήκεστης βλάβης» ηχεί σαν να έχουμε στραμπουλήξει την γλώσσα μας.

Δυστυχώς έχουμε πολλά που είναι ανήκεστα, μη επανορθώσιμα. Ανήκεστες (στον πληθυντικό ξαναήλθαμε στα γνώριμα κλιτικά μονοπάτια, μια που η κατάληξη -οι έχει αντικατασταθεί από την -ες) οικονομικές ζημιές έχει επιφέρει η κρίση, ανήκεστες συνέπειες θα έχει το να μην αλλάζουμε νοτροπία. Ανήκεστες φθορές μπορεί να πάθουμε – φευ – μετά από ένα ατύχημα.

Το ἀκέομαι που μας δίνει όλα τα παραπάνω αθεράπευτα αποτελεί ρήμα που προέρχεται από το ἄκος, την θεραπεία. Το ἄκος αποτελεί μάλλον λεκτικό τύπο, φερμένο από την ανατολή. 

Αν έχετε ανήκεστα, μην λυπάστε. Η επιστήμη μπορεί να κάνει θαύματα, να βρει το άκος, την θεραπεία γι’ αυτά. Μπορεί να επινοήσει πανάκεια, φάρμακο, που όλα τα γιατρεύει, και αποτελεί ίαση για πάσαν νόσον και πάσαν …. , ας πούμε καλύτερα αρρωστίαν.

Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας