Αυδή

296

Σταχυολογώντας την επικαιρότητα βλέπουμε πολλά ευχάριστα και δυσάρεστα που μας αφήνουν χωρίς αυδή, άναυδους δηλαδή, δίχως μιλιά, δίχως λαλιά. 

Γράφει η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα

Ἡ αὐδή είναι η ανθρώπινη φωνή. Είναι λέξη ομηρική, την συναντάμε στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια με κυριολεκτική και μεταφορική σημασία. Στην Ιλιάδα, για παράδειγμα, στην Α’ ραψωδία, στ. 249, από το στόμα του Νέστορα  μέλιττος γλυκίων ῥέεν αὐδὴ, έβγαιναν λόγια πιο γλυκά κι απ’ το μέλι. Γρήγορα ο λεκτικός τύπος χρησιμοποιήθηκε ποιητικά, για να αποδώσει τον ήχο της τεντωμένης χορδής του τόξου, τον χρησμό, τη φήμη ή ένα τραγούδι.

Στο λεξιλόγιο των παλιών μας ελληνικών έχουμε το ρήμα αὐδάω- ῶ (= φωνάζω, κραυγάζω), το επίθετο αὐδήεις, – εσσα (=αυτός που έχει ανθρώπινη γλώσσα ή φωνή), τον ἄναυδον (=άφωνο), που έχει επιζήσει και στις μέρες μας.

Ας δούμε, όμως, πόση αυδή έχουμε στα ελληνικά που μιλάμε τώρα. Φοβόμαστε πως καθόλου, γιατί αντί της ομηρικής αὐδῆς, έχουμε τη φωνή, την ομιλία, τη λαλιά, τη γλώσσα, το λόγο, τη ρήση. Την αὐδή, όμως, που χάσαμε την ξαναβρίσκουμε στο επίθετο άναυδος. Το άναυδος είναι ισοδύναμο του άφωνος, κατάπληκτος, αποσβολωμένος. 

Μείναμε άναυδοι, λοιπόν, από τη φρίκη των εικόνων από την περσινή πυρκαγιά στο Μάτι, από την αγένεια και την αναισχυντία ορισμένων πολιτικών, από την τραχύτητα των συνανθρώπων μας. 

Μπορεί, λοιπόν, να έπεσε σε αχρησία η αυδή, ζει και βασιλεύει, όμως, στα ομόρριζα άδω (= τραγουδώ), στα άσματα, των παιδικών φωνών που τραγουδούν ξέγνοιαστα στην ακροθαλασσιά, στην ωδή, στο γλυκόλαλο αηδόνι, που κελαηδά νωρίς το πρωί και σε τόσα άλλα παράγωγά τους.

Άφησε απογόνους η αυδή, μαζί με ένα ωραίο λογοπαίγνιο:

Μένω άναυδος κι εγώ Σόλωνος!

Συνώνυμα του άναυδος: βουβός, σιωπηλός, ενεός, μουγγός.

Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας