Αυθάδης

249

Ωραία περίοδος το καλοκαίρι, για να μιλήσουμε για την αυθάδεια, δηλαδή τη θρασύτητα, την αλαζονεία, επειδή έχουμε ξεφύγει από την πόλη και τη φασαρία, από τις πολλές δηλώσεις και ενέργιες.

Γράφει η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα

αὐθάδης, τοῦ αὐθάδους είναι ο φίλαυτος, αυτός που αγαπά υπερβολικά τον εαυτό του, υπερηφανεύεται για τα καμώματά του, δε λογαριάζει τις συνέπειες, είναι αναιδής και θρασύς. Η λέξη βγαίνει από το αὐτός (= ο ίδιος) και ἁνδάνω (= αρέσω σε κάποιον). Άρα ο αυθάδης είναι εκείνος που αυτοθαυμάζεται και επιθυμεί να αρέσει στον εαυτό του. Συνεπώς μιλά με αγένεια, υψώνει τη φωνή και ενίοτε κουνά το χέρι στους άλλους. Ετυμολογικά συγγενής με τη λέξη είναι η ἡδονή, η χαρά, ευχαρίστηση. Μόνο που ο αυθάδης την ηδονή την κρατά για τον εαυτό του και δεν επιθυμεί να την μοιρασθεί με τους άλλους.

Ὁ αὐθάδης κάνει την εμφάνισή του για πρώτη φορά στον τραγικό ποιητή Αισχύλο (525 π.Χ. – 456 π.Χ) από την Ελευσίνα που θεωρούσε ως μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του όχι τις σπουδαίες τραγωδίες του, αλλά το ότι έλαβε μέρος στους περσικούς πολέμους και αγωνίσθηκε για την πατρίδα του. Στην τραγωδία του Προμηθεύς Δεσμώτης ο αλυσοδεμένος στον Καύκασο Προμηθέας χαρακτηρίζει το Δία αὐθάδη φρενῶν (που έχει αλαζονεία στο μυαλό, υπερφίαλο, στ. 908), αφού ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων τον τιμώρησε, γιατί έκλεψε από τον Όλυμπο την τέχνη της φωτιάς και άλλες πολλές τέχνες και τις έδωσε στους ανθρώπους.

Από τον αὐθάδη του Αισχύλου, που έκανε μόνο ό, τι τον ευχαριστούσε στον αυθάδη των ημερών μας, είκοσι πέντε αιώνες μετά και βάλε, στη σημασία του λήμματος έχει προστεθεί η περιγραφή εκείνου που δείχνει προκλητική αγένεια, τη λεγόμενη ξεδιαντροπιά. Αυθάδης εκτός από τη συμπεριφορά και την κουβέντα, είναι και η στάση. Μερικοί την χαρακτηρίζουν αλλιώς αυθάδικη, χρησιμοποιώντας έναν τύπο υπαρκτό μεν, όχι τόσο δόκιμο για ένα πιο λόγιο ύφος δε.

Αυθάδης, σε μια πιο ποιητική γλώσσα, είναι και ο βοριάς που φυσά απειλητικά το χειμώνα, αλλά και το καλοκαίρι και κρυώνει πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά.

Από τον αυθάδη έχουμε το ρήμα αυθαδιάζω, ενεργώ με αυθάδη τρόπο. Αυτό το χρησιμοποιούμε κυρίως, για να αναφερθούμε στο να μιλά κανείς απρεπώς και κακότροπα.

Χωρίς να αυθαδιάσουμε, θα αυθαδιολεξιλογήσουμε περαιτέρω, λέγοντάς σας ότι συνώνυμα λιγότερα γνωστά για τον αυθάδη είναι τα ιταμός, προπετής, ποταπός, κυνικός και πιο γνώριμα τα ασεβής, προκλητικός.

Αντώνυμα αγαπημένα: ευγενής, ευγενικός, καλότροπος, συνεσταλμένος, σεμνός, ταπεινός, μετρημένος.

Κλείνουμε με Καβάφη, πολύ επίκαιρο, που μιλά για έναν άλλον αυθάδη, που ευωχεί, χαίρεται τις χαρές του οίνου, τις οποίες υπαινίσσεται και λαχταρά ο Έμπορος Αλεξανδρεύς μετά από το ταξίδι στη Ρώμη. 

Κ. Π. Καβάφης

Έμπορος Aλεξανδρεύς 

Επώλησ’ ακριβά κριθάριον σαπρόν.

Aυτή η Pώμη είναι το βασίλειον

της καλοπληρωμής. Κ’ έφθασ’ Aπρίλιον:

φεύγω Aπρίλιον. Δεν έχασα καιρόν.

Κάπως το πέλαγος με φαίνετ’ οχληρόν·

μεγάλα νέφη σκέπουσι τον ήλιον.

Πλην τι; Πας βράχος δι’ εμέ κογχύλιον,

πας πόντος όμοιος προς ομαλόν αγρόν.

Πνεύματα δεν φοβούμ’ αέρος πλάγια.

Γελώ με τρικυμίας και ναυάγια.

Η Aλεξάνδρεια η ευρυάγυια

σώον θα με δεχθή…. Aι, φίλοι, προσοχή!

Μακράν του πίθου! Τίς αυθάδης ευωχεί!

Μετά τον πλουν διψά Σάμιον η ψυχή.

 (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας