Σαρδόνιος

257

Πολλές φορές γελάμε σαρκαστικά και διακρίνουν οι άλλοι σε μας ένα ειρωνικό, σαρδόνιο γέλιο. Σαρδόνια γελάμε ή σαρδονίως σε πιο λόγια ελληνικά είτε γιατί θέλουμε να χλευάσουμε ένα πρόσωπο, είτε επειδή νιώθουμε χαρά ανάμεικτη με κακία για τα όσα ακούμε. Πολλά περιστατικά θα μπορούσαν να μας προκαλέσουν σαρδόνιο γέλιο ή μειδίαμα.

Γράφει η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα

Η λέξη σαρδόνιος ανάγεται στην ελληνιστική εποχή, την εποχή των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όταν η ελληνική γλώσσα είχε απλωθεί στα πέρατα της οικουμένης, αλλά ταυτόχρονα είχε απλοποιηθεί λιγάκι. Στα πιο παλιά ελληνικά, αυτά της Οδύσσειας και της Ιλιάδας, ο σαρδόνιος ήταν σαρδάνιος. Διάσημες φράσεις ήταν σαρδάνιον γελᾶν ή σαρδάνιος γέλως.

Στην Οδύσσεια, στη Ραψωδία Υ, στ. 302, ένας από τους μνηστήρες, ο Κτήσιππος πετά ένα κόκκαλο από κρέας στον Οδυσσέα, που ο περίγυρος του παλατιού τον θεωρεί ακόμη ξένο. Κι ο Οδυσσέας μείδησε δὲ θυμῷ σαρδάνιον μάλα τοῖον, γέλασε με πίκρα στην ψυχή, σκεφτόμενος ότι ήταν ξένος στο ίδιος του το σπίτι.

Γελούσε παλαιότερα κάποιος σαρδόνια αν είχε οργή, θλίψη, θυμό ή αν απλώς χρειαζόταν να γελάσει. 

Μια εκδοχή για την ετυμολογία της λέξης την θέλει να παράγεται από το χόρτο σαρδόνη ή σάρδιον που προερχόταν από την νήσο Σαρδώ, την Σαρδηνία. Όποιος έτρωγε αυτό το χορτάρι γελούσε σπασμωδικά. Ίσως γι΄ αυτό το γέλιο το ονόμασαν σαρδάνιο. H προέλευσή του, όμως, από την αρχαία Σαρδώ εξηγεί γιατί ο σαρδάνιος έγινε στην συνέχεια σαρδόνιος. 

Η παραπάνω ετυμολογία κατά πάσα πιθανότητα ανήκει στην σφαίρα της παρετυμολογίας. Κι αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει και δεύτερη εκδοχή που λέει ότι μάλλον σχετίζεται με την μετοχή σεσηρώς. Ο σεσηρώς ήταν εκείνος που γελούσε με τεντωμένα, διεσταλμένα τα χείλη, έτσι ώστε να φαίνεται όλη του η οδοντοστοιχία. Αυτό το γέλιο είναι προκλητικό και εμπεριέχει ειρωνεία. Ακόμη και ὁ σαρδών, τοῡ σαρδόνος, το χείλος, η ούγια του κυνηγετικού σχοινιού, να ονομάζεται έτσι λόγω της ομοιότητάς του με τα χείλη, όταν είναι τεντωμένα.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος (820 – 893), στο έργο του Λέξεων Συναγωγή διασώζει και τον σαρδάζοντα αυτόν που γελά πικρόχολα. Ο ίδιος αναφέρει μια παροιμία, σύμφωνα με την οποία τους γεροντότερους άνδρες στην Σαρδηνία τους θανάτωναν αφού τους έδιναν να πιουν αυτό το βρασμένο χορτάρι. Εκείνοι οι ταλαίπωροι, πριν πάνε στον τάφο, γελούσαν, στην συνέχεια ξυλοκοπούνταν αλύπητα και αναγκάζονταν να πέσουν από έναν γκρεμό.

Το σαρδόνιο γέλιο είναι επίσης όρος ιατρικός. Για τους γιατρούς αποτελεί σύμπτωμα του τετάνου. Ο ελληνογενής γαλλικός όρος είναι το περίφημο rire sardonique, του οποίου η ελληνική απόδοση ξαναγύρισε στην γλώσσα μας.

Το σαρδόνιο γέλιο κρύβει κακία και μοχθηρία. Γι΄ αυτό καλύτερο είναι, όταν μας έρχεται να γελάσουμε έτσι, να προσπαθήσουμε να το κρύψουμε, για να μην στενοχωρήσουμε τους άλλους. Τα συνώνυμα του επιθέτου, ειρωνικό, σαρκαστικό, σατανικό γέλιο επιβεβαιώνουν τα αρνητικά που περιέχει.

Καλύτερο το μειλίχιο, γλυκό χαμόγελο ή το γέλιο της ανεμελιάς, του πραγματικά αστείου, της χαράς. 

Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας