Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να ξεπεράσει το 25%; Ανάλυση του Τ.Σπηλιόπουλου

2566

Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε ορισμένα αριθμητικά δεδομένα που αφορούν τις πιο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις. Σκόπιμα η αναφορά δεν γίνεται σε εκλογικά ποσοστά, αλλά σε απόλυτους αριθμούς. Και ο λόγος είναι ότι τα ποσοστά εκφράζουν σχετικότητα, ενώ οι αριθμοί καταγράφουν την πραγματική εικόνα.

Γράφει ο Τάκης Σπηλιόπουλος

Το 2012 και το 2014 τα κόμματα που κυβέρνησαν, είχαν ήδη εισπράξει την έντονη αποδοκιμασία του εκλογικού σώματος, για τη λιτότητα και τα μνημόνια Ι και ΙΙ. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε τρεις περιπτώσεις είχαμε ένα παρόμοιο αποτέλεσμα. Στις Εθνικές εκλογές του Μαΐου του 12, στις ευρωεκλογές του 2014 και στις Εθνικές εκλογές τον Σεπτέμβριο του 15, η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ άθροιζαν μαζί από 1.8 έως 1,9 εκατομμύρια ψήφους. Είχαν απωλέσει περισσότερο από το 50% της εκλογικής τους δύναμης από τις τελευταίες- πριν την κρίση – εκλογές. Τότε είχαν πάρει μαζί 5,5 εκατομμύρια ψήφους! Αυτό για να καταδειχθεί η τρομακτική φθορά και οι απώλειες που υπέστησαν δύο κόμματα, που υποχρεώθηκαν σε μνημόνια και σε λιτότητα.

Ήταν φανερό, ήδη από το 2012, ότι άνοιγε ο δρόμος για τον ΣΥΡΙΖΑ, που εμφανιζόταν πολιτικά αναμάρτητος, με διάθεση να συγκρουστεί προκειμένου να απαλλάξει τους πολίτες από το άγος που επέβαλαν οι προηγούμενοι και να αποκαταστήσει, όπως έλεγε, την αδικία που είχαν υποστεί οι πολίτες και η χώρα.

Και είναι αλήθεια πως από τις 300 χιλιάδες ψήφους του 2009, ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικούσε κάτι πολύ περισσότερο το 2012 και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Και έτσι έγινε. Τον Μάιο του 12 συγκέντρωσε περίπου ένα εκατομμύριο ψήφους και τον Ιούνιο του 12, εξακόσιες χιλιάδες παραπάνω (συνολικά 1.650.000).

Αυτό το άλμα, εν μέσω μιας αδυσώπητης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, θα περίμενε κανείς να είναι μεγαλύτερο. Ειδικά όταν τα τότε κόμματα εξουσίας, ακόμη και στα χειρότερά τους, έφταναν πολύ πιο ψηλά. Η ΝΔ για παράδειγμα, έχασε τις εκλογές το 2009 έχοντας ψηφιστεί από 2,3 εκατομμύρια ψηφοφόρους.

Στις ευρωεκλογές του 2014, σε μια ιδανική πολιτικά στιγμή για τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς ήταν φανερό πως η δυσαρέσκεια για την ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ είχε κορυφωθεί, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν μεν πρώτο κόμμα, αλλά δεν κατάφερε να φτάσει τη επίδοση του 2012, καθώς τον ψήφισαν 1,5 εκατομμύρια πολίτες.

Και έρχονται αμέσως μετά, δύο αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, που μάλιστα τις προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Τον Ιανουάριο και τον Σεπτέμβριο του 15. Εκεί ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να εξαντλεί τα ανώτατα όρια και την απήχησή του στην κοινωνία. Τον Ιανουάριο συγκεντρώνει 2,2 εκατομμύρια ψήφους και τον Σεπτέμβριο 1,9 εκατομμύρια. Είχαν μεσολαβήσει ενδιάμεσα, τα πρώτα δείγματα υποχώρησης του ΣΥΡΙΖΑ από τις αρχικές του θέσεις, που οδήγησαν στην απώλεια σχεδόν 300 χιλιάδων ψήφων. Ωστόσο παρά την ψήφιση του τρίτου μνημονίου, για πολλούς ο ΣΥΡΙΖΑ παρέμενε τότε μια εναλλακτική επιλογή. Δεν θα έκοβε τις συντάξεις, θα μείωνε τους φόρους, θα αύξανε τους μισθούς και θα μας απάλλασσέ από το επαχθές χρέος. Παρότι ήταν πλέον ένα μνημονικό κόμμα, τουλάχιστον όπως διακήρυσσε, ήταν στο πλευρό των χαμηλοσυνταξιούχων και των μη προνομιούχων.

Όμως γιατί έχουν αξία όλα αυτά; Γιατί μαρτυρούν τη δυναμική και τα εκλογικά όρια του ΣΥΡΙΖΑ, ότι έχει προ πολλού εξαντλήσει τη δεξαμενή των ψήφων και πως πλέον λογικά μόνο απώλειες μπορεί να μετράει. Όπως η διακυβέρνηση και η λιτότητα έφθειρε τα άλλα κόμματα εξουσίας, θα φθείρει και τον ΣΥΡΖΑ. Μόνο που εδώ, στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, η οροφή είναι χαμηλά, σε σχέση με την ΝΔ και το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ.

Γιατί το λέω; Γιατί αν υποθέσουμε πως ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρει το ακατόρθωτο, να ελαχιστοποιήσει, (όπως κανέναν κόμμα δεν κατάφερε), τις απώλειες από τα επαχθή μέτρα που επέφερε και την απόλυτη μετάλλαξή του (νέοι φόροι, περικοπή συντάξεων, κατάργηση ΕΚΑΣ, συμφωνία Πρεσπών κλπ.) ακόμη και αν φτάσει τη συσπείρωση στο 80%, στόχος εξαιρετικά δύσκολος, είναι απίθανο να συγκεντρώσει περισσότερους από 1,5-1,6 εκατομμύρια ψήφους. Αν λοιπόν μεθαύριο η συμμετοχή στις εκλογές είναι στα συνήθη επίπεδα του 60-65%, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να διεκδικήσει πάνω από 25%-26%. Εκεί δείχνει να είναι η οροφή του, το μέγιστο που μπορεί να διεκδικήσει, με βάση τα πρόσφατα ιστορικά στοιχεία των εκλογικών επιδόσεών του.

Δια της εις άτοπον απαγωγής, με τα δεδομένα αυτά, μπορεί κανείς να προσεγγίσει τα αναμενόμενα ποσοστά της ΝΔ, (αθροίζοντας τις ρεαλιστικές εκτιμήσεις για ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή, Ποτάμι, ΑΝΕΛ κλπ) θα βρει πως προκύπτει για τη ΝΔ ένα υπόλοιπο, τουλάχιστον της τάξεως του 33%.

Αυτή είναι μια αριθμητική εκλογική προσέγγιση, χωρίς να συνυπολογιστούν τα πολιτικά δεδομένα και οι πολιτικές εξισώσεις και δεν μένει παρά να κριθεί την Κυριακή το βράδυ, εαν οι αριθμοί λένε πάντα την αλήθεια, ή όχι..

Τάκης Σπηλιόπουλος