Κάλλιο «κέρκουρος» παρά «σκαφάτος»

2080

Πριν προλάβει να στεγνώσει το μελάνι μου της περασμένης εβδομάδας, για την «αμάθεια» και τις «αθλιότητες», όπως απαράμιλλα στοιχειοθέτησε στον «Πολιτικό» του ο Πλάτων, έσπευσε ο Αλέξης Τσίπρας να τον επιβεβαιώσει: και ως άθλιος «σκαφάτος», και ως κοινοβουλευτικώς υβριστής και ως επιπόλαιος αμαθής των λέξεων και της χρήσης τους.

Της Βασιλικής Τζότζολα

Αντιπαρέρχομαι διότι “de minimis non curat praetor” και στην καθ’ ημάς παράδοση και διανόηση ο praetor είναι, για παράδειγμα, ο Σεφέρης και όχι ο Τσίπρας! Αντίβαρο, λοιπόν, στην «αθλιότητα» και την «αμάθεια», που οδηγούν στο «ζυγό» του «δουλικού γένους» κατά Πλάτωνα, είναι η κατά Σεφέρη «πολυμάθεια». «Πολυμαθίη νόον έχει ου διδάσκει», λέει ο Ηράκλειτος στο Διογένη Λαέρτιο. Η πολυμάθεια δε διδάσκει το μυαλό. Δε σημαίνει ότι αποκτάς μυαλό με την πολυμάθεια. Μπορείς να είσαι πολυμαθής και να έχεις μυαλό κουκούτσι. Όπως στα Απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης διαπιστώνει: «..και δέκα μάτια να’χω, στραβός θε να είμαι..», αν δεν έχω μυαλό, δηλαδή, κοινόν νου, αυτό το τόσο απλό, συνάμα και τόσο δύσκολο: κοινό νου! Δεν είναι τυχαία η επιλογή της λέξης «ιδιώτης» για τους πολίτες της Αρχαίας Ελλάδας που απείχαν από τα κοινά. Ούτε είναι τυχαία η επιλογή από τους δυτικοευρωπαίους της λέξης «idiot» για να σημάνουν τον ηλίθιο.

Επιστρέφω στην σεφέρεια άποψη περί «πολυμάθειας». Ιστορεί, στις Δοκιμές του ο διπλωμάτης, την γνωριμία του με τρεις άνδρες, μια Λαμπρή στην Αράχωβα. Ένας πατέρας βοσκός με δύο γιούς, ο ένας βοσκός, επίσης, ο άλλος είχε «αλλόκοτα» αποφασίσει να γίνει καθηγητής γαλλικών. «Ο πρώτος είχε μείνει άνθρωπος. Ο δεύτερος ήταν ένα παράσιτο, κουρέλι που τριγύριζε αδέσποτος μέσα στο σπίτι μετακομίζοντας τριμμένες γαλλικές εφημερίδες». 

Τί λέει για τον δεύτερο ο Σεφέρης; Γαλλοτραφής και κατέληξε «παράσιτο», άρα όχι αυθύπαρκτος, αλλά σχεδόν ανύπαρκτος. «Κουρέλι», δηλαδή, μόνο ένα κομμάτι του εαυτού του και, μάλιστα, με χαρακτηριστικά κοπώσεως, ίσως και βρωμιάς (καθαρό κουρέλι δε θυμάμαι να υπάρχει, ακόμη κι αν έχει πλυθεί). «Αδέσποτος» πλάνης μες στο σπίτι, άρα οικόσιτος αλήτης – με την αρχαιοελληνική του όρου έννοια εκ του ρήματος αλάομαι-ώμαι – άρα ιδιώτης, idiot. Ο οποίος με τι ασχολείται; Με μετακόμιση, ούτε καν πρόσφατων, αλλά τριμμένων γαλλικών εφημερίδων. Δηλαδή, με «ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος» – κατά Παπαδιαμάντη – «ασχολία».

Κατόπιν των ανωτέρω και σε αντιδιαστολή με την «αμάθεια», ερωτάται: είναι η «πολυμάθεια» καλό πράγμα; Η απάντηση εκ στόματος και γραφίδας Σεφέρη είναι «όχι». «Τον ελληνισμό», λέει ο Σεφέρης, «αισθανόμουνα πώς τον υπηρετούσαν καλύτερα οι αδίδαχτοι από τους σπουδασμένους. Τους τελευταίους τους πρόσεξα πολύ και τους βρήκα χαλασμένους τις περισσότερες φορές. Αντίθετα, μού έτυχε να συναντήσω ανάμεσα στο λαό πραγματικούς άρχοντες».

Δύο ζεύγματα ατόφιας πολιτικής σκέψης από τον διπλωμάτη:

Αδίδαχτοι – Σπουδασμένοι Χαλασμένοι Σπουδασμένοι
Χαλασμένοι – Άρχοντες Αδίδαχτοι Άρχοντες

Κι όλα αυτά με κοινό παρονομαστή την υπηρεσία στον και την υπηρέτηση του Ελληνισμού.

«Χαλασμένος», ακόμη και πολυμαθής (για τον αμαθή δε γίνεται καν συζήτηση), είναι κατά Σεφέρη ο «πνευματικός νεόπλουτος», αυτός που, χάσκων σαν ιθαγενής μπροστά στα μπιχλιμπίδια του φανταχτερού αγνώστου, διαμορφώνει συμπλέγματα κατωτερότητας και παραπαίει, ενώ διαθέτει τόσο καλά ριζωμένες πολιτικές, πολιτιστικές και πολιτισμικές σταθερές. Κι αυτό είναι πρόβλημα. Και για τον ίδιο και για τη χώρα. Διότι ο ελληνισμός είναι αρχοντιά. Και η προάσπισή του απαιτεί απεμπλεγμένη ντόπια ανωτερότητα. Όχι υπερφίαλη προάσπισή του. Αλλά εκείνη την αναγκαία αρχοντιά που υπενθυμίζει ότι «η άλλη όψη του ελληνισμού είναι ο ανθρωπισμός». Ο ανθρωπισμός. Ο ελληνισμός και ο ανθρωπισμός είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος. Μπορείς να είσαι αδίδαχτος. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είσαι αμαθής. Και μπορείς να είσαι σπουδαγμένος. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είσαι άρχοντας. Γιατί «αρχοντιά» δε σημαίνει κατάταξη σε ανώτερη οικονομική, ακαδημαϊκή ή κοινωνική θέση. Δε σημαίνει καν άθροιση πολυγνωσίας και επιστημονικής διατριβής. Σημαίνει όσφρηση της ιστορικής σου οφειλής, όποτε κι αν γεννήθηκες, όπως κι αν στα έφερε η ζωή, να διασώσεις την αυτόχθονα σκέψη και ευθύνη έναντι της Κοινής Πολιτείας και των παιδιών σου. Είτε αυτά γεννήθηκαν, είτε πέθαναν, είτε κι αν ακόμη δεν έχουν γεννηθεί. Και να δράσεις. Όχι επάνω σε καταστρώματα κότερων.

Αλλά επάνω σε Ημερολόγιο Καταστρώματος που, ως πρόσωπο ή κοινότητα, θα σχεδιάσεις και θα εφαρμόσεις. Δε φθάνουν τα Λόγια της Πλώρης. Χρειάζεται να γίνεις ο ίδιος, ο κάθε ίδιος, «κέρκουρος[1]» αρχοντικός που δεν αρμενίζει, αλλά σχίζει τη θάλασσα της Ιστορίας. Σε δυο εβδομάδες ψηφίζουμε. Και είναι στη διακριτική μας ευχέρεια να διαγνώσουμε – αν υπάρχει – την αμάθεια από την πολυμάθεια. Τα «παράσιτα» και τα «κουρέλια» από την «αρχοντιά». Να διακρίνουμε τον «Ελληνισμό» και τον «Ανθρωπισμό», από τα συμπλέγματα κατωτερότητας των «σκαφάτων». Διαλέγουμε να γίνουμε οι ίδιοι «κέρκουροι» και δεν προσδοκούμε διακοπές σε κότερα. Αν η χώρα θαλασσοπνίγεται, οι βαρκούλες δεν πρέπει να αρμενίζουν.

[1] Πολεμικό ναυτικό πλοίο, ας πούμε το κότερο της αρχαιότητας