Εξωτερική Πολιτική και στρατηγική επικοινωνία

796

Γράφει ο Γιάννης Παρμακίδης*  

‘‘Δε φτάνει να μόνο να λέμε την αλήθεια, πρέπει να μπορούν και οι άλλοι να την υποφέρουν’’

Κικέρων

Ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με την ορθότητα του περιεχομένου της Συμφωνίας Τσίπρα-Ζάεφ  και κατά πόσο αυτή διασφαλίζει τα ελληνικά συμφέροντα, το επικοινωνιακό μέρος αυτής της διπλωματικής ενέργειας είναι βέβαιο ότι θα διδάσκεται στις αίθουσες των πανεπιστημιακών και διπλωματικών σχολών ως case study(υπόθεση εργασίας) κακοδιαχείρισης της εικόνας. Ανορθολογικό  για μια συγκυβέρνηση όπως αυτή των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ η οποία στα 3,5 χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία και έχει επενδύσει τεράστιο πολιτικό, έμψυχο και υλικοτεχνικό κεφάλαιο στο τομέα της επικοινωνιακής διαχείρισης όλων των εσωτερικών ζητημάτων τα οποία αντιμετώπισε, να υποτιμήσει σε τέτοιο βαθμό τις λαϊκές αντιδράσεις και αντιλήψεις για ένα τόσο ευαίσθητο εθνικό ζήτημα ενώ είχε στη διάθεσή της για να προετοιμάσει το έδαφος τ χρονικό περιθώριο των έξι μηνών και το αρνητικό προηγούμενο  του περασμένου Δεκεμβρίου, της επίσκεψης φιάσκο του Προέδρου της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν, η οποία λίγο έλειψε να τιναχτεί στον αέρα εξαιτίας της προχειρότητας σε ζητήματα που αφορούσαν και το επικοινωνιακό μέρος αυτής.

Τέτοιου είδους  περιφερειακά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής τα οποία, λόγω συλλογικής μνήμης, ιστορικής σημασίας και ηλικιακής εγγύτητας, πάντα, θα εγκυμονούν α λυτρωτικούς κινδύνους και οι αντιδράσεις είναι μέχρις ενός σημείου αναμενόμενες και δημοκρατικά επιτρεπτές. Πλην όμως για να είναι ελέγξιμες και να μην δημιουργούν τις υποδομές τυχοδιωκτικού ρεβανσισμού και ευκαιριακής δημαγωγίας δε πρέπει σε καμία περίπτωση να παραλείπεται ή να υποτιμάται ο ρόλος της στρατηγικής επικοινωνίας ως κοινωνικό αντικραδασμικό σύστημα.

Κατά την ρεαλιστικότατη ρήση του Ελευθερίου Βενιζέλου ‘‘η διπλωματία γίνεται στα σαλόνια και όχι στο δρόμο’’. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας όμως της εποχής του- χωρίς να αμφισβητούμε τον γεγονός ότι προήγαγαν αρκετά από εκείνα ακραίο λαϊκισμό με τραγικές συνέπειες για τη πατρίδα όπως η καλλιέργεια τετελεσμένων για αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Μικρά Ασία- ήταν συγκεκριμένα (κυρίως εφημερίδες) και οι ελίτ που τα διαχειριζόντουσαν είχαν αποκρυσταλλωμένες ιδεολογικές και κομματικές αποχρώσεις οπότε μπορούσαν να αποσυμπιέσουν μια κρίση ή δυσφορία μέσω της κατευθυνόμενης πληροφορίας και ανάλυσης καθιστώντας βιώσιμη πολιτικά και αποδεκτή από το κοινό μια συμφωνία, συνθήκη ή διακρατική συμμαχία. Οι συνθήκες όμως διάχυσης, επεξεργασίας, διαχείρισης και απόδοσης της πληροφορίας που δημιούργησε η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση έφεραν το δρόμο και τη πλατεία στην οθόνη ενός κινητού τηλεφώνου όπου ο καθένας που διαθέτει πρόσβαση στο διαδίκτυο και πάνω απ’ όλα ικανότητες πειθούς μπορεί να επηρεάσει, να χειραγωγήσει και να διαμορφώσει καταστάσεις. Δημιουργείται λοιπόν έτσι ένα τεράστιο επικοινωνιακό κενό το οποίο δε θα διστάσει ο οποιοσδήποτε εχέφρων ή ημιπαράφρων, που δεν υπόκειται σε ηθικούς ή νομικούς περιορισμούς, να καλύψει θέτοντας υπό αμφισβήτηση το όλο εγχείρημα.

Ο Richard Halloran ορίζει την επικοινωνιακή στρατηγική από την οπτική ‘‘άσκησης της πειθούς στους πολίτες μια χώρας ώστε να στηρίζουν της επιλογές της πολιτικής τους ηγεσίας με σκοπό τη δημιουργία εθνικής συναίνεσης για την επίτευξη εθνικών σκοπών’’ και ο Λευκός Οίκος με τη σειρά του το 2010 διατύπωσε ένα εθνικό πλαίσιο στρατηγικής επικοινωνίας ορίζοντας α) το συγχρονισμό λόγων και πράξεων και τον τρόπο που θα γίνου αντιληπτά από επιλεγμένα ακροατήρια καθώς και τα προγράμματα που αναπτύσσουν και υλοποιούνται  από τα τμήματα δημοσίων υποθέσεων και δημόσιας διπλωματίας (Μπαλωμένος, 2018, ΕΛΙΣΜΕ-ΙΔΙΣ).Με την όποια αξία λοιπόν της υποκειμενικής μας άποψης η ελληνική πλευρά υπέπεσε σε τραγικά επικοινωνιακά σφάλματα τόσο ως προς το εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό:

– Οι ογκωδέστατες συγκεντρώσεις σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα το πρώτο εξάμηνο του 2018  διοργανώθηκαν μέσω πλατφόρμας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ξεπερνώντας σε λαϊκή προσέλευση τα συλλαλητήρια και τις πορείες κατά των μνημονίων απέδειξαν ότι τα εθνικά θέματα βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος περισσότερο από ποτέ παρά την οικονομική δίνη και ανασφάλεια στην οποία βρίσκεται η χώρα παρά τη πτώση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών. Στον αντίποδα, η κρατική τηλεόραση επέλεξε τη μη τηλεοπτική κάλυψη τους δημιουργώντας συνθήκες πόλωσης και ο υπουργός εξωτερικών κ.Κοτζιάς την επομένη των συλλαλητηρίων έσπευσε με δηλώσεις του σε εριστική διάθεση και ρητορική να ‘‘χαιρετήσει’’ τη μη προσέλευση 9,000,000 εκατομμυρίων πολιτών η οποία ‘’επιβεβαιώνει’‘ την ορθότητα των επιλογών του.

 

-Αποτυχημένος αντιπερισπασμός αποδείχθηκε η χρονική επιλογή(momentum) της κυβέρνησης στην έναρξη της καλοκαιρινής περιόδου και εντός της διεξαγωγής του παγκοσμίου πρωταθλήματος ποδοσφαίρου και έγινε αμέσως αντιληπτή από τους πολίτες καθώς αποτελούσε πια παρωχημένο και γερασμένο modus operandi(τρόπος δράσης) λόγω των προηγουμένων τακτικισμών της συγκυβέρνησης καθώς και η σύνδεση του επερχόμενου Eurogroup-λόγω διαρροών από τους ΑΝΕΛ- δίνοντας την εντύπωση παθητικής δωροδοκίας στον ελληνικό λαό με perception ‘’έδαφος έναντι χρημάτων’’.

– Ο χώρος υπογραφής της συμφωνίας (Πρέσπες) ξύπνησε μνήμες καθώς βρίσκονταν πολύ κοντά στα πεδία όπου διεξήχθησαν πολεμικές συγκρούσεις με αρκετά θύματα και από τις δυο πλευρές τόσο κατά τη διάρκεια του μακεδονικού αγώνα όσο και του εμφυλίου πολέμου δίνοντας την εντύπωση ότι πρόκειται για συνθηκολόγηση παρά για συμφωνία. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότερες Διεθνείς Συμφωνίες ή Συνθήκες στη πορεία της Ιστορίας υπογράφονταν  στις μεγάλες δυτικές πρωτεύουσες αφ’ ενός για να προσδίδεται κύρος και βαρύτητα  και αφετέρου να δημιουργούν μια απόσταση από τα πεδία των μαχών με τη ψυχολογία της αντικειμενικής ουδετερότητας.

-Η επιλογή του Έλληνα πρωθυπουργού αλλά και του υπουργού εξωτερικών να δεχθούν συνεντεύξεις μόνο στη κρατική τηλεόραση ύστερα από μήνες πέντε μήνες πεισματώδους ομερτά χαλύβδωσε επιχειρηματολογικά την άποψη ότι για να οχυρώνονται σε προστατευμένο περιβάλλον ερωτήσεων είναι έμμεση παραδοχή ήττας. Σύμφωνα με το G.R BERRIDGE (Διπλωματία, Θεωρία και Πρακτική) σε πολιτικά ευαίσθητες διαπραγματεύσεις αυτό που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τελική μορφή που θα πάρει μια συμφωνία είναι το ζήτημα του ‘‘γοήτρου’’. Στη παρούσα κατάσταση, είχαμε τον πρωθυπουργό Ζαεφ μπροστά στον Έλληνα πρωθυπουργό να επικαλείται την ώρα της υπογραφής τη ‘‘μακεδονική’’ εθνικότητα κερδίζοντας με κίνηση ματ το παιχνίδι των εντυπώσεων σε μερίδα πολιτών στο εσωτερικό της χώρας του αλλά και στο εξωτερικό εις βάρος της Ελλάδος επιβεβαιώνοντας το διαχρονικό κυνισμό που διακατέχει τις διεθνείς σχέσεις όπου κατά το Θουκυδίδη ‘‘ο αδύναμος υποχωρεί μέχρι εκεί που του επιτρέπει η αδυναμία του’’.

Ο εθνικισμός βρίσκονταν σε λανθάνουσα φάση στη περιοχή των κεντρικών Βαλκανίων από τα μέσα του 2001 και με την εν λόγω συμφωνία επέστρεψε έστω και σε επίπεδο αφηγήματος. Ήδη το κόμμα Ουράνιο τόξο που δραστηριοποιείται στη βόρεια Ελλάδα- και πολύ κοντά στα σύνορα- ανακοίνωσε την επιθυμία για αναγνώριση ‘‘μακεδονικής’’ μειονότητας αποτυπώνοντας πλήρως τις λανθασμένες εντυπώσεις και μηνύματα που εξέπεμψε επικοινωνιακά η ‘‘εικόνα’’ της συμφωνίας. Ακόμα και αν η παρούσα κυβέρνηση της ΠΓΔΜ δεν έχει καμία σχέση με την εν λόγω ενέργεια δε μπορούμε να γνωρίζουμε μελλοντικά πως μια ενδεχόμενη κυβερνητική αλλαγή στη γειτονική χώρα, κατά πόσο μπορεί να εκμεταλλευθεί προπαγανδιστικά τα αιτήματα του παραπάνω κόμματος για να προωθήσει τη δική της ατζέντα συμφερόντων επί της ελληνικής επικράτειας. Συμβαίνει ήδη στη Θράκη με την νέο-οθωμανική εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Να θυμίσουμε ότι η στρατηγική στόχευση –όχι μόνο των ένθερμων οπαδών της συμφωνίας των Πρεσπών- ήταν και είναι η διασφάλιση των Βαλκανικών συνόρων της χώρας μας έτσι ώστε το κέντρο βάρους της διπλωματικής και αμυντικής προσοχής να μετατοπιστεί στο κίνδυνο εξ’ ανατολής…

*Ο Γιάννης Παρμακίδης είναι στρατηγικός αναλυτής με μεταπτυχιακούς τίτλους στη διακυβέρνηση, τις διεθνείς σχέσεις και τις στρατηγικές 

 

[email protected]