Με γοργούς ρυθμούς, και εντός των χρονοδιαγραμμάτων, προχωρεί η ωρίμανση των μελετών για τον εκσυγχρονισμό του Εθνικού Αρχαιολογικού αλλά και του Επιγραφικού Μουσείου, αποτελώντας μέρος του κτηριακού συγκροτήματος, όπως ορίζεται από το οικοδομικό τετράγωνο Πατησίων, Τοσίτσα, Μπουμπουλίνας, Βασ. Ηρακλείου. Μετά την έγκριση της οριστικής μουσειολογικής μελέτης του νέου Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείο (ΕΑΜ) και του Επιγραφικού Μουσείου (ΕΜ), το Συμβούλιο Μουσείων γνωμοδότησε ομόφωνα θετικά επί της αντίστοιχης μουσειογραφικής προμελέτης των νέων εκθέσεών τους. Τις προμελέτες εκπόνησε το αρχιτεκτονικό γραφείο Atelier Bruckner, σε συνεργασία με τα στελέχη του ΕΑΜ και του ΕΜ, καθώς και με τα αρχιτεκτονικά γραφεία David Chipperfield Architects και Tombazis and Associates Architects, τα οποία έχουν αναλάβει την αρχιτεκτονική μελέτη για την αναβάθμιση και επέκτασή του αλλά και τις εταιρίες Kardoff Engineering, Werner Sobek, WHP, για τις μελέτες φωτισμού, ηλεκτρολογικού και μηχανικού εξοπλισμού και τις στατικές μελέτες, αντίστοιχα.
Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Η μουσειογραφική προμελέτη έχει ως υπόβαθρο το σύνολο των εγκεκριμένων μελετών -αρχιτεκτονικής, στατικής, ηλεκτρομηχανολογικής- για την επέκταση και αναβάθμιση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, του σημαντικότερου και πλουσιότερου αποθετηρίου αρχαίας ελληνικής τέχνης, παγκοσμίως. Η μουσειογραφική προμελέτη εστιάζει, κυρίως, στις γενικές σχεδιαστικές επιλογές, στην χωροθέτηση και την διάταξη των εκθεσιακών ενοτήτων, των εκθεμάτων και του εξοπλισμού, επιχειρώντας, σ΄ αυτό το στάδιο, να ανταποκριθεί συνολικά στις απαιτήσεις του μουσειολογικού σκεπτικού, διερευνώντας τη βέλτιστη προσέγγιση υλοποίησής τους. Έχουν ληφθεί υπόψη βασικές παράμετροι της κτηριακής μελέτης, και σε σημαντικό βαθμό το περιεχόμενο της θεματολογίας και οι ανάγκες του εκθεσιακού υλικού. Η συνεργασία των μελετητών, όλων των κλάδων και των ειδικοτήτων, με τα στελέχη των δύο Μουσείων μας είναι συνεχής και υποδειγματική. Κοινός στόχος η τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων, όπως προβλέπονται στη Σύμβαση Δωρεάς μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του ζεύγους Σπύρου και Ντόροθυ Λάτση. Ο συνολικός επανασχεδιασμός των εκθέσεων των δύο Μουσείων, βάσει και της επέκτασης-αναβάθμισης του κτηριακού συγκροτήματος θα αποδώσει ένα σύγχρονο μουσείο παγκόσμιας εμβέλειας».
Βασική μέριμνα και σκεπτικό για την ανάπτυξη του εκθεσιακού σχεδιασμού, το οποίο χαρακτηρίζει τη γενικότερη αισθητική και την οργάνωσή του, είναι η ταύτιση και ο συμπληρωματικός χαρακτήρας που θα πρέπει να έχουν, βάσει της μελέτης επέκτασης του κτηρίου-μνημείου, στο στάδιο της μουσειογραφικής προμελέτης για τα δύο Μουσεία. Ο μουσειογραφικός σχεδιασμός στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο έχει ως κύρια σημεία τα έργα της βασικής διαδρομής να διατρέχουν όλη την έκθεση, τόσο στο κέλυφος της επέκτασης όσο και στο ιστορικό κτήριο, λειτουργώντας ως “μαγνήτες”, αποτελώντας το νήμα που ενοποιεί τη μουσειολογική αφήγηση και οδηγεί τον επισκέπτη. Όσον αφορά στο Επιγραφικό Μουσείο, οι κυριότερες προτεινόμενες μουσειογραφικές επεμβάσεις συνοψίζονται στην καθοδηγούμενη πορεία της έκθεσης, στην ομαδοποίηση της εκτενούς εκθεσιακής αφήγησης σε χωροθεματικές ενότητες, στην ενσωμάτωση της πρακτικής της ανοικτής αποθήκευσης στην εκθεσιακή πορεία και στον συνδυασμό της παρατακτικής-χρονολογικής παρουσίασης των εκθεμάτων με τη δημιουργία νησίδων από εξέχοντα κυρίως επιγραφικά μνημεία, που αποδίδουν τις ιδιαίτερες θεματικές κάθε χρονολογικής περιόδου. Στην νέα έκθεση του ΕΜ παρουσιάζονται έως 650 επιγραφές σε χώρο επιφανείας έως 1.400 τ.μ.
Συγκεκριμένα, η μουσειογραφική προμελέτη για το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και το Επιγραφικό Μουσείο εστιάζει:
– στη μεθοδολογία της οργάνωσης, του προς έκθεση αρχαιολογικού υλικού
– στην οργάνωση των βασικών εκθεσιακών ενοτήτων. Στο ΕΑΜ εστιάζει στην ανάδειξη και χωροθέτηση της εισαγωγής και του επιλόγου της έκθεσης, στην παρουσίαση του «κεντρικού άξονα», ο οποίος δομείται γύρω από εμβληματικά αντικείμενα – εκθέματα, παράλληλα με τον κεντρικό και τους γύρω από αυτόν, άξονες. Για το Επιγραφικό Μουσείο, η παρουσίαση της έκθεσης αναπτύσσεται σε τρία επίπεδα (έκθεση σε νησίδες, ελεύθερα μνημεία, πανόραμα, ανοικτή αποθήκευση και έρευνα).
– στις βασικές αρχές σχεδιασμού (εκθεσιακού εξοπλισμού, φωτισμού, εποπτικών μέσων, σήμανσης), λειτουργικότητας του πάσης φύσεως εκθεσιακού εξοπλισμού και της γεωμετρίας των βασικών εκθεσιακών κατασκευών (προθήκες – βάθρα – ράφια – εποπτικό υλικό).
– στη γενικότερη αισθητική των εκθεσιακών χώρων του κτηρίου (μνημείου και επέκτασης) και εν γένει του τρόπου αποτύπωσης – οπτικοποίησης του μουσειολογικού σκεπτικού και των βασικών εκθεσιακών ενοτήτων στον χώρο, παρουσιάζοντας τις εκθεσιακές ενότητες -κυρίως- μέσω της πορείας των επισκεπτών και τα επίπεδα πληροφόρησης ανάλογα με την εκθεσιακή ενότητα και τις δυνητικές επιλογές του επισκέπτη.
– στην οπτική ταυτότητα των εκθεσιακών χώρων, του εξοπλισμού και του εποπτικού υλικού (χρωματική παλέτα, τυπογραφία, εικονογράφηση, ιεράρχηση περιεχομένου κλπ.)
– στα θέματα της φυσικής και νοητικής προσβασιμότητας στο εκθεσιακό περιεχόμενο και στον τρόπο αντιμετώπισής τους.
Επιπλέον, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, τα ελεύθερα εκθέματα παρουσιάζονται με τρόπο που επιτρέπει την κατά το δυνατόν θέαση 360 μοιρών. Επιλεγμένα γλυπτά, ιδιαίτερα εκείνα με πολυχρωμία ή ευαίσθητα υλικά, παρουσιάζονται σε προθήκες. Υποστηρίζεται η αυτόνομη περιήγηση στην έκθεση για όλες τις ομάδες επισκεπτών. Γίνεται λελογισμένη χρήση πολυμεσικών εφαρμογών, ενώ υιοθετείται μικτό σύστημα φωτισμού, που συνδυάζει τον ενσωματωμένο φωτισμό βιτρινών με τον φωτισμό ανάδειξης, εντός των αιθουσών. Η μουσειογραφική προμελέτη για το Επιγραφικό Μουσείο προβλέπει τη χωροθέτηση, την οργάνωση των ενοτήτων, την «έκθεση σε ράφια» και τη μορφή των προθηκών, ώστε να αποδοθούν ορθά οι θεματικές ενότητες και τα σημαντικά μνημεία.


