Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή που η ζημιά δεν αφορά μόνο ένα κόμμα, αλλά λειτουργούν ως μεταστατική κακοήθεια στο ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα. Όσα διαδραματίζονται το τελευταίο διάστημα στον ΣΥΡΙΖΑ, με τις διαδοχικές παραιτήσεις βουλευτών και την εικόνα διαρκούς αποσύνθεσης της κοινοβουλευτικής του εκπροσώπησης, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν μόνο ως μια ακόμα εσωκομματική κρίση. Αποτελούν ένα βαθιά προβληματικό μήνυμα προς την κοινωνία για την αξία της λαϊκής εντολής και τον σεβασμό στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Του Γιώργου Παπούλια*
Ο κοινοβουλευτισμός δεν είναι μια τυπική διαδικασία ούτε μια οργανωτική λεπτομέρεια του πολιτεύματος. Από τις εθνοσυνελεύσεις του πρώιμου ελληνικού κράτους αλλά και της νεότερης Ευρώπης έως τα σύγχρονα δημοκρατικά κοινοβούλια, αποτελεί τον θεσμό μέσω του οποίου οι πολίτες μετατρέπουν τη βούλησή τους σε πολιτική εκπροσώπηση και νομοθετική εξουσία. Είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση απέναντι στην αυθαίρετη και ανεξέλεγκτη εξουσία, η ασπίδα των κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερων απέναντι σε κάθε μορφή αυταρχισμού και συγκέντρωσης δύναμης.
Γι’ αυτό και η λαϊκή εντολή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμο πολιτικό εργαλείο. Οι πολίτες δεν εκλέγουν πρόσωπα για να χρησιμοποιούν την έδρα ως διαπραγματευτικό χαρτί προσωπικών σχεδιασμών ή ως μέσο τακτικών μετακινήσεων. Τους αναθέτουν συγκεκριμένα καθήκοντα: να τους εκπροσωπούν, να νομοθετούν, να ελέγχουν την κυβέρνηση, να υπερασπίζονται τα συμφέροντα της κοινωνίας. Κάθε παραίτηση είναι ασφαλώς θεσμικά προβλεπόμενη και απολύτως νόμιμη. Όταν όμως μετατρέπεται σε επαναλαμβανόμενο εργαλείο εσωκομματικών ανακατατάξεων, εύλογα γεννά το ερώτημα: τι απέγινε η ευθύνη που ανέλαβαν απέναντι στους πολίτες; Ποιος λογοδοτεί για το έργο που εγκαταλείπεται πριν ολοκληρωθεί;
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αντίφαση όταν αυτές οι πρακτικές εμφανίζονται από έναν πολιτικό χώρο που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός. Η ελληνική Αριστερά, ανεξάρτητα από τις επιμέρους ιστορικές και ιδεολογικές της διαδρομές, κουβαλά μια βαριά παρακαταθήκη αγώνων για τη δημοκρατία. Άνθρωποι εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν και θυσιάστηκαν υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα της πολιτικής εκπροσώπησης, του κοινοβουλευτισμού και της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτή η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να συνυπάρχει με εικόνες που εκπέμπουν περιφρόνηση προς την ίδια τη σημασία της εκλεγμένης κοινοβουλευτικής ιδιότητας.
Το σοβαρότερο, όμως, κόστος δεν είναι κομματικό. Είναι κοινωνικό. Κάθε τέτοια εξέλιξη τροφοδοτεί τον κυνισμό, ενισχύει την πεποίθηση ότι η πολιτική λειτουργεί αποκλειστικά ως πεδίο προσωπικών επιδιώξεων και αποθαρρύνει ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους από τη συμμετοχή στα κοινά. Όταν η λαϊκή ψήφος μοιάζει να υποχωρεί μπροστά σε προσωποκεντρικές στρατηγικές, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς διαβρώνεται.
Η δημοκρατία δεν αποδυναμώνεται μόνο από όσους την αμφισβητούν ευθέως. Αποδυναμώνεται και από εκείνους που, στο όνομα πολιτικών ανασυνθέσεων, επανατοποθετήσεων ή προσωπικών επιδιώξεων, υποβαθμίζουν την αξία των ίδιων των θεσμών που επικαλούνται. Καμία πολιτική πρωτοβουλία που φιλοδοξεί να χαρακτηριστεί ‘προοδευτική’ δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην απαξίωση της λαϊκής εντολής. Ο πραγματικός προοδευτισμός προϋποθέτει βαθύ σεβασμό στη δημοκρατική εκπροσώπηση, στη λογοδοσία και στη θεσμική συνέπεια. Χωρίς αυτά, απομένουν μόνο οι λέξεις και οι επικοινωνιακοί …μουσαμάδες. Οι ατάκες και οι επιγραφές, όσο ηχηρές κι αν είναι, δεν αρκούν για να προστατεύσουν τη δημοκρατία, σε μια εποχή που αυτή η πράξη αποτελεί την πρώτιστη ανάγκη και υποχρέωση. Ευτυχώς που στην δημοκρατία (ακόμα) δεν υπάρχουν αδιέξοδα.
¹Από τον λόγο του Ιησού Χριστού «Εάν με αγαπάτε, τας εντολάς μου τηρήσατε» [Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (14:15)]
* Ο Γιώργος Παπούλιας είναι Πολιτικός Επιστήμονας και Διευθυντής του Ινστιτούτου InSocial


