29.7 C
Athens

Άρθρο 16: Δεν αλλάζουμε απλώς το Σύνταγμα – Αλλάζουμε το παραγωγικό μέλλον της Ελλάδας – Γράφει ο Βασίλης Καραπέτσας

Η συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 16 παρουσιάζεται συχνά ως μια ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ «δημόσιου» και «ιδιωτικού». Είναι όμως μια λανθασμένη αφετηρία. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ποιος παρέχει την ανώτατη εκπαίδευση. Είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τη γνώση ως κλειστό διοικητικό αγαθό ή ως εθνικό αναπτυξιακό κεφάλαιο.

Του Βασίλη Καραπέτσα*

Σε μια εποχή όπου η οικονομική ισχύς των κρατών καθορίζεται από την έρευνα, την τεχνολογία, το ανθρώπινο κεφάλαιο και την καινοτομία, η Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί με ένα συνταγματικό πλαίσιο που θεσπίστηκε πριν από πενήντα χρόνια, σε μια εντελώς διαφορετική οικονομική και γεωπολιτική πραγματικότητα.

Η χώρα δεν μπορεί να φιλοδοξεί να μετατραπεί σε οικονομία γνώσης, ενώ ταυτόχρονα αποκλείει θεσμικά τη δημιουργία ενός πολυμορφικού πανεπιστημιακού οικοσυστήματος.

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη.

Κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες Έλληνες επιλέγουν να σπουδάσουν στο εξωτερικό ή σε ιδρύματα που συνεργάζονται με ξένα πανεπιστήμια. Δισεκατομμύρια ευρώ εγκαταλείπουν την ελληνική οικονομία μέσω διδάκτρων, διαβίωσης και συναφών δαπανών. Πρόκειται για κεφάλαια που θα μπορούσαν να επενδύονται στην Ελλάδα, να δημιουργούν θέσεις εργασίας, ερευνητικά εργαστήρια, πανεπιστημιακές υποδομές και νέες επιχειρήσεις.

Το ακόμη μεγαλύτερο κόστος, όμως, δεν είναι οικονομικό. Είναι η απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να πληρώνει το τίμημα του brain drain. Χιλιάδες νέοι επιστήμονες, ερευνητές και επαγγελματίες αναζήτησαν καλύτερες ακαδημαϊκές και επαγγελματικές προοπτικές στο εξωτερικό. Αν και τα τελευταία χρόνια καταγράφονται τάσεις επιστροφής, η χώρα εξακολουθεί να δυσκολεύεται να προσελκύσει και να διατηρήσει υψηλά καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι φεύγουν οι νέοι. Το πρόβλημα είναι ότι η Ελλάδα δεν έχει δημιουργήσει ακόμη ένα πανεπιστημιακό οικοσύστημα αρκετά ελκυστικό ώστε να προσελκύει ξένους φοιτητές, διεθνείς ερευνητές και ακαδημαϊκές επενδύσεις στον βαθμό που το επιτυγχάνουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι αποκαλυπτικά. Ενώ ο μέσος όρος των διεθνών ή αλλοδαπών φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στις χώρες του ΟΟΣΑ ανέρχεται στο 7,4%, στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 3%, κατατάσσοντας τη χώρα στις χαμηλότερες θέσεις του ΟΟΣΑ.

Αυτό σημαίνει χαμένες επενδύσεις, χαμένη τεχνογνωσία, χαμένη διεθνής επιρροή, χαμένες συνεργασίες.

Κυρίως όμως σημαίνει χαμένη ανάπτυξη.

Σε όλες σχεδόν τις οικονομίες που πρωταγωνιστούν στην καινοτομία, τα πανεπιστήμια αποτελούν κινητήριες δυνάμεις της παραγωγής. Δεν περιορίζονται στη διδασκαλία. Δημιουργούν πατέντες, ιδρύουν τεχνοβλαστούς (spin-offs), προσελκύουν διεθνή ερευνητικά κονδύλια, συνεργάζονται με επιχειρήσεις και μετατρέπουν τη γνώση σε οικονομική αξία.

Αυτό ακριβώς περιγράφει η θεωρία των Εθνικών Συστημάτων Καινοτομίας (National Innovation Systems): η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας εξαρτάται από το πόσο αποτελεσματικά συνεργάζονται πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και κράτος. Όσο περισσότεροι ισχυροί και ποιοτικοί ακαδημαϊκοί φορείς συμμετέχουν σε αυτό το οικοσύστημα, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα παραγωγής και διάχυσης καινοτομίας.

Η Ελλάδα, αντιθέτως, συνεχίζει να περιορίζει θεσμικά την ανάπτυξη αυτού του οικοσυστήματος.

Το παράδοξο είναι προφανές. Η χώρα επιδιώκει να αυξήσει τις επενδύσεις στην έρευνα, να προσελκύσει κέντρα τεχνολογίας, να αναπτύξει οικοσυστήματα νεοφυούς επιχειρηματικότητας και να μεταβεί σε οικονομία υψηλής προστιθέμενης αξίας. Την ίδια στιγμή, όμως, στερεί από τον εαυτό της τη δυνατότητα να δημιουργήσει περισσότερους πανεπιστημιακούς οργανισμούς που θα λειτουργούν ως κόμβοι παραγωγής γνώσης και καινοτομίας.

Η αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν αποτελεί απειλή για το δημόσιο πανεπιστήμιο. Αποτελεί πρόκληση για να γίνει ακόμη καλύτερο.

Σε καμία προηγμένη χώρα η παρουσία μη κρατικών πανεπιστημίων δεν οδήγησε από μόνη της στην κατάρρευση των δημόσιων ιδρυμάτων. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις λειτούργησε ως καταλύτης για μεγαλύτερη εξωστρέφεια, διεθνοποίηση, προσέλκυση χρηματοδοτήσεων και συνεχή βελτίωση της ποιότητας.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν ένα πανεπιστήμιο είναι δημόσιο ή μη κρατικό. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν αξιολογείται, αν παράγει έρευνα, αν συνεργάζεται με τη βιομηχανία, αν οι απόφοιτοί του βρίσκουν εργασία, αν συμβάλλει στην οικονομία, αν δημιουργεί καινοτομία, αν λογοδοτεί.

Η πραγματική αντιπαράθεση δεν είναι δημόσιο εναντίον ιδιωτικού. Είναι ποιότητα εναντίον μετριότητας, εξωστρέφεια εναντίον εσωστρέφειας, ανάπτυξη εναντίον στασιμότητας.

Η Ελλάδα επενδύει λιγότερους πόρους ανά φοιτητή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ οι συνολικές εκπαιδευτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν χαμηλότερες από τον αντίστοιχο μέσο όρο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η λύση είναι η υποκατάσταση της δημόσιας χρηματοδότησης από ιδιωτικά κεφάλαια. Σημαίνει όμως ότι η χώρα χρειάζεται περισσότερες πηγές επένδυσης στη γνώση, περισσότερες διεθνείς συνεργασίες και μεγαλύτερη ερευνητική δυναμική.

Η αναθεώρηση του άρθρου 16 από μόνη της δεν θα λύσει όλα τα προβλήματα της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης, δεν θα εξαλείψει τη γραφειοκρατία, δεν θα αυξήσει αυτομάτως την ερευνητική χρηματοδότηση, δεν θα σταματήσει από μόνη της το brain drain. Θα δημιουργήσει όμως τις προϋποθέσεις για ένα πιο ανοικτό, πιο ανταγωνιστικό και πιο διεθνές πανεπιστημιακό σύστημα.Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο.

Οι μεγάλες χώρες δεν επενδύουν στα πανεπιστήμια επειδή είναι πλούσιες.

Γίνονται πλούσιες επειδή επενδύουν στα πανεπιστήμιά τους.

Αν η Ελλάδα θέλει πραγματικά να μεταβεί σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, όπου η ανάπτυξη θα βασίζεται στη γνώση, στην έρευνα, στην καινοτομία και στο ανθρώπινο κεφάλαιο, τότε η αναθεώρηση του άρθρου 16 δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή. Αποτελεί αναπτυξιακή αναγκαιότητα.

* Ο Βασίλης Καραπέτσας είναι PhDc, Programme Leader, Μητροπολιτικό Κολλέγιο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ