Η ενίσχυση της ανθεκτικότητας της αγροδιατροφικής αλυσίδας, από την πρωτογενή παραγωγή έως τη μεταποίηση, βρέθηκε στο επίκεντρο της τοποθέτησης του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιάννη Ανδριανού, στη συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων.
Η συζήτηση είχε ως θέμα τις προϋποθέσεις, ώστε η Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών να παραμείνει ανθεκτική σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Ο κ. Ανδριανός ανέδειξε την αγροδιατροφή ως πεδίο με ευρύτερη στρατηγική σημασία, επισημαίνοντας ότι δεν αφορά μόνο την παραγωγή και την οικονομία, αλλά συνδέεται με την επισιτιστική ασφάλεια, την εθνική ανθεκτικότητα, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη της περιφέρειας.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό, οι διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών έχουν αλλάξει τα δεδομένα για τον αγροδιατροφικό τομέα. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι γεωπολιτικές αναταράξεις, οι πιέσεις στις πρώτες ύλες και η κλιματική κρίση έδειξαν, όπως σημείωσε, ότι η επισιτιστική ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως δεδομένη.
Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράμμισε την ανάγκη για ισχυρή εγχώρια παραγωγική βάση, ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού και περιορισμό κρίσιμων εξαρτήσεων. Όπως ανέφερε, ζητούμενο είναι η μετάβαση από την αποσπασματική διαχείριση κρίσεων σε μια πολιτική μόνιμης ανθεκτικότητας.
Κεντρική θέση σε αυτή τη στρατηγική, σύμφωνα με τον κ. Ανδριανό, έχουν οι επενδύσεις σε νερό, ενέργεια και υποδομές, αλλά και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η καινοτομία και οι συνεργασίες σε όλο το μήκος της αγροδιατροφικής αλυσίδας.
Αναφερόμενος στην αυτάρκεια της ελληνικής παραγωγής, διευκρίνισε ότι η σύγχρονη προσέγγιση δεν ταυτίζεται με την απομόνωση ή τις κλειστές αγορές. Αντίθετα, όπως είπε, αφορά τη στρατηγική επάρκεια: την παραγωγική δυνατότητα της χώρας, την πρόσβαση σε κρίσιμους πόρους, τη σταθερότητα στην εφοδιαστική αλυσίδα και την προστασία της αγοράς από εξωγενείς διαταραχές.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο κόστος παραγωγής, επισημαίνοντας ότι οι έκτακτες ενισχύσεις μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά σε περιόδους κρίσης, αλλά δεν αποτελούν μόνιμη λύση. Η απάντηση, όπως ανέφερε, πρέπει να είναι διαρθρωτική και να περνά μέσα από την ενεργειακή αυτονομία, την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την αυτοπαραγωγή, τις ενεργειακές κοινότητες και τις σύγχρονες εγγειοβελτιωτικές υποδομές.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και την ανάγκη ορθολογικής χρήσης νερού, λιπασμάτων και λοιπών εισροών, με αξιοποίηση νέων τεχνολογιών που μπορούν να μειώσουν το κόστος και να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής.
Για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, ο υφυπουργός σημείωσε ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μηχανισμός ενισχύσεων, αλλά ως εργαλείο παραγωγικού μετασχηματισμού. Οι προτεραιότητες του υπουργείου, όπως ανέφερε, αφορούν τη στήριξη του γεωργικού εισοδήματος, την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας, την αξιοποίηση της τεχνολογίας και της ψηφιοποίησης, καθώς και την ενδυνάμωση των συλλογικών σχημάτων παραγωγών.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η πράσινη μετάβαση πρέπει να προχωρήσει με ρεαλισμό, επαρκείς πόρους και σεβασμό στην ανταγωνιστικότητα του αγροτικού τομέα και της βιομηχανίας τροφίμων.
Ο κ. Ανδριανός αναφέρθηκε και στην ανάγκη ανανέωσης των γενεών στον πρωτογενή τομέα, δίνοντας έμφαση στην εκπαίδευση, στις δεξιότητες, στη συμβουλευτική υποστήριξη και στην ουσιαστική σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή.
Κλείνοντας, επισήμανε ότι ο πρωτογενής τομέας και η Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, αλλά ως ενιαία αγροδιατροφική αλυσίδα. Η ανθεκτικότητα του παραγωγού, η ανταγωνιστικότητα της μεταποίησης και η προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία, όπως τόνισε, είναι αλληλένδετες.
Στόχος, σύμφωνα με τον υφυπουργό, είναι η διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης για την αγροδιατροφή, περισσότερο ανθεκτικού, ψηφιακού, βιώσιμου, εξωστρεφούς και ανταγωνιστικού.


