Για χρόνια το δημογραφικό αντιμετωπιζόταν ως μια μακρινή κρίση του μέλλοντος. Σήμερα, όμως, δεν αποτελεί πλέον μια αόριστη απειλή, αλλά μια ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα που αναδιατάσσει την οικονομία και την κοινωνία. Από τη γήρανση του πληθυσμού και τη χαμηλή γεννητικότητα έως τις πιέσεις στη στέγαση και την αγορά εργασίας, η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιάς προσαρμογής, την ώρα που οι πολιτικές παρεμβάσεις δείχνουν να ακολουθούν με καθυστέρηση.
Η καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αλεξάνδρα Τραγάκη, μιλώντας στο ThePresident.gr στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, ξετυλίγει τις δύσκολες πτυχές του δημογραφικού.
«Το δημογραφικό παρουσιάζεται σήμερα ως ένα σύνθετο πρόβλημα, που διαπερνά όλες τις πτυχές της οικονομίας και της κοινωνίας και φτάνει μέχρι και τα θέματα εθνικής ασφάλειας. Γι’ αυτό και συχνά χαρακτηρίζεται ως το μεγαλύτερο εθνικό πρόβλημα της χώρας», τόνισε η κα Τραγάκη.
«Η σημερινή γήρανση δεν αποτελεί στατική κατάσταση, αλλά μια δυναμική διαδικασία. Σε βάθος χρόνου, οι σημερινές μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες θα αντικατασταθούν από μικρότερες. Γι’ αυτό απαιτείται διαρκής προσαρμογή. Η ενίσχυση των γεννήσεων παραμένει σημαντική, ώστε η πληθυσμιακή πυραμίδα να αποκτήσει μια πιο ισχυρή βάση», υπογράμμισε.
Αναλυτικά η συνέντευξη της Αλεξάνδρας Τραγάκη στο Thepresident.gr και στην Ειρήνη Μυλωνά
Τι ακριβώς είναι το δημογραφικό ζήτημα; Ποια είναι η πραγματική του διάσταση σήμερα; Είναι η υπογεννητικότητα το κύριο πρόβλημα ή η γήρανση του πληθυσμού;
Το δημογραφικό παρουσιάζεται σήμερα ως ένα σύνθετο πρόβλημα, που διαπερνά όλες τις πτυχές της οικονομίας και της κοινωνίας και φτάνει μέχρι και τα θέματα εθνικής ασφάλειας. Γι’ αυτό και συχνά χαρακτηρίζεται ως το μεγαλύτερο εθνικό πρόβλημα της χώρας μας.
Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που σήμερα θεωρούμε «δημογραφικό πρόβλημα» είναι αποτέλεσμα δύο μεγάλων επιτυχιών για τον άνθρωπο και τον πληθυσμό – όχι μόνο της χώρας μας, αλλά και παγκοσμίως. Η πρώτη είναι ότι ζούμε περισσότερο και καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη εποχή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η δεύτερη είναι ότι μπορούμε να ρυθμίζουμε τον αριθμό των παιδιών που κάνουμε.
Δηλαδή, επιλέγουμε πόσα παιδιά θέλουμε να κάνουμε και το πετυχαίνουμε καλύτερα από κάθε άλλη εποχή. Αυτό οφείλεται τόσο στην τεχνολογία, που μας επιτρέπει να τεκνοποιούμε ακόμη και σε συνθήκες που παλαιότερα δεν θα ήταν εφικτές, όσο και στις κοινωνικές αλλαγές, με κυριότερη τη θέση της γυναίκας, που πλέον δεν συνδέεται υποχρεωτικά με την απόκτηση πολλών παιδιών.
Έτσι, έχουμε δύο μεγάλες επιτυχίες: κάνουμε όσα παιδιά θέλουμε και ζούμε περισσότερο. Το αποτέλεσμα αυτών των δύο είναι αυτό που ονομάζουμε σήμερα «δημογραφικό πρόβλημα». Είτε γιατί δεν θέλουμε να κάνουμε πολλά παιδιά – που είναι πιθανότατα η βασική αιτία – είτε γιατί δεν μπορούμε, για οικονομικούς ή άλλους λόγους.
Η γονιμότητα βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη και γενικότερα στις ανεπτυγμένες χώρες – ακόμη και παγκοσμίως σε σχέση με το 1950, που για τα δημογραφικά δεδομένα δεν είναι μακρινό παρελθόν.
Σε σχέση με τότε, η μέση γονιμότητα έχει μειωθεί περίπου στο μισό: από πέντε παιδιά ανά γυναίκα σε περίπου δυόμισι. Πρόκειται για μια τεράστια αλλαγή, που έχει οδηγήσει σε μια εντελώς διαφορετική ηλικιακή δομή του πληθυσμού: λιγότεροι νέοι, μικρότερο εργατικό δυναμικό και περισσότεροι ηλικιωμένοι.
Αυτό είναι που σήμερα παρουσιάζεται ως πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται ακριβώς για πρόβλημα, αλλά για μια νέα κατάσταση, στην οποία καλούμαστε να προσαρμοστούμε.
Δεν μπορούμε, και δεν πρέπει, να προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στην προηγούμενη ηλικιακή δομή του πληθυσμού. Αφενός γιατί δεν είναι εύκολο, αφετέρου γιατί απαιτεί πολύ χρόνο. Ακόμη κι αν αυξάνονταν άμεσα οι γεννήσεις, θα χρειάζονταν περίπου 25 χρόνια για να ενισχυθεί το εργατικό δυναμικό.
Το βασικό, λοιπόν, είναι η προσαρμογή στα νέα δεδομένα. Και στη συνέχεια να δούμε εάν και κατά πόσο μπορούμε να ενισχύσουμε τις γεννήσεις και τους νέους.
Στην ομιλία σας αναφέρατε πως το δημογραφικό συνδέεται με το στεγαστικό, ένα πρόβλημα που γίνεται όλο και πιο αισθητό. Πως συνδέονται τα δύο αυτά ζητήματα;
Η μακροζωία αλλάζει το τοπίο της στέγασης με έναν τρόπο που δεν λαμβάνουμε επαρκώς υπόψη ούτε στις πολιτικές μας ούτε στον σχεδιασμό.
Σήμερα, περισσότεροι ηλικιωμένοι ζουν σε μεγάλες κατοικίες, που συχνά υπερβαίνουν τόσο τις ανάγκες όσο και τις δυνατότητές τους – ακόμη και ως προς τη συντήρηση. Παράλληλα, λόγω της μακροζωίας, η μεταβίβαση περιουσίας καθυστερεί: κατοικίες που αναμενόταν να περάσουν στα παιδιά για να στεγάσουν τη δική τους οικογένεια, ενδέχεται τελικά να καταλήξουν απευθείας στα εγγόνια.
Αυτό περιορίζει την κινητικότητα στην αγορά κατοικίας και δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των νεότερων γενεών.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται μετατόπιση της ζήτησης προς μικρότερες κατοικίες, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στις τιμές. Η συζήτηση για την κοινωνική κατοικία -που αφορά και τους ηλικιωμένους – παραμένει περιορισμένη, ενώ θα μπορούσε να συμβάλει τόσο στην καλύτερη αξιοποίηση του αποθέματος κατοικιών όσο και στην ενίσχυση της γονιμότητας και των οικογενειών.
Πόσο κοντά είμαστε στο να είναι μη αναστρέψιμο;
Είναι πολύ δύσκολο να αναστραφεί σε σύντομο χρονικό ορίζοντα. Στην Ελλάδα, οι γεννήσεις είναι περίπου οι μισές από τους θανάτους – περίπου 68.000 έναντι 128.000 ετησίως. Για να αντιστραφεί αυτή η τάση, θα απαιτούνταν περίπου 2,5 παιδιά ανά γυναίκα, επίπεδο που σήμερα δεν επιτυγχάνεται σε καμία ανεπτυγμένη χώρα, με εξαίρεση το Ισραήλ.
Άρα, η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση του συνολικού πληθυσμού δεν μπορούν να αναστραφούν άμεσα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να επιβραδύνουμε την εξέλιξη αυτή.
Θα βλέπουμε τον πληθυσμό της Ελλάδας να μειώνεται τα επόμενα χρόνια. Η μόνη λύση για να το σταματήσουμε, να το φρενάρουμε, όχι να το αποτρέψουμε, είναι η μετανάστευση.
Μπορεί η μετανάστευση να αποτελέσει λύση; Με ποιον τρόπο;
Η μετανάστευση έχει αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης για χώρες όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία, ενώ και οι Έλληνες έχουν ιστορικά συμβάλει ως μεταναστευτικός πληθυσμός.
Ωστόσο, δεν είναι μια εύκολη λύση. Σε σύγχρονες κοινωνίες που δίνουν έμφαση στα δικαιώματα και στις προσωπικές επιλογές, απαιτείται ισορροπία μεταξύ πολυπολιτισμικότητας και σαφών κανόνων. Σε κάθε περίπτωση όμως χρειάζεται μια πολιτική η οποία θα βοηθάει αυτή την πολυπολιτισμικότητα, η οποία πια είναι αναγκαία, αναπόφευκτη.
Η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει μόνο εφόσον είναι νόμιμη και οι μετανάστες εντάσσονται στην τυπική οικονομία. Διαφορετικά, δεν ενισχύεται ούτε το εργατικό δυναμικό ούτε η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Βλέπουμε πως οι νεότερες γενιές δεν κάνουν εύκολα οικογένεια. Έχουν αλλάξει οι νοοτροπίες; Η κυβέρνηση έχει εφαρμόσει μέτρα για την στήριξη της οικογένειας με επίκεντρο το δημογραφικό. Είναι επαρκείς;
Οι έρευνες δείχνουν ότι η οικογένεια παραμένει σημαντική αξία για τους Έλληνες. Ωστόσο, πρόκειται κυρίως για την οικογένεια στην οποία μεγάλωσαν, όχι απαραίτητα για αυτήν που επιδιώκουν να δημιουργήσουν.
Τα μέτρα που έχουν ληφθεί κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά έχουν έρθει καθυστερημένα. Αν αυτά τα μέτρα τα είχαμε πάρει στη δεκαετία του 90, θα βλέπαμε μια διαφορά τώρα. Οι δημογραφικές τάσεις χαρακτηρίζονται από μεγάλη αδράνεια και δεν αποδίδουν άμεσα αποτελέσματα. Το πρόβλημα έχει γίνει πιο βαθύ.
Αυτό τις καθιστά λιγότερο ελκυστικές πολιτικά, καθώς οι κυβερνήσεις λειτουργούν σε σύντομους εκλογικούς κύκλους. Απαιτείται συνέπεια και συνέχεια πολιτικών, κάτι που συχνά απουσιάζει στην πράξη.
Πώς θα είναι η Ελλάδα σε 20–30 χρόνια;
Ο πληθυσμός θα είναι μικρότερος, αλλά και διαφορετικός ως προς την ηλικιακή δομή του.
Η σημερινή γήρανση δεν αποτελεί στατική κατάσταση, αλλά μια δυναμική διαδικασία. Σε βάθος χρόνου, οι σημερινές μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες θα αντικατασταθούν από μικρότερες. Γι’ αυτό απαιτείται διαρκής προσαρμογή. Η ενίσχυση των γεννήσεων παραμένει σημαντική, ώστε η πληθυσμιακή πυραμίδα να αποκτήσει μια πιο ισχυρή βάση.
Παρά τις προκλήσεις, ιστορικά οι πληθυσμιακές τάσεις τείνουν να αυτορρυθμίζονται. Το ίδιο είναι πιθανό να συμβεί και στο μέλλον.


