Διαφορετικές τελετουργίες, αφιερωμένες σε κάποιο γεγονός, κυρίως εξαγνισμού και καθαρμού, αλλά όχι μόνον, είχαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι σχετικά με το δικό τους ιερό φως. Το ιερό πυρ ήταν «Αείζωον» δηλαδή δεν έσβηνε ποτέ και για τους αρχαίους ήταν η ζωντανή παρουσία του θείου και κυρίως ο συνεκτικός δεσμός της πόλης.
Στο Πρυτανείο κάθε ελληνικής πόλης- κράτους υπήρχε μια κεντρική εστία με φλόγα που δεν έσβηνε ποτέ. Αν αυτό συνέβαινε, εξηγούνταν ως απώλεια της εύνοιας των θεών και μελλοντική συμφορά για την πόλη.
Η ομάδα με τον προσεκτικά επιλεγμένο επικεφαλής που έφευγε για να ιδρύσει μια νέα πόλη, αποικία δηλαδή, έπαιρνε μαζί της αναμμένους δαυλούς από την εστία της μητρόπολης. Με αυτούς άναβαν το πρώτο φως στον πρώτο βωμό που δημιουργούνταν.
Κοινή εστία όλων των Ελλήνων θεωρούνταν η εστία στον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς, παρότι η θεά που ήταν προστάτιδα του ιερού πυρός ήταν η Εστία. Οι πόλεις που θεωρούσαν μιασμένη από τους εχθρούς τη φωτιά τους, την έσβηναν και έπαιρναν νέα από τους Δελφούς.
Το ιερό πυρ μιαινόταν όταν σημειωνόταν πνευματική μόλυνση από φόνο, ιεροσυλία ή κατάκτηση από εχθρούς. Η φωτιά θεωρούνταν το μόνο στοιχείο της φύσης που μπορούσε να αγγίξει κάτι ακάθαρτο χωρίς να μολυνθεί η ίδια, αλλά αντίθετα να το εξαγνίσει.
Στην αρχαία Αθήνα, το Ιερό Πυρ δεν ήταν απλώς μια θρησκευτική λεπτομέρεια, αλλά η «καρδιά» της πόλης που συμβόλιζε τη ζωή και την πολιτική της συνέχεια.
Ιερό πυρ υπήρχε στο Πρυτανείο, κάτι που όπως είδαμε ίσχυε για όλες τις ελληνικές πόλεις κατά την αρχαιότητα. Με τη φύλαξή του ήταν επιφορτισμένοι οι πρυτάνεις.
Ηταν σύμβολο του κράτους, εφόσον εκεί υποδέχονταν τους ξένους πρεσβευτές και παρέθεταν επίσημα δείπνα. Αν η φωτιά έσβηνε, η πόλη θεωρούνταν «νεκρή» μέχρι να ξανανάψει με ειδική τελετή.
Κατά τη διάρκεια των Παναθηναίων, της μεγαλύτερης γιορτής της Αθήνας, η ιερή φλόγα μεταφερόταν με λαμπαδηδρομία από τον βωμό του Προμηθέα (στην Ακαδημία Πλάτωνος) μέχρι τον μεγάλο βωμό της Αθηνάς στην Ακρόπολη.
Ο δρομέας έπρεπε να φτάσει με τη δάδα αναμμένη για να ανάψει τη φωτιά της θυσίας, συμβολίζοντας τη μεταφορά της γνώσης και του πολιτισμού από τους θεούς στους ανθρώπους.
Στις τελετές της Ελευσίνας, το φως έπαιζε καθοριστικό ρόλο.
Ο Δαδούχος ήταν ο δεύτερος σημαντικότερος ιερέας και κρατούσε δύο μεγάλες δάδες.
Η εμφάνιση ενός εκτυφλωτικού φωτός μέσα στο Τελεστήριο (το «Μέγα Πυρ») συμβόλιζε την ελπίδα για τη μεταθανάτια ζωή και τη νίκη του φωτός πάνω στο σκοτάδι του Άδη.
Η άσβεστη λυχνία στο Ερεχθείο ήταν ένα από τα πιο θαυμαστά ιερά αντικείμενα της αρχαίας Αθήνας. Βρισκόταν στον ναό της Αθηνάς Πολιάδος και αποτελούσε το σύμβολο της αιώνιας προστασίας της θεάς για την πόλη. Ήταν έργο του ονομαστού γλύπτη και τορευτή Καλλίμαχου (5ος αι. π.Χ.), και είχε κατασκευαστεί από χρυσό.
Αν και η λυχνία γέμιζε με λάδι μόνο μία φορά τον χρόνο, η φλόγα της έκαιγε ασταμάτητα μέρα και νύχτα μέχρι την επόμενη επέτειο, χωρίς να σβήνει ποτέ.
Πάνω από αυτήν υπήρχε ένας χάλκινος φοίνικας (με τη μορφή δέντρου) που έφτανε μέχρι την οροφή. Αυτός χρησίμευε ως καπνοδόχος, τραβώντας τον καπνό έξω από τον ναό για να μην μαυρίζουν τα μάρμαρα και τα αφιερώματα.
Το φιτίλι ήταν φτιαγμένο από «καρπάσιο λίνο» (ένα είδος αμιάντου), το οποίο δεν καιγόταν, επιτρέποντας στη φλόγα να διατηρείται σταθερή.
Η λυχνία αυτή θεωρούνταν η «καρδιά» της Αθήνας. Αν ποτέ έσβηνε (κάτι που συνέβη σπάνια, π.χ. κατά την πολιορκία του Σύλλα), θεωρούνταν κακός οιωνός για την τύχη της πόλης.
Στο Μουσείο της Ακρόπολης σώζεται ένα χάλκινο λυχνάρι από το Ερέχθειο, με τη μορφή τριήρους. Σε αυτό, η υποδοχή για το φιτίλι διαμορφώνεται στην πλώρη, πάνω από το έμβολο. Στην πρύμνη του πλοίου βρίσκεται δεμένο το διπλό πηδάλιο ενώ στο εσωτερικό του λύχνου διακρίνονται τα ίχνη της ιστοπέδης για τη στερέωση του ιστού. Τέλος, οι εγχάρακτοι κύκλοι στα τοιχώματα υποδηλώνουν τις υποδοχές για τα κουπιά. Από τον τύπο των γραμμάτων της επιγραφής συμπεραίνεται ότι αφιερώθηκε στο Ερέχθειο στο τέλος του 5ου αι. π.Χ., ίσως αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσής του ναού (406/5 π.Χ.).
Η οριστική νίκη των Ελλήνων επί των Περσών, εορτάστηκε με το ιερό πυρ. Στοιχεία από τις ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι η σβέση του πυρός έγινε αμέσως μετά τη μάχη των Πλαταιών, το 479 π.Χ., η οποία σήμανε την οριστική εκδίωξη των Περσών από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Μετά τη νίκη, οι Έλληνες πήραν χρησμό από το μαντείο των Δελφών που τους έλεγε να σβήσουν όλες τις φωτιές στις πόλεις τους, επειδή είχαν μολυνθεί από τους βαρβάρους, και να τις ανάψουν ξανά μόνο με «καθαρό» φως από την κοινή εστία των Δελφών. Το έκαναν.
Τότε ο Πλαταιέας δρομέας Εύχιδας έτρεξε μέχρι τους Δελφούς, εξάγνισε το σώμα του, πήρε το ιερό πυρ από τον βωμό του Απόλλωνα και επέστρεψε στις Πλαταιές την ίδια ημέρα. Οι βωμοί άναψαν ξανά και το φως διαμοιράστηκε, συμβολίζοντας την ελευθερία και την πνευματική κάθαρση της Ελλάδας.
Αυτή η στιγμή θεωρείται η κορυφαία πράξη θρησκευτικής αποκατάστασης μετά τους Περσικούς Πολέμους.
Στοιχεία από την αρχαιότητα δείχνουν ότι όταν το ιερό πυρ έσβηνε (είτε από ατύχημα είτε τελετουργικά για εξαγνισμό), οι αρχαίοι Αθηναίοι και οι υπόλοιποι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν κοινές μεθόδους, αλλά επιδίωκαν να πάρουν «καθαρή» φωτιά απευθείας από τη φύση ή τους θεούς.
Οι δύο βασικοί τρόποι ήταν οι εξής:
Η χρήση του «Ηλιακού Κατόπτρου» (Σκαφείον)
Αυτή ήταν η πιο «ιερή» μέθοδος, καθώς η φωτιά προερχόταν απευθείας από τον Ήλιο (τον Απόλλωνα). Μέσα στο κάτοπτρο τοποθετούσαν εύφλεκτο υλικό (όπως ξερά χόρτα ή ειδική τσακμακόπετρα) το οποίο άναβε αμέσως. Αυτή η φωτιά θεωρούνταν αμίαντος (αμόλυντη).
Η Τριβή Ξύλων (Πυρεία)
Αν δεν υπήρχε ηλιοφάνεια, χρησιμοποιούσαν την αρχαιότερη μέθοδο, τα πυρεία, αλλά με ιεροπρεπή τρόπο.
Αποτελούνταν από δύο ξύλα: το έτριον (το σταθερό ξύλο με την τρύπα) και τον τόρνο (το ξύλο που περιστρεφόταν).
Η τριβή έπρεπε να γίνει από άτομα που θεωρούνταν «καθαρά» (π.χ. ιερείς ή παρθένες), ώστε η φωτιά που θα παραχθεί να είναι κατάλληλη για τον βωμό.
Η μετάβαση από το αρχαίο «ιερό πυρ» στο χριστιανικό «Άγιο Φως» είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις πολιτισμικής συνέχειας. Όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι έσβηναν τις μολυσμένες φωτιές για να φέρουν το «καθαρό» φως από τους Δελφούς, έτσι και στη χριστιανική παράδοση:
Το Μεγάλο Σάββατο: Πριν την Αφή του Αγίου Φωτός, όλες οι καντήλες και τα κεριά στον Ναό της Αναστάσεως σβήνονται. Ο Τάφος σφραγίζεται, θυμίζοντας την αρχαία περίοδο του «νεκρού χρόνου» και της αναμονής.
Η Αφή: Το φως που εξέρχεται θεωρείται «αχειροποίητο» και καθαρό, ακριβώς όπως η φωτιά που άναβαν οι αρχαίοι με τα ηλιακά κάτοπτρα για να μην έχει ανθρώπινο «μίασμα».
2. Η Μεταφορά (Το «Ιερό Πλοίο»)
Στην αρχαιότητα, είδαμε το πλοίο που μετέφερε το φως από τη Δήλο στη Λήμνο. Σήμερα, η διαδικασία είναι πανομοιότυπη, αλλά με σύγχρονα μέσα:
Το Άγιο Φως μεταφέρεται με ειδική πτήση από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα.
Γίνεται δεκτό με τιμές αρχηγού κράτους, μια παράδοση που αντανακλά τον σεβασμό που έδειχναν οι αρχαίες πόλεις-κράτη στο «Κοινόν Πυρ».
3. Η Διασπορά στις Εστίες
Στην αρχαία Αθήνα, η φλόγα από τον βωμό μοιραζόταν στους πολίτες για να ανάψουν τις εστίες των σπιτιών τους.
Σήμερα, οι πιστοί παίρνουν το φως στις λαμπάδες τους και το μεταφέρουν στα σπίτια τους.
Πολλοί μάλιστα κάνουν το σχήμα του σταυρού στο ανώφλι της πόρτας με την κάπνα, μια πράξη που θυμίζει τον αρχαίο εξαγνισμό της οικίας.
Στην αρχαία Λήμνο υπήρχε μια εντυπωσιακή τελετουργία ανανέωσης της φωτιάς, κατά την οποία το νησί παρέμενε χωρίς φωτιά για 9 ημέρες. Η τελετή αυτή ήταν ετήσια και συνδεόταν με τον εξαγνισμό του νησιού από το «μίασμα» του μυθικού φόνου των ανδρών από τις Λημνιές γυναίκες. Το νέο φως μεταφερόταν από την Δήλο, και πάλι από τον ναό του Απόλλωνα.
Επειδή θεωρούνταν θεός της φωτιάς και προστάτης της Λήμνου, η λατρεία του Ηφαίστου ήταν το κέντρο της γιορτής. Μόλις έφτανε το νέο φως, οι σιδηρουργοί και οι τεχνίτες του νησιού άναβαν πάλι τα καμίνια τους, δίνοντας ζωή στην οικονομία του τόπου
Αυτή η αρχαία παράδοση θεωρείται από πολλούς μελετητές ως ένας πρόδρομος της μεταφοράς του Αγίου Φωτός, καθώς η δομή της τελετής (αναμονή, ιερό πλοίο, διανομή σε όλο το νησί) είναι σχεδόν ταυτόσημη.


