Το «κεφάλαιο» της συνταγματικής αναθεώρησης ανοίγει η κυβέρνηση μετά το Πάσχα, σε μια προσπάθεια να ανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία και να επαναφέρει στο προσκήνιο μια ατζέντα θεσμικών αλλαγών με ορίζοντα την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, που – εκτός απροόπτου – θα πραγματοποιηθεί το 2027.
Του Κώστα Πασίση
Με το βλέμμα στραμμένο στο 2026, που θα καθορίσει πολλά, πριν στηθούν οι κάλπες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κήρυξε ήδη την έναρξη ενός πολιτικού διαλόγου που φιλοδοξεί να αποτελέσει τη «μεγάλη τομή» της τρέχουσας θητείας, θέτοντας επί τάπητος ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της λειτουργίας του κράτους, από την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων έως την ευθύνη των υπουργών.
Από το Μαξίμου τονίζουν ότι πρόκειται για μια κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία που απαιτεί ευρύτερες συναινέσεις, καθώς η αναθεώρηση, βάσει Συντάγματος, εξελίσσεται σε δύο διαδοχικές Βουλές και σε μία από τις δύο κρίσιμες ψηφοφορίες χρειάζεται τουλάχιστον 180 ψήφους.
Ωστόσο, με τα σημερινά δεδομένα, οι ευρύτερες συναινέσεις μοιάζουν εξαιρετικά δύσκολες, καθώς στο πολιτικό σκηνικό κυριαρχεί μια ακραία αντιπαράθεση, η οποία τορπιλίζει με το …καλημέρα κάθε δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.
Μάλιστα, μετά την απόφαση του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, σύμφωνα με την οποία αποκλείεται κάθε μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, η κυβέρνηση δεν φαίνεται πλέον να επενδύει στη συναίνεση της Χαριλάου Τρικούπη ενόψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης.
Στον πυρήνα των πολιτικών αλλαγών που θέλει να δρομολογήσει η κυβέρνηση βρίσκονται το άρθρο 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, το άρθρο 86 για την ευθύνη υπουργών, (ιδιαίτερα επίκαιρο ζήτημα, λόγω ΟΠΕΚΕΠΕ) το άρθρο 103 για τη μονιμότητα και την αξιολόγηση στο Δημόσιο, αλλά και το άρθρο 24 για ζητήματα χωροταξίας και πολεοδομίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει παρουσιάσει τη συνταγματική αναθεώρηση ως ευκαιρία για «μεγάλες τομές» που θα ενισχύσουν, όπως τονίζει το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών, επιμένοντας ότι η διαδικασία δεν πρέπει να εξελιχθεί σε μια αφηρημένη και άγευστη συζήτηση, αλλά να συνδεθεί με χειροπιαστές αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών και στη λειτουργία του κράτους.
«Αγκάθι» το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή
Στο επίκεντρο της κυβερνητικής μεταρρυθμιστικής ατζέντας αυτή την περίοδο πάντως βρίσκεται η πρόταση για το ασυμβίβαστο της ιδιότητας βουλευτή και υπουργού, μια κίνηση που έχει ως πρότυπο το γαλλικό πρότυπο διακυβέρνησης.
Σύμφωνα με τον υπό διαμόρφωση σχεδιασμό, ο βουλευτής που θα αναλαμβάνει υπουργικό χαρτοφυλάκιο θα αναστέλλει τη βουλευτική του ιδιότητα και θα αντικαθίσταται από τον επιλαχόντα της περιφέρειάς του, επιστρέφοντας στα έδρανα του κοινοβουλίου μόνο μετά την αποχώρησή του από το κυβερνητικό σχήμα.
Αν και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, υπογράμμισε πως η προετοιμασία βρίσκεται σε «πολύ προχωρημένο στάδιο», η πρόταση αντιμετωπίζεται με καχυποψία από τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος.
Η «γαλάζια» κοινοβουλευτική ομάδα δημοσίως τηρεί μια στάση …σιωπής. Στο παρασκήνιο πάντως και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις τους πολλοί εξ αυτών εκφράζουν αμηχανία για τη δημιουργία ενός συστήματος «δύο ταχυτήτων».
Οι ενστάσεις που εκφράζονται σχετίζονται με τον ανταγωνισμός με τους επιλαχόντες που θα εισέρχονται στη Βουλή και την αποδυνάμωση του ελεγκτικού ρόλου των βουλευτών έναντι μιας πανίσχυρης εκτελεστικής εξουσίας.
Σε αυτό το κλίμα ο βουλευτής Βασίλης Οικονόμου ερωτηθείς σχετικά δήλωσε ότι ο ίδιος τάσσεται υπέρ του βρετανικού μοντέλου όπου οι υπουργοί προέρχονται από το Κοινοβούλιο, είτε από τη βουλή των Κοινοτήτων είτε των Λόρδων.
Αντίθετα ο Θάνος Πλεύρης έσπευσε να στηρίξει την πρωτοβουλία, υποστηρίζοντας ότι το ασυμβίβαστο θα αναβαθμίσει το κύρος του βουλευτή, επιτρέποντάς του να αφοσιωθεί στο νομοθετικό έργο χωρίς το βάρος των εκτελεστικών καθηκόντων.
Η διαφορετική προσέγγιση πάντως είναι ένα ζήτημα που το Μαξίμου πρέπει να αντιμετωπίσει μετά το Πάσχα, για να μην εξελιχθεί σε μια υπόθεση, όπως αυτή με το γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.


