«Δεν έχω ελιξίριο. Είναι θέμα ψυχής. Γεννήθηκα νέα, θα πεθάνω νέα. Ένα πράγμα φοβάμαι πολύ: τις αρρώστιες. Τίποτε άλλο. Αυτό είναι κάτι που πολλές φορές δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Προσέχω. Δεν πίνω, δεν καπνίζω. Το τσιγάρο το έκοψα πριν από 40 χρόνια, σε ένα βράδυ. Ήμουν στο νοσοκομείο και είπα “αυτό δεν θα το ξανακαπνίσω ποτέ”. Και δεν ξανακάπνισα ποτέ. Πίνω κανένα ποτήρι κρασί με παρέα, όταν βγούμε… Δεν παίζω χαρτιά, δεν παίζω ιππόδρομο, δεν έχω τέτοια πάθη. Διαπιστώνω ότι τραγουδάω καλύτερα από ό,τι πριν δέκα χρόνια. Είμαι καλύτερη και αυτό είναι κάτι που βγαίνει από μέσα μου. Καλύτερα αναπνέω, καλύτερα περπατάω, καλύτερα χορεύω… Σε εισαγωγικά, όχι ότι χορεύω. Δεν είμαι και η Ουλάνοβα. Κάνω κάτι βηματάκια για να διανθίζω το τραγούδι», είχε πει η Μαρινέλλα το 2019, στην εκπομπή του Τάσου Τρύφωνος. Σε επίσκεψή της στην Κύπρο, η Μαρινέλλα, 80 ετών τότε, μιλούσε, αντιδρούσε και σκεφτόταν σαν νεαρή. Γιατί πάντα είχε μέσα της αυτό το «τσαγανό» που την καθόριζε από τα πρώτα χρόνια της και αφαιρούσε από τα χρόνια της πολλά.
«Μπορεί να είμαι στο καμαρίνι και να πονάω, να είμαι άρρωστη, μόλις όμως βγω στην κουίντα τα ξεχνάω όλα. Στη σκηνή δεν περπατάω. Αιωρούμαι, υπερίπταμαι. Είναι φοβερό αυτό που μου συμβαίνει, νιώθω σαν να βρίσκομαι σε μαγικό χαλί. Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώσει εκεί αδυναμία, αυτή είναι η δική μου φιλοσοφία» έλεγε σε άλλη συνέντευξή της.
Ηταν βρέφος όταν ο πατέρας της έφυγε για τον πόλεμο. Κι εκείνη, τον αναγνώρισε μόλις βρέθηκε μπροστά του, κι ας ήταν μόνο τριών ετών. «Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι στη ζωή μου είναι η μέρα που γύρισε από τον πόλεμο ο πατέρας μου. Hταν άνοιξη του ’41. Hμουν δεν ήμουν τριών ετών. Από τα ξημερώματα τα καράβια έφερναν φαντάρους. Τον περίμενα. Από την ανυπομονησία, βγήκα από το σπίτι μας, μπλέχτηκα μες στον κόσμο κι όπως περνούσαν οι φαντάροι, τους κοίταζα μέσα στα μάτια. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο πατέρας μου; Κάποια στιγμή, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί, σταμάτησα μπροστά σε έναν ψηλό άνδρα. Κοιταχτήκαμε για λίγο. “Μπαμπά!” φώναξα. Εκείνος πέταξε το σακίδιό του και με σήκωσε στην αγκαλιά του. Ξωπίσω ερχόταν η μάνα μου αλαφιασμένη. “Γιώργο! Πώς σε γνώρισε το παιδί;”. Είχαν σαστίσει. Αφού βρέφος ήμουν όταν είχε φύγει, ούτε φωτογραφία του δεν είχα δει, πώς ήξερα ότι ήταν εκείνος; Ένστικτο θα μου πεις. Μάλλον» είχε πει η Μαρινέλλα σε συνέντευξή της στην Καθημερινή.
Δύο καλοί γονείς, παιδικά χρόνια ευτυχισμένα, αλλά και πολύ φτωχικά. «Από τα παιδικά μου χρόνια, που ήταν ευτυχισμένα, με δυο καλούς γονείς» έλεγε η ίδια. «Στο σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη, στη γωνία Παλαιών Πατρών και Παύλου Μελά, δεν είχαμε να φάμε, αλλά ποτέ δεν μας έλειψε το φαγητό. Ποτέ δεν μείναμε νηστικοί. Κι όποιον περνούσε απέξω ο πατέρας μου τον καλούσε να φάει μαζί μας. “Μα, Γιώργο μου, δεν έχουμε τίποτα. Τι θα τους ταΐσω τόσους ανθρώπους;” απελπιζόταν η μαμά. “Μη στενοχωριέσαι, Δομνίτσα μου – έτσι την έλεγε. Eντεκα δεν θα είμαστε; Περίμενε και θα δεις”, απαντούσε εκείνος. Κι έπειτα γυρνούσε προς το μέρος μου. “Πάμε”, μου έλεγε. Παίρναμε το βαρκάκι μας, ανοιγόμασταν έξω από τον Λευκό Πύργο και πιάναμε ακριβώς έντεκα τσιπούρες. “Βρε, Γιώργο μου, δεν μπορούσες να φέρεις δώδεκα;” διαμαρτυρόταν η μαμά μου όταν γυρίζαμε. “Γιατί, κοριτσάκι μου; Εντεκα δεν είμαστε; Τα ψάρια εκεί θα είναι και αύριο. Μπορεί να μην την τρώγαμε τη δωδέκατη τσιπούρα. Γιατί να την πετάξουμε; Στη θάλασσα θα μείνει, άσ’ τη να μεγαλώσει”. Πώς το λέτε σήμερα, οικολογική συνείδηση; Ε, αυτό είχε ο πατέρας μου, ήταν μπροστά από την εποχή του. Και ήταν ο καλύτερος ψαράς που υπάρχει! Είδες; Ενεστώτα χρησιμοποιώ…»
Η γνωριμία της με τον Στέλιο Καζαντζίδη ήταν από τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής της. «Κατάλαβα αμέσως ότι είχαμε αγάπη ξαφνικά. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και ερωτευτήκαμε, αν και αυτός ήταν 8-9 χρόνια μεγαλύτερος. Ήταν σπουδαίος τραγουδιστής και πολύ καλός άνθρωπος, ντροπαλός και σεμνός. Ντρεπόταν να μιλήσει για τη δουλειά, για τα δικαιώματά του και έτσι άρχισα να μιλάω εγώ για τις δουλειές».
Για τον χωρισμό τους είπε: «Στην πορεία καταλάβαμε ότι δεν του άρεσε η δουλειά τη νύχτα και μετά αποσύρθηκε. Εγώ είχα οικογένεια, έπρεπε να δουλέψω. Αυτό που δε μου άρεσε στον Καζαντζίδη είναι ότι δεν είχε το δικαίωμα να αποσυρθεί από το τραγούδι. Αυτό το ταλέντο μας το έδωσε ο θεός για να το δώσουμε πίσω στον κόσμο. Του έλεγα σε παρακαλώ πάμε έστω για μία συναυλία, όχι μόνο για τα λεφτά αλλά για να σε ακούσει ο κόσμος. Αλλά όχι, δεν ήθελε» έλεγε.
Την είχε εμποδίσει λοιπόν από το να συνεχίσει κι εκείνη; Ποτέ. Όπως έλεγε, «ο Καζαντζίδης δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο στη διαδρομή μου, ούτε στην ανέλιξή μου. Απεναντίας, με βοήθησε πάρα πολύ. Απ’ αυτόν έμαθα πάρα πολλά στα δέκα χρόνια που ήμασταν μαζί. Μεγάλο σχολείο ο άνθρωπος αυτός. Όταν πρωτομιλήσαμε, μου ζήτησε να κατέβω στην Αθήνα μαζί του για να του κάνω σεγκόντο. “Θα γίνουμε ντουέτο”, τον θυμάμαι να μου λέει, και φυσικά δέχθηκα αμέσως. Είχε χωρίσει από την Καίτη Γκρέυ και πήγαμε να μείνουμε στο σπίτι του, στη Νέα Ιωνία, μαζί με τη μητέρα του, Γεσθημανή, την οποία λάτρευε, όπως και αυτή το ίδιο».
Και σήμερα; Ποια ήταν η γνώμη της για το σήμερα; Σε συνέντευξή της προς τη Μυρτώ Λοβέρδου, για το «Βήμα» είχε σημειώσει: «βγαίνουν πάρα πολλά παιδιά στη μουσική και δεν γίνεται επιλογή».
Ποιος θα κάνει την επιλογή που λέτε;
«Δεν ξέρω. Ο κόσμος “τρώει” ό,τι του δίνουν. Κάνουμε κακό στα παιδιά όμως έτσι. Δεν τους δίνουμε την ευκαιρία να μάθουν κάποια πράγματα, να έχουν μια υποδομή, βρε αδελφέ. Μακάρι να μπορούσαν όλα να μάθουν μουσική, να μάθουν πώς να τραγουδούν, τη σωστή τοποθέτηση της φωνής. Αρκεί να μάθαιναν σωστά πράγματα. Οι περισσότεροι δεν τελειοποιούνται. Το πιο δύσκολο όμως είναι να σταθείς, να μείνεις. Γιατί, κατ’ αρχάς, πρέπει να το αγαπάς σε βάθος, να το υπηρετείς σωστά. Με τους δικούς σου συμβιβασμούς. Να ξέρεις γιατί πηγαίνεις σε μια δουλειά. Οχι για τα λεφτά, αλλά για να μάθεις πλάι σε έναν καλλιτέχνη, σαν σχολή».
Το χρήμα είναι κακός σύμβουλος;
«Πάρα πολύ κακός».
Ενώ στη δική σας εποχή…
«Ας μη μιλάμε για χρήμα στη δική μου εποχή. Από την άλλη – και φτάνω να λέω – αγαπούσαμε τόσο πολύ αυτό που κάναμε. Πηγαίναμε με τα πόδια ή αλλάζαμε και δύο λεωφορεία για να φθάσουμε… Δεν θέλω όμως να κάνω παρελθοντολογία, ούτε λέω να γυρίσουμε πίσω. Αλλά σήμερα τα νέα παιδιά δεν προλαβαίνουν».
Μήπως βιάζονται;
«Ναι, αλλά ποιος τους κάνει να βιάζονται; Ξεκινούν το βράδυ και το πρωί είναι φίρμες. Δεν γίνεται αυτό. Το να ανεβείς και να φθάσεις θέλει δρόμους κακοτράχαλους. Δεν έχω την απαίτηση να περάσουν από δρόμους σαν τους δικούς μας, αλλά όχι να βάζουμε το βράδυ τον σπόρο της ντομάτας και το πρωί να την τρώμε. Αυτό είναι το αντίθετο άκρο. Βγαίνουν σε δύο πρωινάδικα και μετά τους ξέρει όλη η Ελλάδα. Παλιά, ήταν δυο-τρία ραδιόφωνα. Οπότε, για να τους γνωρίσει ο κόσμος ερχόταν στα μαγαζιά ή αγόραζε τους δίσκους. Αλλάζουν τα πράγματα».
— Η νύχτα σάς λείπει; Την είχε ρωτήσει ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος για τη LIFO.
— Αντιθέτως! Τραγούδησα τελευταία φορά το ’91 με τον Πάριο στη Νεράιδα. Ήταν η τελευταία μου δουλειά. Μετά, αυτό εδώ, το μυαλό μου, δούλεψε έξυπνα. Μυρίστηκα την παρακμή, όπως έχω τη διαίσθηση να προαισθάνομαι τον σεισμό. Έφυγα, κάθισα μόνη μου πολλούς, πολλούς μήνες, μίλησα με τον εαυτό μου, στο τζάκι μου. Αποφάσισα να φύγω πρώτη απ’ τα κέντρα. Έρχονταν με βαλίτσες λεφτά και χρειαζόταν δύναμη για να τους διώξω. Κι όσο τους έδιωχνα, τόσο μεγαλύτερη γύριζε η βαλίτσα. «Βρε, φύγετε, δεν θέλω. Έχω αρκετά για να ζήσω κι εγώ κι η οικογένειά μου». Έτσι, έφυγε από πάνω μου ο μάγκας των κέντρων, κι έκανα πολλή υπομονή ώσπου να ‘ρθει μια μέρα να γίνουν οι νέες προτάσεις, το Ηρώδειο, το Μέγαρο, τώρα το σίριαλ του Κουτσομύτη. Δεν βγήκα ποτέ σε τηλεοράσεις να μιλήσω, δεν βγήκα ποτέ σε συνεντεύξεις – δεν το ‘κανα από σκοπό, έτσι ήταν ο χαρακτήρας μου.»
Αγγελική Κώττη


