Συνελήφθη το απόγευμα της Παρασκευής στην Αττική από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ), γνωστός έμπορος τέχνης ο οποίος κατηγορείται για πλαστογραφία και αρχαιοκαπηλία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με πληροφορίες από αστυνομικές πηγές, σε έρευνα που έγινε από στελέχη της ΔΑΟΕ σε αποθήκη που διατηρεί ο επιχειρηματίας στην περιοχή του Ελληνικού, εντοπίστηκαν πάνω από 300 πλαστοί πίνακες και περισσότερα από 200 χιλιάδες ευρώ σε μετρητά.
Κατά τις ίδιες πηγές , αφορμή για την έρευνα στάθηκε μια ανάρτηση του γνωστού γκαλερίστα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου παρουσίαζε προς πώληση ένα Ευαγγέλιο χρονολογίας του 1745, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος. Το Ευαγγέλιο, το οποίο εντοπίστηκε και κατασχέθηκε, ελέγχεται από ειδικούς ως προς την γνησιότητα του.
Οι Αρχές συνεχίζουν τις έρευνες και σε άλλες αποθήκες και χώρους που διατηρεί ο κατηγορούμενος, που αναμένεται να οδηγηθεί αύριο το πρωί ενώπιον του εισαγγελέα.
Σύμφωνα με τον αρχαιολογικό νόμο 4858/2021 ο κάτοχος του Ευαγγελίου το οποίο τυπώθηκε κατά τον 18ο αιώνα, όφειλε να το έχει δηλώσει στην αρχαιολογική υπηρεσία, καθώς πρόκειται για αντικείμενο προ του 1830 (ίδρυση ελληνικού κράτους). Στο σχετικό άρθρο 20, διαβάζουμε: Στα κινητά μνημεία περιλαμβάνονται: α) αυτά που χρονολογούνται έως και το 1453, β) τα μεταγενέστερα του 1453, που χρονολογούνται έως και το 1830 και αποτελούν ευρήματα ανασκαφών ή άλλης αρχαιολογικής έρευνας ή που αποσπάσθηκαν από ακίνητα μνημεία, καθώς και οι θρησκευτικές εικόνες και λειτουργικά αντικείμενα της ίδιας περιόδου,
Η κατοχή αναγνωρίζεται κατόπιν ειδικής άδειας συμβουλίου (τοπικού ή και του ΚΑΣ). Σε καμία περίπτωση δεν αναγνωρίζεται κυριότητα, διότι όλα τα αρχαία ανήκουν στο κράτος, σύμφωνα με το Σύνταγμα.
Εφόσον δεν διαθέτει άδεια κατοχής, το αντικείμενο πιθανότατα θα κατασχεθεί υπέρ του κράτους, εκτός αν μπορεί να αποδείξει πως πρόκειται για οικογενειακό κειμήλιο. Και πάλι όμως θα ελεγχθεί νομικά, γιατί δεν το είχε δηλώσει. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να δηλώσει τη διαδρομή του.
Εάν το Ευαγγέλιο θεωρηθεί προϊόν αρχαιοκαπηλίας, ο παράνομος κάτοχος θα δικαστεί. Αν η αξία του αρχαίου ξεπερνά τα 150.000 ευρώ, η παραπομπή γίνεται για κακούργημα.
Στο άρθρο 32 του συγκεκριμένου νόμου, «Οι αρχαιοπώλες και οι έμποροι νεότερων κινητών μνημείων οφείλουν να τηρούν βιβλίο, θεωρημένο από την Υπηρεσία, στο οποίο καταχωρίζουν τα κινητά μνημεία αμέσως μετά την είσοδό τους στο κατάστημα. Η καταχώριση περιλαμβάνει την περιγραφή, τη φωτογραφία και την προέλευση του μνημείου, τα στοιχεία του προηγούμενου κατόχου ή κυρίου του μνημείου και του προσώπου προς το οποίο μεταβιβάζεται, τα στοιχεία της άδειας κατοχής αρχαίου, την τιμή και την ημερομηνία της μεταβίβασης. Τα στοιχεία αυτά γνωστοποιούνται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στην Υπηρεσία.
Για τη διοργάνωση δημοπρασιών ή άλλων ανάλογων δραστηριοτήτων που αφορούν αρχαία ή νεότερα μνημεία απαιτείται άδεια της Υπηρεσίας που χορηγείται για τον συγκεκριμένο κάθε φορά κατάλογο αντικειμένων.
Το πρώτο που θα ελεγχθεί θα είναι αν υπάρχει αναφορά περί απώλειάς του από μονή, ναό, μουσείο.
Ως προς τους φερόμενους ως πλαστούς πίνακες, ο κύριος νόμος που ρυθμίζει το ζήτημα των πλαστών πινάκων και έργων τέχνης στην Ελλάδα είναι ο Νόμος 5271/2026 που είναι πρόσφατος. Τίτλος: «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων».
Για πρώτη φορά εισάγεται στον Ποινικό Κώδικα ειδικό αδίκημα για την κατασκευή, παραποίηση, έκθεση και διακίνηση πλαστών έργων με σκοπό την παραπλάνηση, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η ολοκληρωμένη οικονομική απάτη.
Προβλέπονται ποινές φυλάκισης από 6 μήνες έως 5 έτη και χρηματικά πρόστιμα από 5.000€ έως 120.000€. Σε περιπτώσεις οργανωμένων ομάδων ή κατ’ επάγγελμα δράσης, οι ποινές είναι αυστηρότερες.
Ο νέος νόμος επιβάλλει αυστηρές κυρώσεις για την κατάρτιση, κατοχή και πώληση πλαστών έργων τέχνης, με έμφαση στην προστασία της αγοράς τέχνης και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Οι αρχές (ΕΛ.ΑΣ.) προχωρούν σε εκτεταμένες έρευνες και κατασχέσεις πλαστών έργων, καθώς και εργαλείων παλαίωσης (π.χ. φούρνοι για τεχνητή παλαίωση).


