10.7 C
Athens

Μια ανασκαφή-μάθημα στον λόφο Δουρούτης των Ιωαννίνων

Η «θέση» στον λόφο Δουρούτης, εντός της Πανεπιστημιούπολης Ιωαννίνων, δίνει ενδιαφέροντα αρχαιολογικά ευρήματα. Η ίδια η ανασκαφή, αποτελεί μάθημα. Οι ανασκαφείς της, έχουν όμως και άλλο στόχο: να δημιουργηθεί εκεί ένα αρχαιολογικό πάρκο, όχι μόνο για τους φοιτητές, αλλά και για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης.

«Από το αμφιθέατρο στο πεδίο: η μύηση στην ανασκαφική διαδικασία στο λόφο Δουρούτης εντός της Πανεπιστημιούπολης Ιωαννίνων» ήταν ο τίτλος της σχετικής ομιλίας που έγινε στο πλαίσιο του Συνεδρίου «Αιγέας».  Την ανασκαφή διενεργούν ο Ανδρέας Βλαχόπουλος, καθηγητής Προϊστορικής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, η Αλεξάνδρα Αλεξανδρίδου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας και η Κλεοπάτρα Καθάριου, επίσης αναπληρώτρια καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας του  ιδίου πανεπιστημίου.

Όπως αναφέρθηκε κατά την ομιλία, το 1976, στη διάρκεια των έργων διαμόρφωσης του αδόμητου τότε χώρου της Πανεπιστημιούπολης, και συγκεκριμένα κατά τη διάνοιξη της αποστραγγιστικής τάφρου από την έξοδο της χαράδρας Μεγάλο Λαγκάδι, στις υπώρειες του λόφου του Αγίου Γεωργίου Περιστεράς και στην έκταση που ανήκε στην οικογένεια Δουρούτη, ήρθαν στο φως αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και αρχαίοι τάφοι που διερευνήθηκαν σωστικά από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων με υπεύθυνη την σήμερα Επίτιμη Έφορο Αρχαιοτήτων κυρία Ιωάννα Ανδρέου.

Τη σωστική διαδέχθηκε το 1995 συστηματική ανασκαφή της Εφορείας που διήρκεσε έως το 2006 και η οποία διενεργήθηκε σε συνεργασία με τον Τομέα Αρχαιολογίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, εκπροσωπούμενο από την καθηγήτρια Κωνσταντίνα Γραβάνη.

Το 2022 και ύστερα από ομόφωνη θετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, ο Τομέας Αρχαιολογίας επέστρεψε στο λόφο Δουρούτη, αναπόσπαστο πλέον τμήμα του campus του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Η συνέχιση της συστηματικής ανασκαφής υπό τη συνδιεύθυνση των καθηγητών Α. Βλαχόπουλου, Α. Αλεξανδρίδου, Κ. Καθάριου έχει καταρχήν εκπαιδευτικό στόχο, καθώς βασική επιδίωξη ήταν η διερεύνηση της σημαντικής αυτής για το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, αρχαίας θέσης, να συνδυαστεί με την εκπαίδευση των επί πτυχίω φοιτητών που έχουν επιλέξει την κατεύθυνση της Αρχαιολογίας και την άσκηση στο πεδίο. Η ανασκαφική εμπειρία εντάσσεται στο προσφερόμενο για τους τεταρτοετείς φοιτητές κατεύθυνσης αρχαιολογίας «Ανασκαφική-Αρχαιολογία πεδίου στην Ήπειρο».

Οι φοιτητές παρακολουθούν 9 τρίωρα μαθήματα στο αμφιθέατρο, στη διάρκεια των οποίων εξοικειώνονται με τη θεωρητική πλευρά της ανασκαφικής μεθοδολογίας. Παρουσιάζονται αντιπροσωπευτικά παραδείγματα  επιφανειακών ερευνών, σωστικών, συστηματικών, αλλά και υποβρύχιων ανασκαφών, ενώ συζητείται εκτενώς η χρήση νέων τεχνολογιών στις σύγχρονες έρευνες πεδίου.

Οι ανασκαφείς και διδάσκοντες σημείωσαν: «Μετά την ολοκλήρωση των παραδόσεων στο αμφιθέατρο, οι φοιτητές καλούνται να περάσουν από τη θεωρία στη πράξη με τον τελευταίο μήνα του εξαμήνου να αφιερώνεται στο πεδίο. Καθημερινά από νωρίς το πρωί και για τρεις εβδομάδες, υπό την επίβλεψη μεταπτυχιακών φοιτητών ή υποψήφιων διδακτόρων του Τομέα που επιτελούν το ρόλο τομεαρχών και με τη διδακτική καθοδήγηση των καθηγητών-συνδιευθυντών, οι φοιτητές αναλαμβάνουν δράση στην περιφραγμένη έκταση της ανασκαφής, ο φυσικός χώρος της οποίας είναι αιωνόβιο δάσος υψηλής αισθητικής αξίας. Διδάσκονται επί τόπου βήμα βήμα όλα τα στάδια που ακολουθούνται στη διάρκεια μιας συστηματικής ανασκαφής. Αναλαμβάνοντας συγκεκριμένες υποχρεώσεις και ρόλους που εναλλάσσονται, οι επί πτυχίω φοιτητές χωρίζονται σε δύο ομάδες όσα και τα σημεία ενδιαφέροντος του αρχαιολογικού χώρου.

Το πρώτο είναι το λεγόμενο το Βόρειο Συγκρότημα του λεγόμενου  «Θεσμοφορίου» που καταλαμβάνει τις βορειοανατολικές υπώρειες του λόφου Δουρούτη στο ανατολικό άκρο της χαράδρας Μεγάλο Λαγκάδι. Εκεί η συστηματική ανασκαφή προ τριαντακονταετίας έφερε στο φως κυκλικό κτίριο διαμέτρου 10.50 μ. που σχηματίζεται από δύο ομόκεντρους κυκλικούς τοίχους, το οποίο φέρει πολλές ομοιότητες με το Θεσμοφόριο της Πέλλας. Στο εσωτερικό του εντοπίστηκε τετράγωνη εστία-βωμός και κενός κυκλικός λάκκος. Στη διάρκεια των ανασκαφικών περιόδων των τελευταίων ετών, αποφασίστηκε οι φοιτητές μας να διερευνήσουν τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που είχαν αποκαλυφθεί ανατολικά του κυκλικού κτιρίου.

Υστερα από εργασίες καθαρισμού, οι εργασίες επικεντρώθηκαν στη λεγόμενη «Κατασκευή 3», ορθογώνια κατασκευή με είσοδο στο Νότο. Η ανασκαφή σε βάθος εντός της κατασκευής απέδωσε πλήθος κεραμικής τόσο λεπτής όσο και χειροποίητης που καλύπτει ένα μεγάλο χρονολογικό φάσμα από την Εποχή του Χαλκού έως και το τέλος των Κλασικών χρόνων. Τα πρωιμότερο σύνολο της κεραμικής αποτελείται από σχήματα πόσης, μαγειρικά αγγεία και αποθηκευτικά σκεύη που παραπέμπουν στην παρασκευή και κατανάλωση φαγητού στο χώρο, και βρίσκουν πολλά κοντινά παράλληλα μεταξύ των ευρημάτων από οικισμούς του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων.»

Το πιο ενδιαφέρον εύρημα της περυσινής χρονιάς ήταν ένας διατηρημένος σε μεγάλο βαθμό οξυπύθμενος πίθος που εντοπίστηκε κατά χώραν, και, ως εύρημα in situ, ενεργοποίησε τη συνεργασία με το Εργαστήριο Αρχαιομετρίας του Τμήματος Φυσικής του Πανεπιστημίου και τον Δρα Κώστα Σταμούλη.

Το δεύτερο σημείο ενδιαφέροντος στον αρχαιολογικό χώρο που ανασκάπτεται, εντοπίζεται στο πλάτωμα νότια του Θεσμοφορίου. Εδώ, το 2023 διανοίχτηκε μια δοκιμαστική τομή κατόπιν επισήμανσης της καθηγήτριας Κωνσταντίνας Γραβάνη ότι υπήρχε «καθαρό» αρχαιολογικό στρώμα κάτω από όγκο σύγχρονων απορριμμάτων,  εντύπωση που επιβεβαιώθηκε και από την τοπογραφική διασκόπηση με τη χρήση Ground Penetration Radar από τον τοπογράφο Δημήτρη Ζήνα. Σημαντική ενίσχυση στην γνωριμία των φοιτητών με τα μέσα διασκόπησης του υπεδάφους προσέφερε η συνεργασία μας με τον ομ. καθηγητή Γεωλογίας ΑΠΘ κ. Γρηγόρη Τσόκα.

Παρά τις ενδείξεις διατάραξης τόσο στα επιφανειακά στρώματα όσο και σε βαθύτερα επίπεδα, αποκαλύφθηκε τμήμα ενός κτιρίου, η διερεύνηση του οποίου υπέδειξε ότι σχετίζεται με τη νεότερη ιστορία των Ιωαννίνων και την απελευθέρωση της πόλης. Πρόκειται για ένα ορθογώνιο κτίριο, του οποίου έχουν έρθει στο φως μερικώς τρεις ορθογώνιοι χώροι σε παρατακτική διάταξη και με προσανατολισμό Β-Ν.

Τα ευρήματα από τη διερεύνηση του κτιρίου είναι κυρίως μετάλλινα. Πρόκειται για στρατιωτικό εξοπλισμό, χάλκινους ήλους και χάλκινα στελέχη, αλλά και μεγάλο αριθμό από κάλυκες των ετών 1908, 1910, 1912, 1913 από τυφέκια που χρησιμοποιούσε ο ελληνικός στρατός στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, αλλά και κάλυκες με οθωμανικές επιγραφές που υποδεικνύουν πρωιμότερη χρονολόγηση, στα 1904/5, καθώς πρόκειται για μικρούς κάλυκες από τυφέκια μάουζερ που πήραν το όνομά τους από τη γερμανική οπλοβιομηχανία Mauser Waffenfabrik. Τα μάουζερ χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τον οθωμανικό στρατό την περίοδο 1890-1893. Εκτός από τα φυσέκια, βρέθηκαν νομίσματα οθωμανικά, του Ιονικού Κράτους αλλά και του Βασιλείου της Ελλάδος, ομιλούντα τεκμήρια των ταραγμένων χρόνων που συνδέουν την περιοχή με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της νικηφόρας μάχης του Μπιζανίου.

Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα και την προκαταρκτική εξέταση των ευρημάτων, ο δυτικότερος Χώρος 1 αποτελεί τον πρωιμότερο πυρήνα του Κτιρίου 1, που πιθανότερα κατασκευάστηκε  κατά την Οθωμανική περίοδο, ενώ ενδεχομένως οι Χώροι 2 και 3 είναι υστερότερεςπροσθήκες του Ελληνικού Στρατού γύρω στο 1913. Ο στρατιωτικός εξοπλισμός, καθώς και η εντύπωση ότι τα δύο υστερότερα τμήματά του κτιρίου ήταν πρόχειρα και βιαστικά κατασκευασμένα, υποδεικνύει ότι το οικοδόμημα μάλλον κλήθηκε να εξυπηρετήσει επείγουσες στρατιωτικές ανάγκες του ελληνικού στρατού.

Η ανασκαφική έρευνα του Κτιρίου 1 φωτίζει και για πρώτη φορά τεκμηριώνει ανασκαφικά τη νεότερη ιστορία της περιοχής, και συνέχεται με τα ορατά οθωμανικά οχυρά στην κορυφή του λόφου Δουρούτη, τα οποία θα εντάξουμε στη μελέτη μας, όταν θα πορεύεται προς την υλοποίησή του το όραμά μας για την μετατροπή του μνημειακού αυτού παλίμψηστου σε Πάρκο Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η εκπαίδευση των φοιτητών δε σταματά στο πεδίο. Μετά το τέλος κάθε ανασκαφικής ημέρας, οι ασκούμενοι συνοδεύουν τα ευρήματα στο χώρο του Μουσείου Εκμαγείων και Διδακτικών Συλλογών του Τομέα Αρχαιολογίας.

Ανάμεσα σε όσα διδάσκονται εκεί είναι και το αρχαιολογικό σχέδιο. Το 2025 τη διδασκαλία του σχεδίου ανέλαβε ο εικαστικός της ΑΣΚΤ και υποψήφιος διδάκτωρ του ΕΜΠ Νίκος Σεπετζόγλου που χρησιμοποίησε θραύσματα από τη συλλογή αρχαίων αντικειμένων του Μουσείου Εκμαγείων και χαρακτηριστικά ευρήματα της ανασκαφικής περιόδου, τα οποία με τη δική του καθοδήγηση και επεμβάσεις – όπου απαιτούνταν – αποτελούν και τα τελικά σχέδια που ψηφιοποιήθηκαν.

Με τη θερμή υποστήριξη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων που  διέθεσε τον απαιτούμενο εξοπλισμό, όλοι οι φοιτητές της ανασκαφής είχαν την ευκαιρία να συμμετέχουν στις εργασίες επίπλευσης και στη διαλογή μικροσκοπικών οργανικών και μη ευρημάτων. Οι εργασίες πραγματοποιήθηκαν υπό την καθοδήγηση των μεταπτυχιακών φοιτητριών Κλεοπάτρας Παπαθανασίου και Βέρας Αντωνοπούλου στις αποθήκες εντός του στρατοπέδου Κατσημήτρου.

Κάθε χρόνο το μάθημα της «Ανασκαφικής-Αρχαιολογίας πεδίου στην Ήπειρο» πλαισιώνεται με διαλέξεις από προσκεκλημένοι ομιλητές διεθνούς επιστημονικής εμβέλειας. Το 2025 οι προσκεκλημένοι μας ήταν ο ομότιμος καθηγητής Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Γρηγόρης Τσόκας και  η Δρ. Milena Melfi, λέκτορας Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για την ανασκαφή της σε θέση των ελληνιστικών χρόνων της γειτονικής Αλβανίας.

Με την εκπαιδευτική ανασκαφή στη Δουρούτη, της μοναδικής διεθνώς συστηματικής ανασκαφής που διεξάγεται εντός Πανεπιστημιούπολης, ο Τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων «επέστρεψε» στην αρχαιολογική ανασκαφή εμβληματικών τόπων και μνημείων για την ιστορία της Ηπείρου, επιδιώκοντας να συγκροτήσει μια διεπιστημονική έρευνα-πρότυπο για τη διδασκαλία των μελλοντικών αρχαιολόγων. Επιπλέον, είδε την εν εξελίξει ανασκαφή ως μια ιδανική ευκαιρία για να προσελκύσει το ευρύ κοινό στο χώρο του Πανεπιστημίου, φέρνοντας την τοπική κοινωνία σε επαφή με την επιστήμη της αρχαιολογίας, αλλά κυρίως με την αρχαία και σύγχρονη ιστορία του λεκανοπεδίου. Η ανασκαφή είναι βεβαίως «ανοιχτή» και δέχεται οργανωμένες επισκέψεις μαθητών από δημοτικά σχολεία, γυμνάσια και λύκεια της πόλης, οι οποίοι και ξεναγούνται στο χώρο, ενώ αποτελεί και για τα εκατοντάδες μέλη ΔΕΠ του ιδρύματος ένα υπερήφανο talk of the campus.

Ο λόφος Δουρούτη είναι ένας ζωντανός αρχαιολογικός χώρος που διασώζει τα κατάλοιπα της μακράς δραστηριότητας των ανθρώπων που ανιχνεύονται ήδη από την προϊστορική περίοδο, καλύπτουν τους ιστορικούς χρόνους, και συνεχίζουν κατά τη Βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο. Οι μονές της Αγίας Παρασκευής και του Αγίου Γεωργίου Περιστεράς, που συγχωνεύθηκαν σε ένα ενιαίο συγκρότημα το 1902 είναι τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία του λόφου. Και χρονικά ακολουθούν τα κατάλοιπα των οθωμανικών οχυρωματικών έργων στην κορυφή του λόφου που συνομιλούν πλέον με το κτίριο που ήρθε στο φως από τη σκαπάνη των φοιτητών μας.

Μέσω της ανασκαφής στο λόφο Δουρούτη, το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας αλλά και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων επιχείρησε να ανοίξει μια πόρτα ερευνητικής γνώσης της αρχαίας αλλά και νεότερης ιστορίας του λεκανοπεδίου, που δεν απευθύνεται μόνο στους μελλοντικούς αρχαιολόγους, αλλά και στην τοπική κοινωνία των Ιωαννίνων. Η δημιουργία ενός «Αρχαιολογικού Πάρκου» εντός της πανεπιστημιούπολης που είναι ένας από τους μελλοντικούς μας στόχους, θα αποτελέσει αναμφισβήτητα ένας πόλο πολιτισμού τόσο για τον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό φοιτητών του πανεπιστημίου αλλά και έναν πόλο έλξης πολιτισμικού ενδιαφέροντος για τον δήμο Ιωαννιτών, αλλά και όλη την Ήπειρο.

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ