10.5 C
Athens

Ολη τη συλλογή με τις φωτογραφίες γερμανικών θηριωδιών κατά την κατοχή, στοχεύει να αγοράσει το Υπουργείο Πολιτισμού

Μια χειρόγραφη σημείωση στο πίσω μέρος, Athen 1.5.44 είναι ένα ακόμα συγκινητικό στοιχείο από τις φωτογραφίες που απεικονίζουν κάποιους από τους 200 πολιτικούς κρατούμενους οι οποίοι εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στην Καισαριανή. Φωτογραφίες από την μπροστινή και πίσω όψη δέκα φωτογραφιών παρουσιάστηκαν το απόγευμα στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων. Συζητήθηκε το θέμα «Χαρακτηρισμός ή μη φωτογραφικών τεκμηρίων της εκτέλεσης των 200 πατριωτών στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, και του αρχειακού συνόλου από το οποίο προήλθαν». Το Συμβούλιο συμφώνησε να αγοραστούν και άλλες 163 σχετικές φωτογραφίες, οι οποίες παρουσιάζουν  θηριωδίες των Γερμανών κατακτητών.

Όπως αναφέρθηκε κατά την εισήγηση της διευθύντριας κας Βίλλυς Φωτοπούλου, δώδεκα φωτογραφίες που εμφανίζουν στιγμές πριν την εκτέλεση των 200 πατριωτών στην Kαισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, εμφανίστηκαν στον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών e-bay.de, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου. Φερόμενος ιδιοκτήτης είναι ο συλλέκτης Tim de Craene που ειδικεύεται στα αναμνηστικά και εν γένει τεκμήρια του Β’ ΠΠ. Μέσω της εταιρίας του, Crain’s Militaria (https://www.crainsmilitaria.com/), τις προσέφερε για πώληση. Η εμφάνισή τους σε ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και αργότερα και σε ΜΜΕ, δημιούργησε έντονο ενδιαφέρον από πολλές πλευρές. Ο συλλέκτης, το πρωί της Δευτέρας 16.2, απέσυρε τις δώδεκα αυτές φωτογραφίες από τον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών.

Δέκα από αυτές μπορείτε να δείτε στο παράρτημα του παρόντος, με τις τιμές που είχαν φτάσει λίγο πριν την απόσυρση. Ωστόσο, παραμένει προς πώληση το σύνολο της συλλογής που είχε δημιουργήσει ο τότε Υπολοχαγός της Βέρμαχτ, Χέρμαν Χόιερ (Hermann Heuer). Ο Χόιερ, το 1943-1944 υπηρετούσε στο στρατόπεδο της Μαλακάσας, αλλά είχε λάβει εντολή να παρακολουθήσει, ή και να συνδράμει (δεν είναι ξεκάθαρο αυτό) στην εκτέλεση των 200 Ελλήνων κρατουμένων που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Ο Χόιερ είναι πλέον νεκρός. Η συλλογή των φωτογραφιών του, από περιοχές της κατεχόμενης Ευρώπης (Βέλγιο, Γαλλία, αλλά και Ελλάδα) όπου υπηρέτησε, βρέθηκε στα χέρια του συλλέκτη Τιμ ντε Κρεν. Η υπηρεσία επικοινώνησε μαζί του και στελέχη της θα τον επισκεφθούν την Παρασκευή στην έδρα του στο Έβεργκεμ του Βελγίου, ώστε να διαπιστώσουν εκ του σύνεγγυς την έκταση της συλλογής, την αυθεντικότητα του συνόλου της, και φυσικά τη νομιμότητα της περιέλευσής της σε αυτόν. Η επιτροπή, πολύ καλά προετοιμασμένη, θα φύγει για το Βέλγιο αύριο.

Το ιστορικό πλαίσιο δημιουργίας της συλλογής

Όπως τόνισε η κα Φωτοπούλου, μετά την εγκαθίδρυση της ναζιστικής κυβέρνησης, το 1933, υπεύθυνο για όλες τις μορφές επικοινωνίας ήταν το Υπουργείο Διαφώτισης του Λαού και Προπαγάνδας, το οποίο υιοθέτησε μια πολύ επιθετική και διεισδυτική πολιτική για την κυριαρχία του ναζισμού σε όλη την κοινωνία. Ο Γιόζεφ Γκέμπελς, αποτυχημένος θεατρικός συγγραφέας, αλλά με καλή παιδεία στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, εκτιμούσε εξαιρετικά τον κινηματογράφο και τη φωτογραφία, μέσα τα οποία αξιοποίησε εντατικά για τους προπαγανδιστικούς του σκοπούς. Κύριος στόχος της στρατηγικής χρήσης της φωτογραφίας ήταν φυσικά ο πόλεμος ως μέσο για την επιθετική επέκταση της Γερμανίας. Όλες οι προπαγανδιστικές δραστηριότητες εντάσσονταν στο στρατιωτικό πλαίσιο, τόσο από την πλευρά του ερασιτέχνη φωτογράφου όσο και του επαγγελματία. Ο Γκέμπελς είχε από νωρίς σχεδιάσει τη σύσταση των επονομαζόμενων Μονάδων Προπαγάνδας (Propaganda Kompanien: PK).

Η Μονάδα Προπαγάνδας 960, υπεύθυνη για την κάλυψη ειδήσεων για τα Βαλκάνια και την Ελλάδα, ενέπλεξε πολλούς φωτογράφους, επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Οι εικόνες της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα δεν δημιουργήθηκαν όλες από την Μονάδα Προπαγάνδας 960. Οι μονάδες των Ες Ες είχαν το δικό τους πρακτορείο τύπου και εικόνων με σκοτεινό θάλαμο και τυπογραφείο (που έφερε το όνομα του φωτογράφου Φρίντριχ Μπάουερ). Έτσι οι φωτογραφίες των σφαγών και των εγκλημάτων πολέμου που διαπράχτηκαν από Γερμανούς στρατιώτες κατά του ελληνικού πληθυσμού τραβήχτηκαν είτε από μέλη της ΜΠ960 είτε από στρατιώτες των Ες Ες που δεν ήταν απαραίτητα επαγγελματίες φωτογράφοι. Επιπλέον, καμιά από τις φωτογραφίες αυτές που απεικόνιζαν τις θηριωδίες δεν προοριζόταν για δημοσίευση, ήταν υλικό τεκμηρίωσης.

«Ο άνδρας των Μονάδων Προπαγάνδας δεν είναι με καμιά έννοια ένας συμβατικός ρεπόρτερ, αλλά ένας στρατιώτης. Εκτός από το πιστόλι και τη χειροβομβίδα κουβαλάει και άλλα όπλα μαζί του: τη φωτογραφική του μηχανή, τη Leica, το μολύβι και το σημειωματάριο. Έχει εκπαιδευτεί ανάμεσα σε στρατιώτες και βιώνει τα συναισθήματά τους», ανέφερε ο Γκέμπελς.

Αντιθέτως, προς δημοσίευση ήταν όσες φωτογραφίες των Μονάδων Προπαγάνδας απεικόνιζαν τα όμορφα τοπία και τον πλούτο των κατεχόμενων χωρών, αναφέρθηκε κατά την εισήγηση. Εκτός από τα πολεμικά γεγονότα που προφανώς ενδιέφεραν το Υπουργείο Προπαγάνδας, οι Γερμανοί φωτογράφοι επιδίωκαν να απαθανατίζουν την καθημερινότητα των στρατιωτών. Απώτερος σκοπός τους η δημοσίευση των στιγμιότυπων σε κάποιο από τα προπαγανδιστικά γερμανικά έντυπα, όπως το Signal, το Adler ή το Die Wehrmacht. Αγνοώντας εντελώς δεινά του ντόπιου πληθυσμού, όπως η εξοντωτική πείνα, οι σφαγές και η εκθεμελίωση ολόκληρων χωριών, ή ο διωγμός και η εξόντωση των Εβραίων και άλλων ανεπιθύμητων για τη ναζιστική ιδεολογία μειονοτήτων, οι Μονάδες Προπαγάνδας περιόρισαν τη θεματολογία τους σε αρχαιολογικούς χώρους, μνημεία και αξιοθέατα, κινηματογράφους και καφενεία. Σπανιότερα, φωτογράφιζαν Έλληνες, κυρίως ανθρώπους της υπαίθρου και παιδιά. Απλοϊκές λεζάντες συνόδευαν τις δημοσιευμένες φωτογραφίες, εστιάζοντας στο κατ’ επίφαση ειρηνικό κλίμα ανάμεσα στις δυνάμεις κατοχής και τους ντόπιους.

Επίσης, προς διακίνηση ήταν οι φωτογραφίες που τραβούσαν οι στρατιώτες με τις ελαφρές φωτογραφικές μηχανές που τους προμήθευε από το 1939 το Υπουργείο Προπαγάνδας. Παρακινούσε άνδρες και γυναίκες να έχουν φωτογραφικές μηχανές και να φωτογραφίζουν: οι στρατιώτες στο μέτωπο, οι γυναίκες στο σπίτι. Ο σκοπός ήταν να συνοδεύουν τη μεταξύ τους αλληλογραφία από και προς το μέτωπο με τις φωτογραφικές αποτυπώσεις που έπειθαν τις μεν οικογένειες στα μετόπισθεν για τις επιτυχίες της Βέρμαχτ, τους δε φαντάρους στο μέτωπο για την ευημερία που βοηθούσαν να δημιουργηθεί στην πατρίδα.

«Αδιαπραγμάτευτο καθήκον κάθε στρατιώτη είναι να θέτει τη φωτογραφική μηχανή του σε δράση», τόνιζε ο Γ. Γκέμπελς.

Οι τύποι μηχανών που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες ήταν Agfa, Robot και Leitz. Πρόκειται για φτηνές και ελαφριές συσκευές για να τις χρησιμοποιούν οι στρατιώτες. Οι διαστάσεις των φωτογραφιών ήταν 6X9 και 13X18 εκ. Τα φιλμ κυρίως ασπρόμαυρα και κάποια έγχρωμα. Συχνά οργανώνονταν σε άλμπουμ με λεζάντες. Οι φωτογραφίες έφεραν σημειώσεις στο πίσω μέρος. Με τον τρόπο αυτό παράγονταν και διακινούνταν εκατομμύρια κυριολεκτικά φωτογραφίες. Ο φακός αποτελούσε μέρος της ζωής των στρατιωτών.

Η ερασιτεχνική φωτογραφία ενθαρρύνεται συστηματικά από το Υπουργείο Διαφώτισης του Λαού και Προπαγάνδας. Επιδιώκεται να γίνει λαϊκό χόμπυ: φτηνές φωτογραφικές μηχανές τσέπης και φτηνά υλικά εκτύπωσης διατίθενται στους φαντάρους, έτσι ώστε αυτοί να δημιουργήσουν ένα μεγάλο και ομοιόμορφο αναμνηστικό λεύκωμα της δύναμης και της εξάπλωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Οι εικόνες που στέλνουν στους δικούς τους –αλλά και οι αναμνήσεις που θα έχουν μετά την επιστροφή τους από το μέτωπο- έχουν δημιουργηθεί με την σκηνοθετική επίβλεψη του μηχανισμού προπαγάνδας που καθοδηγούσε ο Γ. Γκέμπελς. Το έντονο ενδιαφέρον και η ανάμειξή του σε κάθε τι που αφορούσε την εικόνα και τον κινηματογράφο είναι ευρέως γνωστά και μελετημένα. Η πληθώρα των φωτογραφιών που έχουν πλέον βγει από τα ιδιωτικά άλμπουμ και διατίθενται προς πώληση, όπως αυτές της συλλογής που μας απασχολεί, μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε το πόσο διεισδυτικά ήταν τα μέσα που χρησιμοποίησε, πόσο βαθιά ήταν τα αποτυπώματα της πολιτικής του. Μια από τις βασικές οδηγίες για το τι απεικονίζουν και τι όχι στις φωτογραφίες που στέλνουν οι στρατιώτες πίσω στη Γερμανία, στην Αυστρία, και σε όσες χώρες είχαν δημιουργηθεί μονάδες της Βέρμαχτ και των Ες Ες είναι η αποφυγή των γηγενών, των κατακτημένων πληθυσμών. Ο ιστορικός της φωτογραφίας Ρολφ Ζάξε το έχει αποκαλέσει «εκπαίδευση στην αποστροφή του βλέμματος». Οι διαβαθμίσεις στην κλίμακα της «άριας καταγωγής» αποτυπώνονται και στις φωτογραφίες που έχουν πλέον βγει στο φως. Από τις χώρες που θεωρούσαν ότι είναι πιο κοντά στην «άρια φυλή», όπως η Ολλανδία και η Νορβηγία, υπάρχουν αρκετές που προβάλλουν τις καλές σχέσεις μεταξύ των στρατιωτών και των κατακτημένων. Από τις χώρες των «υπανθρώπων» (σλαβικές χώρες) σχεδόν καμία. Από την Ελλάδα ελάχιστες, καθώς η «έκπτωση» των σύγχρονων Ελλήνων, λόγω σλαβικών επιμειξιών, ήταν μια διαδεδομένη αντίληψη. Στις φωτογραφίες της συλλογής που μας απασχολεί εμφανίζονται απρόσμενα μερικές φωτογραφίες γυναικών με παραδοσιακές φορεσιές, ευζώνων που χορεύουν, αλλά και κορίτσια σε κάποιο πανηγύρι στην Κόρινθο, όλες χρονολογούμενες 1943-1944.

Τα δίκτυα των βετεράνων μετά τον πόλεμο

Στις οργανώσεις Γερμανών βετεράνων που συστάθηκαν με στόχο την αποκατάσταση της δημόσιας εικόνας της Βέρμαχτ στη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία, δημιουργήθηκαν δίκτυα ανταλλαγής και ανατύπωσης φωτογραφιών που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου από επαγγελματίες και ερασιτέχνες φωτογράφους. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση υπήρξε ο κύκλος του περιοδικού Wildente (Αγριόπαπια), που εξέδιδε ο παλιός δημοσιογράφος των Μονάδων Προπαγάνδας Günther Heysing. Η διακίνηση αυτή είναι καλά τεκμηριωμένη από ιστορικούς της φωτογραφίας, όπως ο Ρολφ Ζάξε (Rolf Sacchse), η Πέτρα Μποπ (Petra Bopp), η Φράνσις Γκέριν (Frances Guerin), ο Γκέοργκ Τράσκα (Georg Traska) και άλλοι.

Μέσα από αυτά τα δίκτυα εικάζουμε ότι προήλθε και η συλλογή που εξέθεσε προς δημοπράτηση ο Τιμ ντε Κρεν και μας απασχολεί.

Η εκτέλεση των 200 Ελλήνων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, Πρωτομαγιά 1944

Η εκτέλεση αυτή διατάχθηκε ως αντίποινα στην επίθεση που έκανε διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ υπό τον ανθυπολοχαγό ΠΖ του Ελληνικού Στρατού Μανώλη Σταθάκη ενάντια στον διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, Υποστράτηγο Φράντς Κρεχ και της συνοδείας του, στην περιοχή των Μολάων Λακωνίας, στις 27 Απριλίου του 1944. Κατά την επίθεση σκοτώθηκε ο Κρεχ και 3 μέλη της συνοδείας του.

Την προηγούμενη ημέρα, 26.04.1944, είχε γίνει η απαγωγή του Υποστράτηγου Κράιπε από Βρετανούς και Έλληνες αντιστασιακούς, στην Κρήτη.

Η διαταγή δημοσιεύθηκε στον ελληνικό τύπο της 30ης Απριλίου 1944, ήταν σαφής και ωμή:

«Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μίας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανό στρατηγό και τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτες. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν:

1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944.

2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωρίων.

Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Έλληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς.

Ο στρατιωτικός διοικητής Ελλάδος»

[Walter Schimana]

Διακόσιοι και περισσότεροι (όσους «θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην») Έλληνες για τέσσερις Γερμανούς, αυτή ήταν η αναλογική ποινή που άρμοζε, κατά τον στρατιωτικό διοικητή της Ελλάδας.

Από τους διακόσιους που εκτελέσθηκαν στην Καισαριανή, περίπου 150-160 ήταν πολιτικοί κρατούμενοι από τη δεκαετία του 1930, κυρίως από την Ακροναυπλία, τους οποίους ο Μανιαδάκης παρέδωσε στις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις. Οι υπόλοιποι είχαν συλληφθεί κατά την Κατοχή, με κατηγορίες για αντιστασιακή δράση. Στην συντριπτική πλειονότητά τους, μέλη του ΕΑΜ ή/και του ΚΚΕ.

Σύμφωνα με την απολογία του Χέλμουτ Φέλμυ, διοικητή των στρατευμάτων της Νότιας Ελλάδας, στη δίκη της Νυρεμβέργης, ο συνταγματάρχης και αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου, Διονύσιος Παπαδόγγονας, λόγω προσωπικής συμπάθειας στον υποστράτηγο Κρεχ, διέταξε αυτοβούλως (χωρίς ανωτέρα εντολή είτε από τη Γερμανική Διοίκηση είτε από το Υπουργείο Εσωτερικών), τη θανάτωση εκατό αντιστασιακών, ή ύποπτων για αντιστασιακή δράση στη Νότια Πελοπόννησο. Περίπου πενήντα ακόμη Έλληνες δολοφονήθηκαν από Γερμανούς στην περιοχή της Λακωνίας, όπως όριζε η διαταγή.

Τα αντίποινα είχαν σχεδόν διπλασιάσει την αναλογία 50 Έλληνες εκτελεσμένοι για κάθε 1 νεκρό Γερμανό, που όριζε ο διαβόητος Βάλτερ Σιμάνα.

Οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής είχαν πληροφορηθεί από τις εφημερίδες που έμπαιναν λαθραία στο Χαϊδάρι την απόφαση του Σιμάνα και ήσαν έτοιμοι. Υπάρχουν πολλές αφηγήσεις για την ήρεμη αποφασιστικότητά τους, όταν άκουσαν τα ονόματά τους στον κατάλογο όσων θα μεταφέρονταν στην Καισαριανή. Όσα από τα τελευταία σημειώματά τους έχουν σωθεί είναι ενδεικτικά:

«Αγαπημένοι μου, ο θάνατός μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ. Σφίξτε τις καρδιές σας. Έτσι θα με τιμήσετε καλύτερα. Με πολλήν αγάπη. Μήτσος». Το σημείωμα που έριξε ο δικηγόρος Μήτσος Ρεμπούτσικας.

«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος. Ν. Μαριακάκης. Γεωπόνος».

«Για το παιδί και τη γυναίκα μου. Κατίνα, Γιωργούλη μου, σας φιλώ με αγάπη. Κώστας Τσιρκάς. Δάσκαλος, Μάρνη 52».

«Πατερούλη, πάω για εκτέλεση. Να είσαι υπερήφανος για τον μονάκριβο γιο σου. Ναπολέων Σουκατζίδης».

«Η κόρη μου η Ρήνα να γίνει δασκάλα. Φιλώ τη γυναίκα μου και το παιδί. Βαγγέλης».

«Έτσι πεθαίνουν οι άξιοι Έλληνες. Ζήτω η λευτεριά. Σπήλιος Αμπελογιάννης».

«Ειδοποιήστε τη χήρα μητέρα μου Κατίνα Αναστασιάδου, οδός Λομβάρδου 2, Αθήναι, ότι πεθαίνω για την Ελλάδα μας. Λευτέρης Αναστασιάδης. Δικηγόρος».

Οι εκτελεσμένοι στην Πελοπόννησο δεν πρόλαβαν να αφήσουν σημείωμα αποχαιρετισμού.

Στις φωτογραφίες της εξεταζόμενης συλλογής, μέχρι στιγμής, φέρεται να έχουν ταυτοποιηθεί (από διαφορετικούς μεταξύ τους ερευνητές) οι εξής τρεις εκτελεσμένοι στην Καισαριανή: Βασίλης Παπαδήμας, Ηλίας Ρίζος, Σπήλιος Αμπελογιάννης.

Αξία και σημασία

Οι φωτογραφίες της συλλογής δίνουν εικόνα και πρόσωπο στις ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος, το φρόνημα και τον πατριωτισμό των Ελλήνων που εκτελέσθηκαν. Είναι ανεκτίμητες.

Οι υπόλοιπες φωτογραφίες είναι επίσης πολύ σημαντικές γιατί επιτρέπουν να πλαισιώσουμε το δράμα της κατεχόμενης Ελλάδας και με το βλέμμα του κατακτητή. Χρειάζεται να μπορούμε να μελετήσουμε πώς διαμορφώνεται αυτή η ματιά, ο τρόπος δηλαδή να βλέπεις τον κόσμο μέσα από μια ρατσιστική, μισαλλόδοξη θεωρία. Ο μηχανισμός προπαγάνδας που έστησε ο Γ. Γκέμπελς αξιοποίησε την αιχμή της τεχνολογίας ενημέρωσης της εποχής του, τον κινηματογράφο και τη φωτογραφία. Η διείσδυση στην καθημερινότητα των στρατιωτών μέσα από τη φωτογραφία – σκηνοθετημένο τεκμήριο της «επιτυχίας» τους, η διάδοση αυτής της «επιτυχίας» με την αποστολή των φωτογραφιών στα μετόπισθεν, η δημιουργία αναμνήσεων με προδιαγραφές που ορίζει ο ναζιστικός μηχανισμός, όλα αυτά μοιάζουν χονδροειδή και αδέξια εργαλεία επιρροής στα δικά μας μάτια, σήμερα. Είναι όμως μελέτη πάνω στη δύναμη της εικόνας, στον πολιτισμό της οποίας ζούμε ακόμη. Είναι ένα μάθημα οπτικού γραμματισμού από το παρελθόν, το οποίο το έχουμε ανάγκη, και ως άσκηση και ως ιστορικό τεκμήριο.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω, η Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς πρότεινε τον χαρακτηρισμό ως μνημείου του συνόλου της συλλογής Τ. de Craene/ H. Heuer, με βάση το άρθρο 20 του ν. 4858/2021 «Κύρωση κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς», εξαιτίας της ιδιαίτερης ιστορικής αξίας της ως τεκμηρίου της διαμόρφωσης αντιλήψεων και στάσεων με εργαλείο την εικόνα, από την πλευρά των προπαγανδιστικών μηχανισμών των στρατευμάτων Κατοχής, στην Ελλάδα, την περίοδο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ειδικώς οι φωτογραφίες που απεικονίζουν τους Έλληνες κρατουμένους αποτελούν εξόχως σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, καθώς δίνουν πρόσωπο στις ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος και τον πατριωτισμό τους, λίγες στιγμές πριν την εκτέλεσή τους.

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ