Μια «νέα κανονικότητα» φαίνεται να παγιώνεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά το τετ-α-τετ του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ερντογάν στο «Λευκό Παλάτι» της Άγκυρας. Η κυβέρνηση, δια των κορυφαίων στελεχών της, προχωρά σε μια θετική αποτίμηση της συνάντησης κορυφής, εστιάζοντας στην αναπάντεχη ρητορική στροφή του Τούρκου Προέδρου προς το Διεθνές Δίκαιο, την ξεκάθαρη διατύπωση των ελληνικών θέσεων χωρίς εκπτώσεις και τη διατήρηση των ανοιχτών διαύλων που αποτρέπουν τις κρίσεις.
Του Κώστα Πασίση
Η επόμενη ημέρα βρίσκει την Αθήνα ικανοποιημένη αλλά σε εγρήγορση… Ο διάλογος συνεχίζεται, οι κόκκινες γραμμές παραμένουν αμετακίνητες, ενώ η προσδοκία είναι πως τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο θα διατηρηθούν, δίνοντας χρόνο στη διπλωματία να ωριμάσει τις συνθήκες για τα επόμενα, πιο δύσκολα βήματα, που έπονται χωρίς όμως κλειδωμένες ημερομηνίες.
Η «υπεραξία» και το Διεθνές Δίκαιο
Κεντρικό σημείο της αποτίμησης του Μαξίμου αποτελεί η στάση του Ταγίπ Ερντογάν. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, χαρακτήρισε ως «τεράστια υπεραξία» για τις διμερείς σχέσεις τη ρητή αναφορά του Τούρκου προέδρου στο Διεθνές Δίκαιο ως βάση επίλυσης των διαφορών. Πρόκειται για μια σημαντική ποιοτική μεταβολή, καθώς η Άγκυρα παραδοσιακά απέφευγε τέτοιες δεσμεύσεις.
Όπως επισημαίνει ο κ. Γεραπετρίτης, «θέλουμε μια κανονική σχέση με την Τουρκία», αναγνωρίζοντας ότι η γεωγραφία είναι αμετάβλητη και η αποσυμπίεση των εντάσεων επιβεβλημένη.
Ωστόσο, η Αθήνα επιμένει να κινείται σε ρεαλιστική βάση, παρά τις φιλοφρονήσεις και τη θερμή υποδοχή του Σουλτάνου.
Παρά το καλό κλίμα και τον μηδενισμό σχεδόν των παραβιάσεων στο Αιγαίο, ο δρόμος για τα «βαριά» ζητήματα είναι ακόμα μακρύς, παρότι δεν υπάρχουν παραβιάσεις στο Αιγαίο (αυτό είναι κάτι χειροπιαστό).
Για το ακανθώδες θέμα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, τη μόνη διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών κατέστησε σαφές πως «δεν έχει έρθει ακόμη η στιγμή να πάμε ένα βήμα μπροστά», καθώς οι απαραίτητες συνθήκες δεν έχουν ωριμάσει.
Να σημειώσουμε ότι παρόμοια θέση εξέφρασε και ο Χακάν Φιντάν ερωτηθείς από δημοσιογράφους για το πως πήγε το ραντεβού των δυο ηγετών.
Αν όχι τώρα, πότε;
Η ελληνική πλευρά τονίζει πως ο διάλογος δεν σημαίνει υποχώρηση. Ο πρωθυπουργός έθεσε με ευθύτητα το ζήτημα του Casus Belli, με το ερώτημα «αν όχι τώρα, πότε;» να χαρακτηρίζεται από τον κ. Γεραπετρίτη ως ειλικρινές και ουσιώδες, και όχι ρητορικό σχήμα λόγου.
Παράλληλα, ζητήματα εθνικής κυριαρχίας παραμένουν, όπως τονίστηκε κατηγορηματικά, εκτός οποιασδήποτε συζήτησης.
Στο ίδιο μήκος κύματος ο Παύλος Μαρινάκης, υπογράμμισε πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε την πάγια ελληνική θέση για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, βασισμένη στη Συνθήκη της Λωζάνης, απαντώντας επί της ουσίας στις αιτιάσεις της άλλης πλευράς.
«Υπεύθυνος πατριωτισμός» vs «Πατριώτες του πληκτρολογίου»
Η συνάντηση της Άγκυρας λειτούργησε και ως απάντηση στην εσωτερική κριτική. Η κυβέρνηση κάνει λόγο για δικαίωση της στρατηγικής του «υπεύθυνου πατριωτισμού», μακριά από «πομπώδεις κορώνες».
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τόνισε πως διαψεύστηκαν όσοι προεξοφλούσαν ενδοτικότητα, ενώ ο Τάσος Χατζηβασιλείου, Γραμματέας Διεθνών Σχέσεων της Νέας Δημοκρατίας σχολίασε σκωπτικά τους φόβους των «ανησυχούντων πατριωτών του πληκτρολογίου».
Ο κ. Χατζηβασιλείου στάθηκε ιδιαίτερα στη «πειθαρχημένη» εικόνα του Ερντογάν, ο οποίος μίλησε από κείμενο και απέφυγε τις προσβολές και τους λεονταρισμούς, γεγονός που πιστοποιεί ότι η διαδικασία επαναπροσέγγισης, που ξεκίνησε το 2023, παραμένει σε τροχιά.
«Όχι» σε μεσολαβητές, «ναι» στη συνεργασία χαμηλής πολιτικής
Πέρα από τα θέματα «υψηλής πολιτικής», το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας παρήγαγε αποτελέσματα στην καθημερινότητα, όπως το εμπόριο, τη μετανάστευση, την πολιτική προστασία και τον πολιτισμό που βρέθηκαν στο επίκεντρο, με την υπογραφή επτά κοινών κειμένων.
Τέλος, η Αθήνα στέλνει και ένα σαφές μήνυμα και προς τρίτους παράγοντες που εστιάζεται στο μότο «τα όποια θέματά μας τα λύνουμε μόνοι μας». Κάτι που συμφωνεί και ο Τούρκος Πρόεδρος


