Μηνύματα αποκλιμάκωσης, χωρίς ωστόσο να κρύβουν τις ουσιαστικές διαφορές που εξακολουθούν να χωρίζουν τις δύο χώρες, έστειλαν Μητσοτάκης και Ερντογάν μετα τη συνάντησή τους, στο πλαίσιο της 6ης συνόδου του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας στην Άγκυρα.
Του Κώστα Πασίση
Η αποστροφή του Έλληνα πρωθυπουργού ότι «είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις», αποτέλεσε την «είδηση» των κοινών δηλώσεων με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από πλευράς πολιτικού διαλόγου.
Με τη φράση αυτή, η Αθήνα υπενθύμισε στην Άγκυρα ότι η εξομάλυνση των σχέσεων δεν μπορεί να είναι πλήρης όσο υφίσταται η απειλή πολέμου σε περίπτωση που η Ελλάδα ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα της στο Αιγαίο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αυτή τη φορά προσδιόρισε τον οδικό χάρτη των «καυτών» πολιτικών ζητημάτων. Η Ελλάδα αναγνωρίζει μία και μόνο διαφορά, την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, η οποία μπορεί να επιλυθεί μόνο βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
«…η μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Μητσοτάκης.
Στον αντίποδα, ο Ταγίπ Ερντογάν, αν και αναγνώρισε πως τα ζητήματα είναι «ακανθώδη», επέμεινε στη δική του ρητορική περί «πακέτου» αλληλένδετων προβλημάτων στο Αιγαίο, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι «δεν είναι άλυτα».
Η «θετική ατζέντα» ως αντίβαρο
Αν και στα εθνικά θέματα, όπως και στο Κυπριακό οι αποστάσεις παραμένουν αγεφύρωτες, στο πεδίο της «χαμηλής πολιτικής» οι δύο ηγέτες πάτησαν γκάζι…
Στην προκειμένη περίπτωση το δεδομένο είναι ότι όσο οι μεγάλες διαφορές παραμένουν ως έχουν στο τραπέζι, η εμβάθυνση της συνεργασίας σε οικονομία και καθημερινότητα μπορεί να λειτουργεί ως «δίχτυ ασφαλείας» και για τις δυο χώρες.
Κεντρικός πυλώνας αυτής της προσέγγισης είναι:
Πρώτον, η «βίζα εξπρές». Η επιτυχία του προγράμματος για τα 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου αναγνωρίστηκε και από τις δύο πλευρές, με την Αθήνα να δεσμεύεται για αίτημα επέκτασης προς την ΕΕ.
Δεύτερον, το εμπορικό ισοζύγιο, όπου εδώ ο πήχης τέθηκε ψηλά, στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια, με έμφαση στις επενδύσεις και την αναβάθμιση των συνοριακών υποδομών.
Τρίτον, η πολιτική προστασία, που στο παρελθόν λειτούργησε πυροσβεστικά … Η κλιματική κρίση φαίνεται ότι φέρνει τις δύο χώρες πιο κοντά, δημιουργώντας ένα μοντέλο περιφερειακής συνεργασίας.
Θετικά είναι τα νέα για το μεταναστευτικό όπου επίσης υπάρχει καλή χημεία… «Οι ροές στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί, μόλις τον τελευταίο χρόνο, κατά σχεδόν 60%. Είναι το αποτέλεσμα της συστηματικής φύλαξης των χερσαίων και των θαλασσίων συνόρων αλλά και του βελτιωμένου συντονισμού μεταξύ των δύο χωρών», επεσήμανε ο ‘Ελληνας πρωθυπουργός.
Ωστόσο, η δημόσια αντιπαράθεση για τις μειονότητες δεν αποφεύχθηκε. Ο Τούρκος πρόεδρος έκανε λόγο για «τουρκική μειονότητα», για να λάβει την άμεση απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος επικαλέστηκε τη συνθήκη της Λωζάνης, ξεκαθαρίζοντας ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική.
Το βλέμμα στη Συρία και τη Γάζα
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκλιση στο ζήτημα της Συρίας. Αθήνα και Άγκυρα συμφωνούν στην ανάγκη σταθερότητας και ανοικοδόμησης της χώρας, καθώς αυτό αποτελεί το «κλειδί» για την επιστροφή των προσφύγων, ένα ζήτημα που «καίει» και τις δύο πρωτεύουσες.
Όσον αφορά τη Μέση Ανατολή, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις , υπήρξε κοινός τόπος στην υποστήριξη της λύσης των δύο κρατών και την καταδίκη των επεκτατικών τάσεων στη Δυτική οχθη.
Να σημειώσουμε ότι ο κ. Μητσοτάκης στο τέλος της τοποθέτησης του προσκάλεσε εκ νέου τον Τούρκο πρόεδρο να επισκεφθεί την Αθήνα, μια κίνηση που δείχνει ότι οι σχέσεις των δυο χώρων σταδιακά βελτιώνονται, όπως φάνηκε και από τη θερμή υποδοχή που επεφύλαξαν οι γείτονες στην Ελληνική αντιπροσωπεία.
Μετα το τέλος της συνάντησης κυβερνητικές πηγές έλεγαν ότι έγινε σε πολύ θετικό κλίμα, το καλύτερο μέχρι σήμερα. Συζητήθηκαν όλα τα ανοικτά ζητήματα και οι δυο ηγέτες συμφώνησαν να κρατήσουν ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας και κατ’ επέκταση τα ήρεμα νερά στο Αιγαίο.
Σε αυτό το πλαίσιο οι ίδιες πηγές επεσήμαναν ότι η εξέλιξη αυτή δικαιώνει και την επιλογή Μητσοτάκη να ταξιδέψει στην Άγκυρα.


