18.2 C
Athens

Συνταγματική Αναθεώρηση: Από το πελατειακό κράτος στο θεσμικό κράτος – Γράφει η Μαρία Συρεγγέλα

Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν αποτελεί απλώς μια θεσμική διαδικασία ρουτίνας. Είναι μια κορυφαία πολιτική και ιστορική στιγμή να δώσουμε μάχη και να νικήσουμε τον «κακό μας εαυτό». Είναι μια ευκαιρία να κλείσουμε τους ανοιχτούς λογαριασμούς που έχουμε με τις παθογένειες που τη συνοδεύουν από τη γέννηση του ελληνικού κράτους. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι αναγκαία η συνεννόηση και  η συναίνεση του πολιτικού μας συστήματος.

Της Μαρίας Συρεγγέλα*

Από το 2019, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο τιμόνι προχωράει μπροστά με πλήθος μεταρρυθμίσεων που αλλάζουν διαρκώς την Ελλάδα. Το gov.gr, το ψηφιακό κτηματολόγιο, η αξιολόγηση στο δημόσιο, τα μη κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια και πολλά άλλα συνιστούν βήματα προς ένα πιο αποτελεσματικό και σύγχρονο κράτος.

Ωστόσο, πολλές από τις αλλαγές δεν έχουν ακόμα συνταγματικό αποτύπωμα. Όσο, λοιπόν, παραμένουν σε επίπεδο νόμων ή διοικητικών πρακτικών, εξακολουθούν να είναι και ευάλωτες. Μια διαφορετική πολιτική συγκυρία θα μπορούσε να τις ανατρέψει. Εκεί ακριβώς έρχεται ο ρόλος της Συνταγματικής Αναθεώρησης: Να μετατρέψει τον εκσυγχρονισμό από πολιτική επιλογή σε θεσμική σταθερά.

Ορισμένα από τα θέματα που θα τεθούν στη δημόσια συζήτηση αγγίζουν τον πυρήνα της λειτουργίας του κράτους. Η σύνδεση της μονιμότητας με την αξιολόγηση στο Δημόσιο είναι ένα ζήτημα που παλιά φοβόμασταν να αγγίξουμε. Έχοντας υπηρετήσει και η ίδια ως δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Εσωτερικών γνωρίζω από πρώτο χέρι πως σήμερα είναι θέμα λογοδοσίας και αποτελεσματικότητας. Η αναμόρφωση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών απασχόλησε από το 2023 την κοινή γνώμη και την πολιτική σκηνή. Πρέπει επιτέλους να μεταφερθεί το βάρος της ποινικής δίωξης από τη Βουλή στην καθ’ ύλην αρμόδια Δικαιοσύνη με γνώμονα πρώτα από όλα τη διάκριση των εξουσιών. Αυτά ακολουθούν επίσης η διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας, η διαχείριση της τεχνητής νοημοσύνης και η λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης όπως ορίζεται στο Άρθρο 16.

Κανένα από αυτά τα θέματα δεν είναι «ουδέτερο». Όλα αγγίζουν ιδεολογικές ευαισθησίες, ιστορικές μνήμες και πολιτικές ισορροπίες. Γι’ αυτό και η αναθεώρηση δεν μπορεί να γίνει με όρους πλειοψηφικής επιβολής. Το Σύνταγμα του 1975, το οποίο ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του εθνάρχη Κωνσταντίνου Καραμανλή, αποτελούσε ένα από τα αρτιότερα και τα πιο δημοκρατικά συντάγματα της εποχής. Τότε τα κόμματα της αντιπολίτευσης του γύρισαν την πλάτη αποκαλώντας το αντιδημοκρατικό και αυταρχικό.

Σήμερα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν χρέος να κοιτάξουν μπροστά, για το καλό της Ελλάδας και να λειτουργήσουν αντίστοιχα. Όπως έκανε άλλωστε και η Νέα Δημοκρατία από την ίδρυσή της με αποκορύφωμα το 2015, όταν προκειμένου να σωθεί η χώρα και να μείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίξαμε την τότε κυβέρνηση αψηφώντας τις επιπτώσεις που θα είχε αυτό στις εκλογές.

Σε τελική ανάλυση, η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν είναι μια σύγκρουση κομμάτων· είναι μια δοκιμασία ωριμότητας για τη Δημοκρατία μας. Είναι η στιγμή να αποδείξουμε ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε τις αγκυλώσεις, τις φοβίες και τις μικροκομματικές σκοπιμότητες που για δεκαετίες κρατούσαν τη χώρα πίσω. Οι μεγάλες αλλαγές δεν γίνονται με φωνές, αλλά με ευθύνη και θεσμικές τομές.

Το 2030 δεν πρέπει να μας βρει απλώς να γιορτάζουμε την ιστορική επέτειο της ίδρυσης του ελληνικού κράτους. Πρέπει να μας βρει με ένα κράτος πιο δίκαιο, πιο σύγχρονο και πιο αξιόπιστο. Με ένα Σύνταγμα που θα αντανακλά τις ανάγκες της εποχής μας και όχι τους φόβους του παρελθόντος.

*Η Μαρία Συρεγγέλα είναι Βουλευτής του Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών ΝΔ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ