20.2 C
Athens

Καθηγητής Δημογραφίας: Ο πληθυσμός των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία θα συνεχίσει να μειώνεται

Είναι δυνατόν να αυξηθούν οι γεννήσεις και η γονιμότητα των γενεών τις επόμενες δεκαετίες στην Ελλάδα; Σε αυτό το ερώτημα απαντούν στοιχεία έρευνας του Βύρωνα Κοτζαμάνη, καθ. (αφ.) Δημογραφίας στο Παν. Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του ψηφιακού δελτίου PopNews του ΙΔΕΜ.

Η μείωση των γεννήσεων στη χώρα μας, σύμφωνα με τον καθηγητή, μια μείωση που μεταπολεμικά ξεκίνησε το 1980 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με διαφορετικούς ρυθμούς ανά περίοδο, οφείλεται στην ταχύτατη μείωση της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1960, του αριθμού δηλ. των παιδιών που αυτές απέκτησαν (2 όσες γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950, λιγότερα από 1,5 όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985). Ο περιορισμός του αριθμού των παιδιών των διαδοχικών γενεών που ξεκίνησε πριν από δυο αιώνες στις περισσότερες χώρες δεν αφορά φυσικά μόνον την Ελλάδα. Στο σύνολο όμως σχεδόν των χωρών της Δυτικής και Βορείου Ευρώπης η πτώση της γονιμότητας ανακόπηκε προσωρινά στις γενεές του μεσοπολέμου, γεγονός που αποτυπώθηκε και στη μεγάλη αύξηση των γεννήσεων τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες (baby boom), για να συνεχισθεί στις επόμενες γενεές. Αυτό που διαφοροποιεί δε την Ελλάδα από πολλές από τις χώρες αυτές είναι ότι: α) Η μείωση του αριθμού των παιδιών που έφεραν στον κόσμο τα ζευγάρια συνεχίζεται σχεδόν χωρίς ανακοπή από τις γενεές που γεννήθηκαν μετά τα μέσα του 18ου αιώνα και β) ο αριθμός των παιδιών που φέρνουν στον κόσμο οι νεότερες γενεές στη χώρα μας απέχει σημαντικά από αυτόν που επιθυμούν. Το «χάσμα» αυτό της γονιμότητας αποκαλύπτει ένα ανεκμετάλλευτο αναπαραγωγικό δυναμικό, αναδεικνύει τους οικονομικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την υλοποίηση των επιθυμιών για τεκνοποίηση και, προφανώς, αποτυπώνεται και στις γεννήσεις. Η επιτάχυνση δε της μείωσης των γεννήσεων μετά το 2006 από 117 χιλ. το 2007-08 σε λιγότερες σε 65,5 χιλ. το 2025 (-52 χιλ. και -44,5% αντίστοιχα) σύμφωνα με τον ίδιο, οφείλεται και στη συρρίκνωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών από τις οποίες προέρχονται τα τελευταία χρόνια σχεδόν οι 9 από τις 10 γεννήσεις. Ο πληθυσμός των γυναικών της ομάδας αυτής μειώθηκε κατά 27% ανάμεσα στο 2007 και το 2025, εξαιτίας κυρίως της μετά το 1980 κατάρρευσης των γεννήσεων και, δευτερευόντως, εξαιτίας της μαζικής φυγής στο εξωτερικό μετά το 2010 ατόμων των ιδίων ηλικιακών ομάδων.

Οφείλουμε όμως να σημειώσουμε, τονίζει ο κ. Κοτζαμάνης, ότι οι μετά το 1960 γενεές εκτός του ότι αποκτούν όλο και λίγο λιγότερα παιδιά, τα αποκτούν και σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία (26 έτη όσες γεννήθηκαν το 1960, 31,5 όσες γεννήθηκαν το 1985). Έτσι το ποσοστό των γεννήσεων από μητέρες μικρότερες των 25 ετών από 28% το 1960 έχει μειωθεί στο 10,4% σήμερα, ενώ αυτό των 40 και άνω από 3,8% το 1960 και 1,8-1,9% το 1980-2000 αυξήθηκε στο 10,7% το 2023-24. Η μείωση δε της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και μετέπειτα συνδυάζεται και με την προοδευτική αύξηση των γυναικών/ζευγαριών που δεν αποκτούν παιδιά (των ποσοστών δηλαδή ατεκνίας) που από 13-14% στις γενεές του 1960 εγγίζει στο 24% στις γενεές που γεννήθηκαν γύρω από το 1985. Η αύξηση των ποσοστών αυτών σε συνδυασμό με την συνεχή μικρή μείωση των πιθανοτήτων όσων απέκτησαν ένα πρώτο παιδί να κάνουν ένα δεύτερο και όσων έχουν κάνει ένα δεύτερο να κάνουν ένα τρίτο, οδήγησε και στον σημαντικό περιορισμό στη χώρα μας του πλήθους των γυναικών με 3 παιδιά και άνω (από 300 στις 1.000 γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1955-60, σε 130-140 στις 1.000 γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985).

Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, κατά τον κ. Κοτζαμάνη, «η επάνοδος των γεννήσεων τις επόμενες δεκαετίες στα επίπεδα του 2011-2020 (92 χιλ. γεννήσεις ετησίως κατά μέσο όρο) είναι ανέφικτη καθώς ο πληθυσμός των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία, αν το μεταναστευτικό ισοζύγιο στις ηλικίες 25-44 ετών (είσοδοι-έξοδοι από τη χώρα μας) είναι μηδενικό, θα συνεχίσει να μειώνεται. Η συνεχής αυτή μείωση δεν θα επιτρέψει στις γεννήσεις να επανέλθουν στα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας, ακόμη και αν στο μέλλον οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας αυξηθούν, αν δηλαδή οι γενεές που βρεθούν σε ηλικία απόκτησης παιδιού αρχίσουν να αποκτούν προοδευτικά όλο και λίγο περισσότερα παιδιά από αυτά που έκαναν οι γονείς τους και σταματήσουν ταυτόχρονα να τεκνοποιούν σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία. Μιλώντας δε ο ίδιος στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναφέρει ότι παρόλα αυτά, αν η επιστροφή των γεννήσεων στα επίπεδα του 2011-20 δεν είναι εφικτή, η επιβράδυνση της μείωσής τους και, στη συνέχεια, η προοδευτική αύξησή τους από το χαμηλότερο επίπεδο που θα φθάσουν δεν είναι ανέφικτη. Αυτό προϋποθέτει όχι μόνον μια θετική μεταναστευτική ζυγαριά στις αναπαραγωγικές ηλικίες (ζυγαριά που θα επιβραδύνει την μείωση των του πλήθους των 25-45 ετών), άλλα, κυρίως, την αύξηση του αριθμού των παιδιών από 1,45 στις γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω από το 1985 στα 1,7-1,8 σε αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη του 2010. Απαιτεί επομένως το κλείσιμο της ψαλίδας ανάμεσα στην επιθυμητή και την πραγματώμενη γονιμότητα με την δημιουργία και στη χώρα μας και ενός εξαιρετικά ευνοϊκού περιβάλλοντος για την οικογένεια και το παιδί. Η δημιουργία του περιβάλλοντος αυτού προϋποθέτει κυρίως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μέτρα που δεν θα στοχεύουν άμεσα τις αναπαραγωγικές συμπεριφορές, αλλά κυρίως τις ευρύτερες συνθήκες που τις επηρεάζουν έμμεσα. Απαιτεί μεταρρυθμίσεις και μέτρα που δεν θα αλλάξουν μεν ριζικά τις υφιστάμενες τάσεις βραχυπρόθεσμα αλλά σε βάθος χρόνου, και, ταυτόχρονα μια πολιτική που θα λαμβάνει υπόψη αφενός μεν το σύνολο των συνιστωσών που επηρεάζουν τις δημογραφικές μας εξελίξεις, έχοντας σαν δεδομένο ότι οι συνιστώσες αυτές (θνησιμότητα, γονιμότητα, μετανάστευση -εσωτερική και εξωτερική-) δεν “λειτουργούν” αυτόνομα, συνδέονται με αμφίδρομες σχέσεις, επηρεάζονται από, και, ταυτόχρονα επηρεάζουν, πλήθος εξωγενών της δημογραφίας μεταβλητών (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές, κ.ά»

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ