Στην Άγκυρα στρέφεται ξανά το βλέμμα της Αθήνας, καθώς την ερχόμενη Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου έχει «κλειδώσει» η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν, στο πλαίσιο του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας.
Του Κώστα Πασίση
Η κυβέρνηση πάντως χαμηλώνει εξαρχής τις προσδοκίες ως προς τα «μεγάλα» ανοιχτά μέτωπα, επιμένοντας όμως ότι η ίδια η συνέχιση της επαφής στο ανώτατο επίπεδο αποτελεί πολιτικό κέρδος σε μια περίοδο διεθνούς αστάθειας.
Άλλωστε, όπως τόνισε ο Παύλος Μαρινάκης, το αναλυτικό πρόγραμμα και η ατζέντα θα ανακοινωθούν από το υπουργείο Εξωτερικών, με την ελληνική πλευρά να προσέρχεται «με πίστη και αυτοπεποίθηση στον διάλογο», λαμβάνοντας υπόψη το Διεθνές Δίκαιο και χωρίς καμία απολύτως διάθεση υποχώρησης.
Οι επιδιώξεις της κυβέρνησης για το επικείμενο νέο ραντεβού Μητσοτάκη – Ερντογάν, κινούνται σε τρεις κατευθύνσεις.
Πρώτον, να «ασφαλίσει» τη συνέχεια του κλίματος ηρεμίας στο πεδίο, με λιγότερους κινδύνους για υψηλούς κυματισμούς στο Αιγαίο ακόμη και για «θερμό» επεισόδιο από κάποιο ατύχημα…
Η ελληνική εκτίμηση είναι πως όσο υπάρχουν ανοικτοί δίαυλοι και «μηχανισμοί» επικοινωνίας, μειώνεται η πιθανότητα μιας κρίσης που θα συμπαρασύρει οικονομία, τουρισμό και ευρύτερες συμμαχίες.
Γι’ αυτό και το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας αντιμετωπίζεται ως ένα κρίσιμο και χρήσιμο εργαλείο καθώς είναι ένας «μηχανισμός» υψηλού επιπέδου με συμμετοχή των ηγεσιών και βασικών υπουργών, με στόχο την πολιτική συνεννόηση, την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και την προώθηση συγκεκριμένων τομέων συνεργασίας.
Δεύτερον, η Ελλάδα θέλει να «κλειδώσει» τη θετική ατζέντα της χαμηλής πολιτικής, εκεί δηλαδή όπου μπορούν να υπάρξουν χειροπιαστά αποτελέσματα χωρίς να «πειραχτούν» οι κόκκινες γραμμές.
Στο ελληνικό αφήγημα, τα κεκτημένα των τελευταίων ετών δεν είναι καθόλου αμελητέα… Αντίθετα – όπως επισημαίνεται – υπάρχει καλύτερη συνεννόηση στο μεταναστευτικό, ενίσχυση των εμπορικών και τουριστικών ροών και πρωτοβουλίες που φέρνουν πιο κοντά τους πολίτες των δυο χωρών.
Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί η visa express για Τούρκους πολίτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Αιγαίου, πρόγραμμα που έχει πάρει «πράσινο φως» σε ευρωπαϊκό επίπεδο και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, Κάλυμνο, Καστελόριζο, Κω, Λέσβο, Λέρο, Λήμνο, Ρόδο, Σάμο, Σύμη, Χίο, καθώς και Πάτμο και Σαμοθράκη.
Τρίτον, η Αθήνα θέλει να επαναβεβαιώσει το πλαίσιο διαλόγου. Δηλαδή συζητά τη μία και μόνη διαφορά που είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας – ΑΟΖ και φυσικά δε γίνεται κουβέντα περί κυριαρχίας.
Σε αυτό το σημείο έρχεται να «κουμπώσει» και το τελευταίο μήνυμα του πρωθυπουργού, ο οποίος σε συνέντευξη του στον αρχισυντάκτη του περιοδικού «Foreign Policy», ξεκαθάρισε ότι η ατζέντα δεν «εμπλουτίζεται» πέρα από το συγκεκριμένο αντικείμενο.
Υπογράμμισε ότι τα τελευταία χρόνια έγινε συνειδητή προσπάθεια αποκλιμάκωσης, ώστε να διαμορφωθεί μια λειτουργική σχέση σε επιμέρους ζητήματα ακόμη κι αν το βασικό πρόβλημα παραμένει άλυτο επί δεκαετίες, ενώ εκτίμησε ότι σήμερα δεν διακρίνει σημαντικό κίνδυνο κλιμάκωσης.
Όλα αυτά παράλληλα αποτελούν και μια έμμεση αλλά σαφή απάντηση και στην αιχμηρή έως δηλητηριώδη κριτική των δυο πρώην πρωθυπουργών Καραμανλή – Σαμαρά για τους χειρισμούς της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά.
Η ελληνική απάντηση στον τουρκικό αναθεωρητισμό
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη λειτουργική σχέση που θέλει η Αθήνα «τορπιλίζεται» ήδη από την τουρκική αντίδραση στις πρόσφατες δηλώσεις Μητσοτάκη για το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια.
Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις σχετικές τοποθετήσεις και επανέφερε τη ρητορική της «Γαλάζιας Πατρίδας», προειδοποιώντας ότι η Τουρκία δεν δέχεται «μονομερείς ενέργειες» στο Αιγαίο.
Η Αθήνα, μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου, επιχειρεί να «αποσυμπιέσει» το επεισόδιο, κρατώντας από την ανακοίνωση της Άγκυρας την επίκληση του «Διεθνούς Δικαίου», αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε την αντίφαση, λέγοντας ότι δεν μπορεί, να συνυπάρχουν επίκληση της διεθνούς νομιμότητας με δόγματα τύπου «Γαλάζια Πατρίδα» και θεωρίες «γκρίζων ζωνών».


