Θουκυδίδης ο Ολόρου. Περίπου 460 π.Χ. – περίπου 398 π.Χ. Αθηναίος στρατηγός και αρχαίος Ελληνας ιστορικός, που συνέγραψε την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου. Θρακικής καταγωγής, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον δήμο Αλιμούντα της αρχαίας Αθήνας. Το έργο του, έθεσε τα θεμέλια της επιστημονικής ιστοριογραφίας και αποτελεί την πρώτη στο είδος της αυστηρά ιστορική συγγραφή.
Γράφει η Αγγελική Κώττη
Αν και γεννημένος περισσότερο από 2400 χρόνια πριν, ο μεγάλος αυτός ιστορικός είναι επίκαιρος- δυναμικά και τραγικά θα έλεγε κανείς- στην εποχή μας. Ολες οι εποχές έχουν κοινά στοιχεία και δεν είναι παράξενο που καταστάσεις μίας εμφανίζονται σε άλλη. Προσοχή όμως στην ερμηνεία. Διότι στο βάθος κάθε κατάστασης υποκρύπτεται το μέγα μήνυμα. Που δεν είναι κατ’ ανάγκην αυτό που φαίνεται.
Ας πάμε πίσω στο 416 π.Χ.. Ενώ ακόμα διαρκούσε η Νικίειος Ειρήνη, που είχαν υπογράψει Αθηναίοι και Σπαρτιάτες, οι πρώτοι επιχείρησαν να εκβιάσουν τους Μηλίους να μπουν στην Αθηναϊκή Συμμαχία, μολονότι οι Μήλιοι είχαν δωρική καταγωγή (άρα συγγένευαν με τους Σπαρτιάτες) και είχαν ως τότε μείνει ουδέτεροι στη μεγάλη σύγκρουση, που είναι γνωστή ως Πελοποννησιακός Πόλεμος (431-404 π.Χ.).
Ο Πελοποννησιακός, ήταν πόλεμος αδελφοκτόνος και συνέβαλε στην παρακμή των ελληνικών πόλεων. Πλην, τότε ουδείς το είχε σκεφτεί. Τον ξεκίνησαν οι Σπαρτιάτες νίκησαν, όμως κανείς δεν ωφελήθηκε. Ούτε οι νικητές, ούτε οι Αθηναίοι.
Σύμφωνα με την εισαγωγή στο ιστορικό γεγονός που έκανε ο Φ. Κ. Βώρος σε σχετική μελέτη του, εμφανίστηκαν, λοιπόν, οι Αθηναίοι τον Μάρτιο του 416 π.Χ., με ναυτική και πεζική δύναμη πολλαπλάσια από εκείνη που μπορούσαν να αντιπαρατάξουν οι Μήλιοι και με την απειλή της βίας ζητούσαν να διαπραγματευτούν «εκούσια» προσχώρηση της Μήλου στην αθηναϊκή «συμμαχία». Τις «διαπραγματεύσεις» που ακολούθησαν, ή μάλλον μια συγκεκριμένη φάση τους, έχει αφηγηθεί ο Θουκυδίδης και το σχετικό τμήμα της Ξυγγραφής (βιβλίο 5ο κεφ. 84-116) είναι γνωστό ως διάλογος Μηλίων και Αθηναίων.
«Οι λόγοι των Αθηναίων στην περίοδο αυτή έχουν αποτελέσει κλασικό δείγμα πολιτικού κυνισμού σε επίπεδο διεθνών σχέσεων. Είναι περίπτωση όπου η δύναμη (Αθηναίοι) ποδοπατεί την έννοια της δικαιοσύνης που την επικαλείται η αδύναμη πλευρά (οι Μήλιοι).
Όταν οι «διαπραγματεύσεις» απέτυχαν, γιατί οι Μήλιοι επέμεναν να μείνουν ανεξάρτητοι και ουδέτεροι στο μικρό νησί τους, οι Αθηναίοι τους πολιόρκησαν, τους νίκησαν και για τιμωρία: όλους τους άρρενες τους έσφαξαν, όλα τα γυναικόπαιδα τα πούλησαν ως δούλους και στην έρημη πια Μήλο εγκατέστησαν 500 Αθηναίους κληρούχους!» σχολιάζει ο μελετητής.
Αν και ο Θουκυδίδης ποτέ δεν παίρνει θέση, κατά την παράθεση των απόψεων των δυο πλευρών, ακούγεται ο κυνικός λόγος του επικυρίαρχου, δηλαδή των συμπατριωτών του. Οι άνθρωποι που είχαν απέναντί τους, ωστόσο, δεν είχαν σκοπό να υποχωρήσουν και είπαν: «Αν εσείς για να μη χάσετε την ηγεμονία σας, κι οι υπήκοοί σας για να απαλλαγούν από αυτήν αψηφάτε τόσους κινδύνους, φανερό πως εμείς, που είμαστε ακόμη ελεύθεροι, θα δείχναμε μεγάλη ευτέλεια και δειλία, αν δεν κάναμε το παν προτού γίνουμε δούλοι.»
Και τότε οι Αθηναίοι λένε τα φοβερά λόγια: «Όχι, αν αποφασίσετε συνετά. Γιατί δεν αγωνίζεστε με ίσους όρους για να δείξετε την ανδρεία σας, δηλαδή για να μην ντροπιαστείτε. Πιο πολύ πρόκειται να αποφασίσετε για τη σωτηρία σας, δηλαδή για το να μην αντιστέκεστε στους πολύ πιο δυνατούς σας.»
Γενναία η απάντηση των Μηλίων: «Ξέρουμε όμως πως καμιά φορά οι τύχες του πολέμου κρίνονται πιο δίκαια, κι όχι ανάλογα με τη διαφορά σε πλήθος ανάμεσα στους δυο αντιπάλους. Και σε μας η άμεση υποχώρηση δε δίνει καμιά ελπίδα, ενώ με το να αγωνιστούμε υπάρχει ακόμη ελπίδα να μείνουμε όρθιοι.»
Για να λάβουν την απάντηση πως, περίπου, είναι άφρονες «γιατί όσοι στους ίσους δεν υποχωρούν, στους δυνατότερους φέρνονται φρόνιμα και στους κατώτερους δείχνονται μετριοπαθείς, αυτοί πιο πολύ προκόβουν.»
Η συνέχεια είναι γνωστή, όπως είπαμε η Μήλος αφανίστηκε και οι κάτοικοί της εξανδραποδίστηκαν.
Επανερχόμαστε στο παρόν και σημειώνουμε πως και ο πρωθυπουργός του Καναδά στο Νταβός και ο στενός συνεργάτης του Τραμπ, Στιβεν Μίλερ, αναφέρθηκαν πολύ πρόσφατα σε αυτό τον διάσημο διάλογο. Αντικείμενο των αναφορών η κατάσταση με τη Γροιλανδία.
Η νησιωτική αυτή χώρα δεν είναι νέο αντικείμενο αμερικανικού ενδιαφέροντος. Από τον 19ο αιώνα έως τον Ψυχρό Πόλεμο, οι ΗΠΑ επιδίωξαν – ανεπιτυχώς – την αγορά της από τη Δανία. Το 1951, όμως, πέτυχαν κάτι σημαντικότερο: μια αμυντική συμφωνία που τους παρείχε απεριόριστη στρατιωτική πρόσβαση στο νησί, χωρίς να διαρρήξουν τις συμμαχίες τους.
Αυτό, τονίζει ο αναλυτής του CNN, είναι το μάθημα του Θουκυδίδη στη σύγχρονη εκδοχή του. Η Ουάσινγκτον απέκτησε ό,τι χρειαζόταν όχι μέσω εξαναγκασμού, αλλά μέσω συναίνεσης – και τελικά κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο.
Και έχει άδικο. Καμία συναίνεση δεν έδειξαν οι ΗΠΑ. Πάντοτε με το «δίκιο του ισχυρού» προχωρούσαν. Χωρίς, δηλαδή την κατ’ ανάγκην υποταγή των αδυνάτων.
Αυτό που μας διδάσκει ο Θουκυδίδης είναι σαφές, το δίκαιο χωρίς ισχύ δεν αρκεί. Οι Μήλιοι πίστεψαν στη δικαιοσύνη των θεών και στην αρωγή των συμμάχων αλλά οι θεοί σιώπησαν και οι σύμμαχοι δεν ήρθαν. Μιλάμε για εφαρμογή της «ρεαλπολιτίκ»; Σε καμία περίπτωση. Ο Θουκυδίδης δεν προσφέρεται για εύκολες «αναγνώσεις». Δεν είναι κυνικός. Επομένως, θα πρέπει να αναζητήσουμε άλλες ερμηνείες.
Σύμφωνα με τον αείμνηστο Παναγιώτη Κονδύλη, ο ρεαλισμός του Θουκυδίδη δεν είναι προτροπή στον κυνισμό είναι προειδοποίηση απέναντι στην αφέλεια και τις ουτοπικές θεωρήσεις. Ο Διάλογος των Αθηναίων και Μηλίων δεν είναι απλώς ιστορικό επεισόδιο· είναι καθρέφτης της ανθρώπινης φύσης και της πολιτικής αιωνιότητας. Από την ωμότητα των Αθηναίων και την αξιοπρέπεια των Μηλίων, ο Θουκυδίδης καταδεικνύει εμφατικά ότι, το δίκαιο και η ισχύς δεν είναι αντίθετες έννοιες, είναι η όψεις μιας αέναης ισορροπίας που κάθε πολιτεία οφείλει να διατηρεί.
Βεβαίως και για τον Κονδύλη, ο κόσμος δεν κινείται από ηθικούς κανόνες αλλά από ισορροπίες δυνάμεων. Όμως, αμφότεροι γνωρίζουν ότι η δύναμη χωρίς μέτρο και αυτογνωσία καταλήγει σε αυτοκαταστροφή. Είναι αναγκαία η ισχύς που καθιστά το δίκαιο αποτελεσματικό, η οποία, όμως στηρίζεται στην εθνική αυτογνωσία και στην ηθική. Υπό αυτή την έννοια, η επιθετικότητα είναι απευκταία. Επίσης, η ισχύς δεν είναι αυτοσκοπός, είναι προϋπόθεση ελευθερίας. Υπάρχουν, επομένως, αυτ-περιορισμοί και φραγμοί.
Ο διάλογος Μηλίων και Αθηναίων, είναι ο πυρήνας της επιστημονικής μελέτης των διεθνών σχέσεων. Ο Θουκυδίδης, μέγας ιστορικός και πατέρας της Γεωπολιτικής Σκέψης αφιέρωσε σε αυτόν ένα από τα συγκλονιστικότερα κεφάλαια του έργου του, που αποτελεί ένα από τα πλέον σημαντικά φιλοσοφικά κείμενα της ανθρώπινης σκέψης. Πρόκειται για μια διαχρονική παραβολή για τη σχέση ισχύος και δικαίου, όπως σημειώνει ο καθηγητής Παναγιώτης Ηφαιστος. Αποτελεί την κορύφωση του ηθικού και πολιτικού δράματος της αθηναϊκής ηγεμονίας.
«Ο Θουκυδίδης, με παγερή αντικειμενικότητα, δεν σχολιάζει ούτε συναισθηματοποιεί τα ιστορικά γεγονότα. Αφήνει τη σύγκρουση των λόγων να μιλήσει για την αιώνια αλήθεια των ανθρώπινων σχέσεων βάσει της οποίας όταν η ισχύς δεν συγκρατείται από το δίκαιο, οδηγεί νομοτελειακά στην ύβρη και τελικά στην πτώση» σημειώνει.
Ο ιστορικός στο έργο του «υπερβαίνει την εποχή του θέτοντας τη βάση της γεωπολιτικής σκέψης. Είναι ο πατέρας του πολιτικού ρεαλισμού δηλαδή, της αντίληψης ότι, η διεθνής πολιτική δεν διέπετε από ηθικούς νόμους αλλά από σχέσεις ισχύος. Ο Θουκυδίδης στο έργο του αφήνει μια προειδοποίηση προς τις επόμενες γενιές ότι, η ηθική και η ισχύς, όσο αντίρροπες κι αν φαίνονται ως έννοιες, παραμένουν αλληλένδετες – διότι η ισχύς χωρίς ηθικό μέτρο οδηγεί κάτοχό της στην αυτοκαταστροφή.»
Η σύγκρουση Αθηναίων και Μηλιων δεν είναι απλά μια πολιτικοστρατιωτική σύγκρουση αλλά είναι μια σύγκρουση δυο βιοθεωριών όπου οι Μήλιοι «πιστεύουν σε έναν κόσμο κανόνων και θεϊκής δικαιοσύνης και οι Αθηναίοι σε έναν κόσμο αναγκών και ισχύος. Στην περίπτωση αυτή έχουμε επί της ουσίας μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο αντιλήψεις του ανθρώπου όπου η μια θέλει τον άνθρωπο ως φορέα ηθικής και η άλλη τον άνθρωπο ως φορέας δύναμης.
Στην ως άνω αντιπαράθεση ο Θουκυδίδης δεν προσφέρει λύση αφήνει τη σύγκρουση να εκτυλιχθεί τραγικά. Οι Μήλιοι μένουν πιστοί στις αξίες τους και καταστρέφονται, οι Αθηναίοι επικρατούν, αλλά η υπέρμετρη ισχύς τους οδηγεί λίγα χρόνια αργότερα στην καταστροφή της Σικελίας και στην ίδια τους την ήττα. Η ύβρις της αλαζονείας βρίσκει πάντοτε τη νέμεσή της.
Ο Θουκυδίδης στο έργο του σε καμία των περιπτώσεων δεν παίζει τον ρόλο του απολογητή της βίας αλλά είναι ένας παρατηρητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κανόνων της. Το έργο του στρέφεται πέριξ της θεώρησης ότι, η ισχύς είναι μεν φυσική δύναμη αλλά η υπέρβαση της ηθικής οδηγεί σε καταστροφή.»
Ο Σπύρος Κουτρούλης αναφέρει πως ο διάλογος Αθηναίων-Μηλίων «και η σφαγή στη συνέχεια από τους Αθηναίους όλων των ενήλικων Μηλίων, δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον Καστοριάδη. Ιστορικά, η Αθηναϊκή Δημοκρατία αποτελεί την πρώτη αυτόνομη κοινότητα που αυτοθεσμίζεται. Αποτελεί για αυτόν το «σπέρμα» –όχι το πρότυπο που πρέπει να αντιγράψουμε με θρησκευτική ευλάβεια– για την κοινωνική αναδημιουργία. Γι’ αυτό και τα ερωτήματα για το φοβερό έγκλημα που διέπραξαν οι Αθηναίοι –ένα από τα πρώτα μαζικά πολιτικά εγκλήματα που έχουν καταγραφεί από χέρι ιστορικού– είναι περισσότερο επιτακτικά και δραματικά συγχρόνως: γιατί μία κοινότητα ανθρώπων, που δημιουργεί η ίδια τους θεσμούς της, αυτοδιευθύνεται και κυβερνάται με άμεσο και γνήσιο τρόπο, αναπτύσσει τον δημόσιο χώρο, τον ανοικτό και απροϋπόθετο διάλογο, καταλήγει σε μια πράξη ειδεχθούς βαρβαρότητας;
Πρόκειται για λόγους που ανάγονται στον χαρακτήρα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που η ανθρωπιστική δημοκρατική της ιδεολογία δεν εμπόδισε διόλου, ή η ίδια η ανθρώπινη φύση, υπό ορισμένες προυποθέσεις, μπορεί, ανεξάρτητα από το πολιτικό καθεστώς που κυριαρχεί και τις αξίες που το διέπουν, να προβαίνει σε πράξεις βαρβαρότητας, «πέραν του καλού και του κακού»; Το δίκαιο μπορεί να γίνει αποδεκτό από κάθε λογικό και καλοπροαίρετο υποκείμενο ή απλώς ακολουθεί την ισορροπία ισχύος που προηγουμένως έχει διαμορφωθεί;»
Ο Καστοριάδης θα αναγνωρίσει τη ρευστή και τη μη αγαθή φύση του ανθρώπου. Γι’ αυτό, ενώ θεωρεί ότι θα πρέπει να καταργηθεί το κράτος ως κατάσταση διαχωρισμένη από την κοινωνία, είναι εντελώς αντίθετος και δεν μπορεί να διανοηθεί μια κοινωνία χωρίς εξουσία. Συμφωνώντας σε αυτό το σημείο τόσο με τον Θουκυδίδη όσο και με τους νεώτερους όπως ο Κονδύλης, καταλήγει ότι «η φυσική τάση των ανθρώπινων όντων είναι να αλληλοσκοτωθούν, όποια κι αν είναι η μορφή του κοινωνικού καθεστώτος. Μόνο από τη στιγμή κατά την οποία υπάρχει κοινωνική θέσμιση και νόμοι περιορίζεται αυτή η ψυχική τάση». Η δημοκρατική νομιμότητα και η δημοσιότητα που προϋποθέτει μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα εκπαίδευσης της κοινότητας. Όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρξει θύμα του εαυτού της, της «ύβρεως», όπως έγινε με τους Αθηναίους.
Αγγελική Κώττη


