Τέσσερις άντρες – ο Σαμ Προφέτα, ο Μωύς Αμίρ, ο Αβραάμ Ρομπίσα και ο Μπαρούχ Σεβή – επιζήσαντες των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, στέκονται μπροστά στον φακό. Σηκώνουν το μανίκι και δείχνουν τον αριθμό που χαράχτηκε για πάντα στο χέρι τους. Η χειρονομία είναι κοινή, σχεδόν τελετουργική. Όμως η φωτογραφία δεν σταματά στον αριθμό. Απέναντι από τους τέσσερις επιζήσαντες των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, ο Γάλλος φωτογράφος Frédéric Brenner αποσπά από τα πρόσωπά τους κάτι περισσότερο από ένα πορτρέτο: ένα διαπεραστικό βλέμμα, μια βαριά σιωπή, έναν δεσμό ανάμεσα σε τέσσερις άντρες που μιλούν χωρίς λόγια.
Μέσα από τα στιγματισμένα σώματά τους, αφηγούνται την ιστορία μιας ολόκληρης κοινότητας — της μακραίωνης και ζωντανής εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, που σχεδόν εξοντώθηκε ολοκληρωτικά ως αποτέλεσμα της ναζιστικής θηριωδίας.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε κάποιες δεκαετίες πριν, στη Θεσσαλονίκη, μία από τις δέκα ευρωπαϊκές πόλεις με σημαντικές, προπολεμικά, εβραϊκές κοινότητες, που επέλεξε ο Brenner για ένα από τα μεγάλα πρότζεκτ του. Για τον Γιομτώβ – Άκη Ρομπίσα, όμως, η εμβληματική αυτή φωτογραφία του πολυβραβευμένου Γάλλου φωτογράφου ήταν σαν να τραβήχτηκε χθες…
Όταν ο πολυβραβευμένος Γάλλος φωτογράφος ήρθε στη Θεσσαλονίκη, ο Άκης Ρομπίσα ήταν αυτός που τον συνόδευσε. «Περπατούσαμε τρεις – τέσσερις μέρες και είχε βγάλει ελάχιστες φωτογραφίες. Ξαφνικά, μια μέρα, μου λέει: φεύγω», αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Ρομπίσα, που σκέφτηκε πως ο Brenner είχε εντοπίσει αυτή τη μία φωτογραφία που τον ενδιέφερε. Ο ίδιος, ωστόσο, τον διέψευσε καθώς του ζήτησε να φωτογραφίσει μια ομάδα από τους επιζήσαντες, μεταξύ αυτών και ο πατέρας του.
Και ήρθαν τέσσερις, που εν πολλοίς συνόψιζαν όλη την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Τους έστησε προσεκτικά. Τους ζήτησε να βγάλουν τα ρολόγια τους.
Ο Άκης Ρομπίσα στεκόταν δίπλα -εκτός κάδρου. Είναι το παιδί ενός από τους τέσσερις -και ταυτόχρονα είναι ο άνθρωπος που βοήθησε τον φωτογράφο, που περπάτησε μαζί του την πόλη, που άνοιξε δρόμους στη μνήμη. Κάποια στιγμή, ο Brenner του ζήτησε να τους κάνει μια ερώτηση αναγκαία για τη δουλειά του, αλλά συνάμα άχαρη: «Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή τους στα στρατόπεδα;».
Από εκείνη τη στιγμή θυμάται την παύση, την αμηχανία, την εσωτερική του πάλη και την αγωνία. «Του λέω: όχι, δεν γίνεται αυτό […] Εκείνη την ώρα από το μυαλό μου πέρασε ο πατέρας μου, που δεν είχε γράψει τίποτα, δεν είχε πει τίποτα γι’ αυτά τα πράγματα. Κάποια ώρα μετά, κι αφού τους εξήγησα δέκα φορές πως θα σας κάνω μια ερώτηση που μου ζήτησε ο κύριος, την ξεστόμισα. Κι εκεί μαύρισαν όλα…», θυμάται ο κ. Ρομπίσα καθώς «ζουμάρει» στα πρόσωπα της φωτογραφίας με το «ποντίκι» του υπολογιστή του.
Φέρνει επίσης στο μυαλό του τον Brenner να τραβά συνεχώς με τον φωτογραφικό του φακό και τους επιζήσαντες ν’ αποχωρούν ένας ένας, αμέσως μετά, σιωπηλοί. Για κάποιους εξ αυτών, η πιο δύσκολη στιγμή δεν ήταν μία. Ο ίδιος περπάτησε με τον πατέρα του στην πόλη κι ήταν από τις ελάχιστες φορές που ίσως αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες για τη δύσκολη μνήμη των στρατοπέδων.
Από την εικόνα στη ζωή
Η φωτογραφία μοιάζει να σταματά τον χρόνο. Όμως για τον Άκη Ρομπίσα, η στιγμή εκείνη δεν τελείωσε ποτέ. Δεν είναι απλώς ο θεατής της φωτογραφίας· είναι ο άνθρωπος που τη συνόδευσε σε κάθε της βήμα, που στάθηκε εκτός κάδρου κρατώντας τη μνήμη. Και μέσα από τη δική του ματιά, η εικόνα οδηγεί αναπόφευκτα στην ιστορία ενός από τα πρόσωπά της: του πατέρα του.
Ο Αβραάμ Ρομπίσα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. «Ήταν γραμμένος το 1907, αλλά πρέπει να ήταν λίγο πιο μικρός», λέει ο γιος του. «Ο πατέρας μου ήξερε να δουλεύει με τα χέρια του. «Ήξερε να χτίζει, να βάφει, να κάνει τα πάντα. Και έτρεχε και τα έκανε όλα. Η ικανότητα αυτή τον κράτησε ζωντανό στα στρατόπεδα».
Ο Αβραάμ μεγάλωσε σε μια πόλη που άλλαζε: από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην ελληνική κυριαρχία, από τη φωτιά του 1917 στη φτώχεια, από τη σταθερότητα στην αβεβαιότητα. Ήταν το μεγαλύτερο από πέντε παιδιά. «Ήταν προστατευτικός», εξηγεί ο γιος του. Κι αυτό φάνηκε αργότερα, με τον πλέον τραγικό τρόπο, όταν στα στρατόπεδα προσπάθησε να σώσει τον μικρότερό του αδελφό, τον Πέπο Ιωσήφ, ο οποίος όμως δεν επέζησε. «Προσπαθούσε να τον σώσει. Έκανε τη δουλειά του και μετά έτρεχε να κάνει και τη δική του. Προσπάθησε πολύ, αλλά στο τέλος τον πήραν…».
Σήμερα, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Πέπο, σε μια κορνίζα μπρούτζινη ίσα με μια σπιθαμή και σπασμένο τζαμάκι, είναι η μόνη ανάμνηση ενός παιδιού που, όπως όλα όσα χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Η φωτογραφία είναι μικρή, ξεθωριασμένη, φυλαγμένη πίσω από το ραγισμένο τζάμι. Δεν είναι απ’ αυτές που τραβούν το βλέμμα με την πρώτη. Κι όμως, κουβαλάει αβάσταχτο βάρος. Είναι η φωτογραφία που φυλούσε ως κόρη οφθαλμού ο Αβραάμ Ρομπίσα μέχρι τον θανάτό του και σήμερα έχει καλά φυλαγμένη στο συρτάρι του ο γιος του.
Τα στρατόπεδα, η επώδυνη επιστροφή και το πέπλο μιας εκκωφαντικής σιωπής
Η οικογενειακή ιστορία γεμάτη επώδυνες μνήμες: «Έφυγαν για τα στρατόπεδα στις 17 Απριλίου του ’43. Οι γονείς του, Γιωμτόβ και Πέρλα, δολοφονήθηκαν αμέσως με την άφιξη. Τους σκότωσαν κατευθείαν. Όπως τους γέρους και τους άρρωστους», εξιστορεί ο Άκης Ρομπίσα.
Ο πατέρας του πέρασε από το Άουσβιτς, το Ζαξενχάουζεν και κατέληξε στο Νταχάου, στο παράρτημα Κάουφερινγκ. Επέστρεψε τον Οκτώβριο του 1945 από τη Γερμανία, αφού απελευθερώθηκε από το Νταχάου. «Ο Ρομπίσα Αβραάμ του Γιομτώβ προερχόμενος εκ Γερμανίας τυγχάνει όμηρος», αναγράφεται στο πιστοποιητικό του Γραφείο Αλλοδαπών της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πατρών, που διασώζεται μέχρι σήμερα, ενώ η βεβαίωση του Γραφείου Αιχμαλώτων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού πιστοποιεί ότι «…ως προκύπτει εκ των εις χείρας του στοιχείων, ο Αβραάμ Γιομτώβ Ρομπίσα διετέλεσεν πολιτικός κρατούμενος των Γερμανικών Αρχών Κατοχής εις Γερμανίας και απελευθερωθείς επέστρεψεν εις Αθήνας την 19ην Οκτωβρίου 1945».
Από τα πέντε παιδιά, γύρισε μόνος. Μόνο η αδελφή του, που είχε φύγει πριν από το μεγάλο πογκρόμ, εξακολουθούσε να είναι εν ζωή, αλλά χιλιόμετρα μακριά από τη γενέθλια πόλη. Μετά την επιστροφή είχε περάσει και από το δικό του μυαλό να φύγει, αλλά ένα ερώτημα τον βασάνιζε κι έμελλε να είναι αυτό που θα τον κρατούσε για πάντα στη Θεσσαλονίκη: «Κι αν γυρίσει κάποιος; Ποιον θα βρει εδώ;»…
Ο Αβραάμ γύρισε σε μια πόλη που δεν ήταν πια η ίδια, σε γειτονιές που είχαν αλλάξει πρόσωπα. Το σπίτι του στη Σαρανταπόρου, όπου η οικογένεια είχε μετακομίσει μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917 είχε τώρα άλλους ένοικους… Ένα σπίτι που για να το επανακτήσει χρειάστηκε να καταφύγει στα δικαστήρια, όπου και τελικά δικαιώθηκε.
Μετά τον πόλεμο, άνοιξε μαγαζί με χρώματα και σιδηρικά, κοντά στην Καμάρα. «Ήταν τίμιος. Υπερβολικά τίμιος!», θα πει ο γιος του, για να προσθέσει: «Όταν γίνονταν διαδηλώσεις, έκρυβε τα στειλιάρια. “Δεν θα τα δώσω να χτυπάνε άνθρωπο”, έλεγε».
Στο σπίτι υπήρχαν λιγοστά παιχνίδια. «Δεν μας αγόραζε πολλά παιχνίδια. Κάθε φορά που βγαίναμε μας ρωτούσε, αν θέλαμε κάτι να φάμε. “Θες φαγητό;” ήταν η ερώτηση, που μού έχει μείνει».
Ο Αβραάμ Ρομπίσα δεν μιλούσε. Όχι επειδή δεν είχε τι να πει, αλλά επειδή ίσως όσα είχε να πει δεν χωρούσαν εύκολα σε λέξεις: το Ολοκαύτωμα, τα στρατόπεδα, η απώλεια, η εξόντωση μιας οικογένειας -όλα αυτά δεν έγιναν ποτέ αφήγηση στο οικογενειακό τραπέζι. Έγιναν σιωπή. Μια σιωπή που ο Άκης ως μικρό παιδί προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει. «Ο πατέρας μου δεν μιλούσε. Δεν έγραψε, δεν κράτησε ημερολόγιο, δεν αφηγήθηκε. Η σιωπή του ήταν εκκωφαντική», εξιστορεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Ήταν μια σιωπή, στάση ζωής -ίσως και τρόπος επιβίωσης.
Ο αριθμός στο χέρι και η ανεκπλήρωτη επιθυμία
Ο Αβραάμ Ρομπίσα ήταν από τους τελευταίους που επέστρεψε. «Ήταν τραυματισμένος. Είχε πολλά τραύματα πάνω του και είχε κάνει και εγχειρήσεις», λέει ο γιος του, που μεγαλώνοντας θυμάται τις μέρες να κυλούν μέσα στη σιωπή και κάποιες νύχτες να μοιάζουν ατελείωτες. «Ξυπνούσε με παραισθήσεις και μέσα στον ύπνο του φώναζε. Ήξερα ότι ήταν σοβαρά πράγματα. Αλλά δεν τολμούσα να ρωτήσω. Δεν ήθελα να τον βάλω σε διαδικασία να τα σκέφτεται», αφηγείται.
Ο μικρός Άκης κάτι καταλάβαινε, αλλά η ιστορία έμενε πάντα μισή. «Κάποια τα έμαθα από τη μητέρα μου. Κάποια από φίλους. Κάποια δεν τα έμαθα ποτέ», λέει. «Μεγαλώσαμε μέσα στο “δεν υπάρχει κανένας”. Μας λέγανε: χάθηκαν στον πόλεμο. Χάθηκαν στη Γερμανία».
Η πρώτη ωμή εικόνα ήρθε μπροστά του τυχαία. «Ήταν μια φωτογραφία με πτώματα. Μου είπαν: δεν είναι για σένα».
Στο νου του έρχεται και η εικόνα του ίδιου και της αδελφής του να ρωτάνε τον πατέρα τους για το χαραγμένο στο χέρι του αριθμό 16201. «Ρωτούσαμε τι είναι αυτό και μας απαντούσε: Κάτι που θέλω να θυμάμαι…».
Αργότερα, ο Άκης μπήκε ενεργά στην κοινότητα κι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του ώστε να κρατήσει τη μνήμη ζωντανή. Ο ίδιος μιλά για όλα όσα, μεγαλώνοντας τα βίωνε ως σιωπή. «Ό,τι ξέρω, το είπα στα παιδιά μου», λέει.
Κάποιες επιθυμίες, όπως και πολλές μνήμες, μένουν ανεκπλήρωτες. Όχι επειδή δεν θέλησαν να ειπωθούν, αλλά επειδή δεν βρήκαν ποτέ τον τρόπο. Αν για ένα πράγμα μετανιώνει είναι που δεν πήγε ποτέ με τον πατέρα του στο Άουσβιτς. «Δεν έχω πάει ποτέ εκεί. Ήθελα να πάω με τον πατέρα μου. Να το δω μέσα από τα μάτια του. Πώς, όμως, να του ζητούσα κάτι τέτοιο;», εξομολογείται.
Η μνήμη δεν είναι πλήρης. Είναι θραύσματα. Μικρές παρενθέσεις μέσα σε μια εκκωφαντική σιωπή, μια σιωπή τόσο βαθιά χαραγμένη όσο και το μήνυμα – με το ανάλογο περιεχόμενο – στο μάρμαρο του τάφου του πατέρα του.
Όσα δεν έγιναν λέξεις, έγιναν βλέμμα. Κι όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, έμειναν χαραγμένα -στο χέρι, στη σιωπή, και σε μια φωτογραφία που συνεχίζει να μιλά.


