13.4 C
Athens

H Μπριζίτ Μπαρντό, μύθος και σύμβολο, πέθανε στα 91 της χρόνια 

Όταν «Ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» είχε ως πρότυπο τη φιγούρα της Μπριζίτ Μπαρντό. Η πανέμορφη και άκρως γοητευτική ηθοποιός, που ενέπνευσε τον Ροζέ Βαντίμ και υπήρξε η απόλυτη γυναίκα για τους περισσότερους στον πλανήτη, πέθανε σήμερα σε ηλικία 91 ετών.

Η Μπριζίτ Ανν- Μαρί Μπαρντό, είχε γεννηθεί στις 28 Σεπτεμβρίου του 193. Τους τελευταίους μήνες αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας, λόγω των οποίων νοσηλευόταν. Ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των ζώων αλλά και άνθρωπος με αποκλίνουσες (ακροδεξιές) πολιτικές απόψεις, η Μπαρντό εγκατέλειψε νωρίς την τέχνη και αφοσιώθηκε στα ενδιαφέροντά της για τη γυναικεία χειραφέτηση, τη σεξουαλική απελευθέρωση, και, βέβαια, τα ζωάκια.

Μύθος και σύμβολο του σεξ των δεκαετιών 1950 και 1960, ήταν αστέρι παγκόσμιας αναγνωρισιμότητας, ιέρεια και μούσα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών της εποχής. Έφερε επανάσταση στα ήθη, περνώντας από γυναίκα-παιδί σε femme fatale, ελεύθερη και προκλητική, ενζενί και ελευθεριάζουσα, σε μια εποχή μεταπολεμική και συντηρητική. Με 48 ταινίες στο ενεργητικό της και περισσότερα από 80 τραγούδια σε 21 έτη καριέρας, η Μπριζίτ Μπαρντό, πασίγνωστη επίσης με τα αρχικά της, BB («Μπεμπέ»), ήταν μια από τις γνωστότερες Γαλλίδες καλλιτέχνιδες παγκοσμίως. (Μπεμπέ στα γαλλικά είναι και το μωρό).

Γεννήθηκε στο Παρίσι. Καταγόμενη από ένα αστικό περιβάλλον, με πατέρα βιομήχανο, ιδιοκτήτη των εργοστασίων Μπαρντό, και μητέρα που ασχολούνταν με οικιακά, η νεαρή Μπριζίτ έλαβε αυστηρή μόρφωση στο πλευρό της αδερφής της, Μαρί-Ζαν. Από πολύ μικρή, έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό για τον κλασικό χορό και έκανε τα πρώτα της βήματα σε ηλικία 7 ετών, στα cours Bourgat. Το 1949 μπαίνει στο Ωδείο του Παρισιού από όπου παίρνει την πρώτη της τιμητική διάκριση. Ο πατέρας της, ο οποίος είχε επαινεθεί από την Γαλλική Ακαδημία για μια ποιητική συλλογή, είχε πάθος με τον κινηματογράφο και του άρεσε πολύ να κινηματογραφεί. Χάρις σε αυτό, υπάρχουν πολλά φιλμ με την Μπαρντό σε παιδική ηλικία, πράγμα σπάνιο για την εποχή εκείνη. Η μητέρα της, που την αποκαλούσαν Τοτί, αγαπούσε ιδιαίτερα τη μόδα και το χορό. Η οικογένεια Μπαρντό ήταν μέλος της υψηλής κοινωνίας και επισκεπτόταν συχνά το λεγόμενο tout-Paris. Είχαν επαφές με πολλούς διευθυντές του Τύπου, του θεάτρου, του κινηματογράφου, αλλά και ανθρώπους της μόδας.

Το 1949, σε ηλικία 15 ετών, προσελήφθη από τη διευθύντρια των περιοδικών ELLE και Le Jardin des Modes, Ελέν Λαζαρέφ, στενή φίλη της μητέρας της.  Πολύ σύντομα, η Μπριζίτ προήχθη σε μασκότ του περιοδικού ELLE, στο οποίο και έκανε εξώφυλλο το 1950.  Χάρις σε αυτό το εξώφυλλο, ο σκηνοθέτης Μαρκ Αλεγκρέ την ξεχώρισε και της πρότεινε ένα ρόλο στην επόμενη ταινία του, «Les lauriers sont coupés». Η ταινία τελικά δε γυρίστηκε, μα χάρις σε αυτή την περίσταση η Μπριζίτ γνώρισε έναν νέο βοηθό, τον Ροζέ Βαντίμ. Από τότε οι δύο ερωτευμένοι, εκείνη μόλις 15 ετών, εκείνος περίπου 22, έγιναν αχώριστοι. Οι γονείς της δεν ενέκριναν σε καμία περίπτωση τη σχέση και προσπάθησαν, μάταια, να τους χωρίσουν.

Το 1952, ο Ζαν Μπουαγιέ της προσέφερε ένα μικρό ρόλο, τον πρώτο της, στην ταινία Le trou normand. Δέχτηκε χωρίς να γνωρίζει πως με τον τρόπο αυτό θα έμπαινε στον κόσμο τον οποίο θα αντιπαθούσε αργότερα και από τον οποίο θα δυσκολευόταν να ξεφύγει. Λίγο αργότερα, ο Γουιλί Ροζιέ της προσφέρει το δεύτερο ρόλο της στην ταινία Μανίνα, ο γυμνός θησαυρός. Έχοντας φτάσει πλέον σε ηλικία 18 ετών, ο πατέρας της δίνει τη συγκατάθεσή του για να παντρευτεί με τον Βαντίμ. Ο γάμος τελέστηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1952.

Το 1953, η Μπαρντό είχε την πρώτη και μοναδική της εμπειρία στο σανίδι παίζοντας στο θεατρικό «L’Invitation au château» του Ζαν Ανούιγ. Τον ίδιο χρόνο, γνωρίστηκε με το πρόσωπο που θα αποτελούσε την ιμπρεσάριό της για όλη τη διάρκεια της καριέρας της: την Όλγα Χόρστιγκ. Από κει κι έπειτα η Μπαρντό έψαχνε τους ρόλους της σε μικρές ταινίες, όπως το 1953, οπότε και έπαιξε σε ηλικία 19 ετών, στην ταινία Κίτρινο διαβατήριο. Στο Φεστιβάλ Καννών είχε μια πρώτη στροφή στην καριέρα της. Η μικρή στάρλετ, επισκίασε μεγάλες σταρ της εποχής. Έλκει τα φλας των φωτογράφων και το σεξαπίλ της συνεπαίρνει την Κρουαζέτ.

Εκανε δεκάδες άλλες ταινίες, αλλά το 1956 σε ηλικία 22 ετών,  μπήκε στο πάνθεον του παγκόσμιου κινηματογράφου και έγινε διεθνές σύμβολο του σεξ, χάρις στην ταινία του Ροζέ Βαντίμ «Και ο Θεός… έπλασε τη γυναίκα». Υποδύθηκε τη Ζιλιέτ Αρντί. Ο Βαντίμ οριοθέτησε με τα παρακάτω λόγια το χαρακτήρα της Μπαρντό:

«Ήθελα διαμέσου της Μπριζίτ, να αναπαραστήσω το κλίμα της εποχής, η Ζυλιέτ είναι ένα κορίτσι των καιρών της, που αποτινάσσει κάθε συναίσθημα ενοχής, κάθε ταμπού που της επιβάλλει η κοινωνία και της οποίας η σεξουαλικότητα είναι παντελώς απελευθερωμένη. Στην προπολεμική λογοτεχνία και τα φιλμ, θα την είχαν χαρακτηρίσει πόρνη. Στην εν λόγω ταινία, είναι μια πολύ νέα γυναίκα, γενναιόδωρη, καμιά φορά ανισόρροπη, και τελικά ασυγκράτητη, που δεν έχει καμιά άλλη δικαιολογία παρά τη γενναιοδωρία της».

Όταν κυκλοφόρησε στη Γαλλία, το φιλμ είχε μέτρια επιτυχία, αλλά το 1957, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, όπου έκανε μεγάλη εντύπωση. Απαγορεύτηκε η προβολή της σε μερικές Πολιτείες, αλλά γνώρισε τεράστια επιτυχία. Και  αυτή η θετική αντίδραση, που μεταφέρθηκε και στη Γαλλία, μετέτρεψε την ταινία σε θρίαμβο. Αυτή η ταινία ήταν το αποχαιρετιστήριο δώρο προς τη Μπριζίτ από τον Βαντίμ. Χώρισαν λίγους μήνες μετά, με την Μπαρντό να εμφανίζεται στο πλάι του Ζαν Λουί Τρεντινιάν.

Έκτοτε δημιουργείται ο μύθος B.B.: ανοιχτόχρωμα ξανθά μαλλιά, πολύ μακριά, γεμάτα μπούκλες και σκάλες. Μάτια τονισμένα με μαύρο αϊλάινερ, κόκκινα χείλη ή ροζ οριοθετημένα με ένα ίχνος ασορτί κραγιόν. Ρούχα σέξυ και εφαρμοστά, ταγέρ, φούστες, φαρδιές ζώνες, μπαλαρίνες, τζιν, Τ-shirt, ή ακόμη το διάσημο μπικίνι που έκανε μόδα. Επιπροσθέτως, διάσημες προσωπικότητες όπως η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, ο Ζαν Κοκτώ, η Σιμόν ντε Μποβουάρ,  ο δείχνουν ενδιαφέρον για εκείνη και της αφιερώνουν άρθρα.

Μπροστά σε αυτή την παγκόσμια επιτυχία, το Χόλιγουντ της κάνει εντυπωσιακές προτάσεις, αλλά εκείνη τις αρνήθηκε όλες. Με τον καιρό αγόρασε τη Μαντράγκ, μια έκταση στο Σαν Τροπέ το 1958, συνεισφέροντας στο να γίνει αυτός ο τόπος, ήδη γνωστός από τις δεκαετίες του 1920 και 1930 για τους καλλιτέχνες και συγγραφείς που έλκυε, θρυλικός τόσο εξαιτίας της παρουσίας της εκεί, όσο και των τρελών πάρτυ που οργάνωνε. Της αποδίδουν μια ζωή ελευθεριάζουσα και γεμάτη εραστές, καθώς αυτή την εποχή είχε δεσμό με το μουσικό Σασά Ντιστέλ.

Λατρεύτηκε και μισήθηκε όσο λίγες γυναίκες του καιρού της. Εκατομμύρια έντυπα στον κόσμο τυπώνονται με τη φωτογραφία της στο εξώφυλλο, ενώ αναρίθμητα άρθρα είτε την αποθεώνουν είτε την κατακρίνουν.

Το 1962, ξεκινά την πρώτη της μάχη υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων, θέτοντας τον εαυτό της στη μάχη κατά του επώδυνου τρόπου θανάτωσης  στα σφαγεία. Βλέποντας τις συνθήκες θανάτου των ζώων, αποφάσισε να γίνει χορτοφάγος και να αγωνιστεί προς την κατεύθυνση αυτή.

Ανάμεσα σε άλλες περιπέτειες και γάμους, το 1967, έχει ένα ειδύλλιο με τον Σερζ
Γκενσμπούρ.  Γίνεται μούσα του, κι εκείνος της γράφει μια δεκάδα τραγούδια, ανάμεσα στα οποία μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της: «Harley Davidson», «Bonnie & Clyde», «Contact», «Comic Strip», «Bubble Gum», «La Bise aux hippies», «L’Appareil à sous», «Je me donne à qui me plait», καθώς επίσης και το «Je t’aime… moi non plus», αλλά η Μπαρντό, όντας ακόμη παντρεμένη, ζήτησε από το συνθέτη να μην το κυκλοφορήσει, κάτι που ο ίδιος δέχτηκε. Όταν χώρισαν, της αφιέρωσε ένα τραγούδι – ύμνο: «Initials BB».

Το 1968, ο Σαρλ ντε  Γκολ  δηλώνει πως η Μπριζίτ Μπαρντό φέρνει στη χώρα τόσο συνάλλαγμα, όσο και η αυτοκινητοβιομηχανία Ρενό. Ο πρόεδρος την εκτιμούσε για την απλότητα, την ειλικρίνεια και το χιούμορ της, κι έτσι της πρότεινε να ποζάρει για την προτομή της Μαριάν, το σύμβολο της γαλλικής δημοκρατίας, που υπάρχει σε όλα τα δημαρχεία της χώρας. Εκείνη δέχτηκε κι έτσι έγινε η πρώτη γυναίκα που ενσάρκωσε τα χαρακτηριστικά του γαλλικού συμβόλου.

Το 1973, έχοντας ολοκληρώσει τα γυρίσματα για την τελευταία της ταινία, Η γυμνή πριγκίπισσα, της Νίνα Κομπανίζ, ύστερα από 21 χρόνια καριέρας, 50 ταινίες και 80 τραγούδια, μην αντέχοντας πλέον την υπερέκθεσή της στα μίντια και το ίδιο το σινεμά, η Μπριζίτ Μπαρντό αποσύρθηκε οριστικά από τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Αποφάσισε να αφοσιωθεί πλέον σε ένα άλλο πάθος που είχε φωλιάσει μέσα της από καιρό: την υπεράσπιση των ζώων. «Έδωσα την ομορφιά και τη νεότητά μου στους άντρες», φέρεται να είχε πει τότε, «και τώρα δίνω τη σοφία και την εμπειρία μου, τον καλύτερό μου εαυτό, στα ζώα».

Κάποια χρόνια πριν είχε δηλώσει:

«Είμαι μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες, έχω μια μύτη και ένα στόμα, έχω αισθήματα και σκέψεις, αλλά η ζωή μου γίνεται ανυπόφορη. Η ψυχή μου δεν μου ανήκει πια. Για μένα, το βεντετιλίκι είναι μια βιτρίνα. Δεν μπορώ να ζήσω όπως επιθυμώ. Η ύπαρξή μου είναι απλά υπόγεια. Ναι, θέλω να αισθανθώ το φρέσκο αέρα σπίτι μου, δεν μπορώ να ανοίξω το παράθυρο, γιατί θα υπάρχει ένας φωτογράφος καθισμένος στη στέγη απέναντι. Υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή μου για τα οποία δεν μπορώ να πω ότι μου ανήκουν».

Το 1993 απονέμεται για πρώτη φορά στο Χόλιγουντ το Διεθνές Βραβείο Μπριζίτ Μπαρντό, το οποίο τιμά κάθε χρόνο το καλύτερο ρεπορτάζ που σχετίζεται με ζώα. Η ηθοποιός, αν και συγκινημένη με τη χειρονομία των Αμερικανών, δεν πήγε στην τελετή.

Το 2003, δημιουργεί σκάνδαλο, αλλά αυτή τη φορά πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα, που σχετίζονταν με τα ζώα. Κυκλοφόρησε το βιβλίο Un cri dans le silence, όπου εκφράζει το σύνολο των προσωπικών της ιδεών για τη ζωή, μερικές από τις οποίες αντιπροσωπεύουν ανοιχτά ακροδεξιές απόψεις. Η ηθοποιός κάνει εκτενή αναφορά στον πόλεμο του Ιράκ και καταδικάζει τη γαλλική ελευθερία η οποία συρρικνώνεται. Καταπιάνεται επίσης με την «σεξουαλική ασυδοσία της κοινωνίας», καταδικάζει ορισμένους εκπαιδευτικούς αποκαλώντας τους «αστέγους της εκπαίδευσης» και καταφέρεται εναντίον ορισμένων ανέργων ονομάζοντάς τους «τεμπέληδες χαραμοφάηδες». Επίσης καταδικάζει τα γκέι πράιντ, καθώς επίσης τη μουσουλμανική εορτή Αΐντ ελ-Κεμπίρ και τους παράνομους μετανάστες. Τον Ιούνιο του 2004 καταδικάζεται για την προώθηση ρατσιστικών αντιλήψεων.

Είχε μακρά ιστορία υποστήριξης του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας (το οποίο έκτοτε μετονομάστηκε σε Εθνικό Συναγερμό), λέγοντας στον Guardian: «Σχετικά με την τρομακτική αύξηση της μετανάστευσης, συμμερίζομαι απόλυτα τις απόψεις [του Ζαν-Μαρί Λεπέν]».

Στην καλύτερη περίπτωση, γράφει ο Guardian,  θεωρούνταν εκκεντρική στα τελευταία της χρόνια, γεγονός που προκάλεσε παρατηρήσεις ότι αυτό το πρώην γατάκι του σεξ, όπως την αποκαλούσαν συχνά, είχε μετατραπεί σε μια «τρελή κυρία με γάτες». Σε συνέντευξη που έδωσε στο περιοδικό Paris Match τον Ιανουάριο του 2018, κατήγγειλε το κίνημα #MeToo, αποκαλώντας τους ισχυρισμούς των ηθοποιών για σεξουαλική παρενόχληση «υποκριτικούς, γελοίους, χωρίς ενδιαφέρον».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ