10.6 C
Athens

«Επουράνιοι ποταμοί, οδός Ονείρων, Σίλβα»

«Στο τέταρτο πάτωμα, η μαμά σου κοιμάται Έλενα

Μουσική θεία τα όνειρα της…»

Στο τέταρτο πάτωμα, η Σύλβα δεν κοιμόταν. Ούτε και ο Μίκης. Γιατί, όπως εξηγούσε η Ελενα Ακρίτα σε παλιότερο κείμενό της, «ήταν το τέταρτο πάτωμα του τραγουδιού, η αστυνομική Ασφάλεια στην οδό Μπουμπουλίνας όπου κρατούσαν τη μητέρα μου πριν οι στρατοδίκες την δικάσουν σε δέκα χρόνια κάθειρξη και την οδηγήσουν στις φυλακές Αβέρωφ, ως ηγετικό στέλεχος του ΠΑΜ Πατριωτικού Μετώπου κατά της Χούντας.

Θυμάμαι που είχες κρυφτεί για να μη σε πιάσουν οι φασίστες στο σπίτι του αδελφού της μητέρας μου Γιώργου Γιαβάσογλου που με την καρδιά και την ψυχή του το είχε παραχωρήσει στον αγώνα. Ήταν δέκα λεπτά με τα πόδια από το δικό μας κι εκεί στα 12 μου χρόνια σάς έφερνα κάθε μέρα τα κατσαρολάκια με το φαγητό. Γράφω ‘σας’ γιατί στην ίδια κρυψώνα ήταν ο Κώστας Φιλίνης και ο Μπάμπης Δρακόπουλος – κι εκείνος μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΑΜ» έγραφε η Ελενα την ημέρα που ο Μίκης έκλεισε για πάντα τα μάτια του.

“Στο τέταρτο πάτωμα στην οδό Μπουμπουλίνας, στο κελί αρ. 4, περίμενα το μαρτύριο και το θάνατο. Στις 4 Σεπτεμβρίου μου έφεραν χαρτί και μολύβι. Τότε έγραψα 32 ποιήματα“, διηγείται ο Μίκης Θεοδωράκης. …

Δεκαέξι από αυτά τα ποιήματα μελοποιήθηκαν και κυκλοφόρησαν σε δίσκο με τίτλο “Ο Ήλιος και ο Χρόνος”….

Τα περισσότερα ήταν αφιερωμένα σε συναγωνιστές αντιστασιακούς. Για την Σύλβα Ακρίτα, που συνελήφθη για την αντιστασιακή της δράση και την κόρη της, Έλενα, έγραψε το ποίημα “Στο τέταρτο πάτωμα”:

Στο τέταρτο πάτωμα

η μαμά σου κοιμάται Έλενα

μουσική θεία τα όνειρά της τα όνειρά της Πεπίνο ντι Κάπρι

πέρα από τη θάλασσα μην την ξυπνήσεις….

Οπως εξηγεί εκείνος “Της Σίλβας της άρεσε ν’ ακούει Πεπίνο ντι Κάπρι“….

Το τραγούδι “Επουράνιοι ποταμοί” το αφιέρωσε στην ίδια, που μαζί με τον Κώστα Φιλίνη ήταν από τα ηγετικά μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης «Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο» (ΠΑΜ).  Αρμοδιότητά της Σύλβας στην οργάνωση ήταν η ασφαλής μεταφορά των καταζητούμενων σε κρυψώνες. Ουσιαστικά, εκείνη συντόνιζε όλο το δίκτυο ανθρώπων που συμμετείχαν σε αυτή την επιχείρηση.

Επουράνιοι ποταμοί, υπόγειοι χείμαρροι

κατεβαίνουν παφλάζοντας,

οδός Ονείρων, Ομόνοια, Σίλβα, Σίλβα,

τα νερά τους ξανθά,

δυο στρώματα ξανθά,

δυο στρώματα πράσινα,

στη μέση εγώ, κόκκινη ακρίδα,

φτερά φυσαρμόνικες, ήχοι από νερό,

σαύρες, φεγγάρια,

βουτούν, βυθίζονται, πνίγονται,

κάγκελα, κάγκελα, κάγκελα,

Σίλβα, Σίλβα.

Πολλά θα είχε να πει κανείς για την αρχόντισσα της ζωής και της  πολιτικής που «έφυγε» χθες βράδυ. Η Σύλβα Ακρίτα έζησε, αγωνίστηκε, χάρηκε, πόνεσε, έδωσε όλο της το «είναι» για την προκοπή αυτού του τόπου.

Ωστόσο, η υπογράφουσα θα σταθεί μονάχα σε ένα θέμα που γνωρίζει καλά. Τις «συναντήσεις» Μίκη Θεοδωράκη- Σύλβας Ακρίτα. Με την Ελενα παρούσα.

Η Μαρίνα, κατά κόσμον  Ρένα Χατζηδάκη, κόρη της Λιλής Ζωγράφου και του Μύρωνα Χατζηδάκη, το έτος 1968 μέσα στις Φυλακές Αβέρωφ, ως πολιτική κρατούμενη, έγραψε το ποίημα-ποταμός «Κατάσταση Πολιορκίας»:

«όντας ερωτευμένη, σαν ένα ερωτικό γράμμα. Έγραψα συνολικά πέντε ενότητες και τις διοχέτευσα έξω. Οι δυο χάθηκαν, οι άλλες τρεις είναι αυτές που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, στου οποίου το χέρι έπεσαν τυχαία από κάποιο κοινό φίλο».

Ο Θεοδωράκης γράφει στο ημερολόγιό του (και αργότερα στο βιβλίο του «Το χρέος») σχετικά με το έργο:

«Η Μαρίνα έμεινε στο διάδρομο μπροστά στο κελί αρ.1. Μαζί με μια άλλη κοπέλα που φορούσε πανταλόνια. Όταν με ξαναπήγαν πλάϊ στο παλιό κελί η Μαρίνα είχε μεταφερθεί στο κελί των γυναικών. Όταν έκανα την μεγάλη απεργία πείνας άκουγα τη φωνή της Μαρίνας που φώναζε τον φρουρό να με προσέχει… Η Μαρίνα έγραψε ένα ανυπέρβλητο σε ομορφιά, δύναμη και αλήθεια ποίημα. Κάθε λέξη, εικόνα, νόημα, μπηγόταν στη σάρκα μου. Με πονούσαν. Με ανακούφιζαν. Με λύτρωναν. Ήταν η φωνή μας. Ήταν τα ίδια μου τα λόγια « οι ελπίδες που έγιναν “σαπισμένα σταφύλια”.» Ήταν η οργή. Η πίκρα. Κι όμως ήταν η δύναμή μας. Πρώτα πήρα το πρώτο μέρος. Συνέθεσα χωρίς ανάσα τη μουσική. Αργότερα στο Βραχάτι μου στείλαν το δεύτερο και το τρίτο μέρος. Σα μουσική φόρμα είχα την ευκαιρία να επιβεβαιώσω το δρόμο που άνοιξα με τα “Επιφάνεια-Αβέρωφ”. Ήταν ένα καινούριο “Τραγούδι-Ποταμός” σε τρία μέρη. Στην αρχή ο τίτλος ήταν “Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ” γιατί εκεί γράφτηκε μετά την καταδίκη της Μαρίνας από το στρατοδικείο. Η Μαρίνα έγραφε κ’ έσκιζε αμέσως τα ποιήματά της. Σώθηκαν τα δικά μας χάρη σε μια συγκρατούμενη φίλη της (ήταν η Σύλβα Ακρίτα) που φρόντισε να τα αντιγράψει. Αργότερα μπήκε ο οριστικός τίτλος: “Κατάσταση Πολιορκίας».

Στα χρόνια εκείνα τα δύσκολα, όπως εξηγούσε ο Μίκης, «υπήρξαν και μερικοί “κουζουλοί”, που άφησαν τα σπίτια τους και μπήκαν στην παρανομία για να υπερασπίσουν με τον τρόπο τους τις καταπατημένες μας ελευθερίες. Το τίμημα γι’ αυτές τους τις πράξεις ήταν: Γενική Ασφάλεια – Βασανιστήρια – Φυλακή.

Ένας από αυτούς και εγώ και ένα από τα δικά μου “όπλα” η μουσική. Μια μουσική που να καταγγέλλει από τη μια μεριά και να εμπνέει και να ξεσηκώνει από την άλλη. Ξεφεύγοντας τη σύλληψη τη νύχτα της 20ής προς 21η Απριλίου ταλαιπωρήθηκα έως ότου βρω ένα ασφαλές καταφύγιο. Εκεί συνέταξα τη Διακήρυξη για την Ιδρυση του Πατριωτικού Μετώπου και μαζί έγραψα τα τρία τραγούδια της Νέας Αντίστασης. Τα κείμενα θα έπρεπε να είναι απλά, άμεσα, για να γίνουν καταληπτά από κάθε πατριώτη που ένιωθε πάνω στο πετσί του την καταπίεση και την ντροπή και είχε μέσα του τη φλόγα του αγώνα για την Ελευθερία. […]

Από τον Μάρτιο ως τον Αύγουστο του 1968 ήμουν “ελεύθερος” και ζούσα ανάμεσα Αθήνα και Βραχάτι συνοδευόμενος από κουστωδία αστυνομικών. Δεν μπορούσα λοιπόν να επισκεφθώ κανέναν φοβούμενος ότι θα τον «κάψω». Ετσι, περιορίστηκα σε πρώην κρατουμένους, που δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα. Μία από αυτούς ήταν και η Σίλβα Ακρίτα, που μόλις βγήκε από τη φυλακή, έσπευσα να την επισκεφθώ στο σπίτι της στη Φιλοθέη. H συγκίνησή μας ήταν πολύ μεγάλη, όμως πιο μεγάλη χαρά έδειχνε η κορούλα της η Ελενα, που είχε μεγαλώσει και που η έλλειψη της μαμάς της την είχε πληγώσει βαθιά.

H Σίλβα και η Ρένα είχαν γίνει φίλες στην Ασφάλεια. Στη συνέχεια βρέθηκαν στο ίδιο κελί και στη φυλακή. Μου λέει λοιπόν, “αυτή η κοπέλα είναι μεγάλη ποιήτρια. Μόνο που μόλις μας διάβαζε ένα της ποίημα, αμέσως μετά το έσκιζε. Να, χθες έγραψε ένα υπέροχο κείμενο που το έχω στο συρτάρι και που φοβάμαι ότι μόλις επιστρέψει, θα το καταστρέψει… Ξέρεις, επειδή είναι μόνη, μένει προσωρινά μαζί μας…”. Την παρακάλεσα να με αφήσει να το διαβάσω. “Κάνε γρήγορα”, μου λέει η Σίλβα, “γιατί όπου να ‘ναι θα γυρίσει…”.

Ειλικρινά σήμερα δεν θυμάμαι αν εκείνη την ώρα αντέγραψα το ποίημα ή αν το πήρα με το έτσι θέλω μαζί μου. Γιατί με το πρώτο διάβασμα γοητεύτηκα τόσο πολύ, που δεν θα αποχωριζόμουν με τίποτε ένα τέτοια αριστούργημα.

Σε λίγη ώρα οδηγούσα το αυτοκίνητο στη διαδρομή προς Βραχάτι και φαίνεται ότι επειδή είχα ζωντανές τις λέξεις στο μυαλό μου, γινόταν μέσα μου μια μυστική προεργασία. Αλλιώς δεν εξηγείται το ότι μόλις έφτασα στο Βραχάτι κάθησα στο πιάνο και όταν σε λίγο σηκώθηκα, είχα συνθέσει με μια ανάσα την Κατάσταση Πολιορκίας. Ευθύς άρχισα να την τραγουδώ απ’ το πρωί ως το βράδυ μόνος, μόνο και μόνο για να την ακούω εγώ ο ίδιος. Μια απ’ αυτές τις αμέτρητες φορές τη μαγνητοφώνησα, για να τη στείλω στη Σίλβα και στη Ρένα. Και αυτό ακριβώς το αντίγραφο που το είχε φυλάξει η Χατζηδάκη, μου το έδωσε πριν από λίγα χρόνια για να το στείλω στη Γερμανία και να μπει τελικά στο CD αυτό»

Η Σύλβα δεν διέσωσε μονάχα το απαράμιλλο αυτό ποίημα. Αργότερα, μετέχοντας στο δίκτυο της αξέχαστης Αμαλίας Φλέμινγκ, κατάφερνε και έστελνε στο εξωτερικό διάφορα «ανατρεπτικά» κείμενα. Ανάμεσα στα οποία, όπως θυμάται η Μαρία Δελληβοριά, τα περίφημα «Δεκαοκτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας» του Γιάννη Ρίτσου, για να μελοποιήσει ο συνθέτης- πράγμα που έγινε. Το δίκτυο λειτουργούσε με κίνδυνο ζωής αλλά και με τεράστια μυστικότητα. Δεν έγινε γνωστό τι ακριβώς έκαναν ούτε μετά τη χούντα, ούτε ποτέ, παρά τις προσπάθειες που έγιναν. Από σεμνότητα.

Η Ελενα αποχαιρετώντας τον Μίκη, σημείωσε: «τον τελευταίο καιρό σάς θυμάμαι ώρες ατέλειωτες να ανταλλάσσετε στο φεισμπουκ μηνύματα με την Σύλβα. Λέγατε, λέγατε, μιλάγατε για τέχνη, για πολιτική, για την υγεία σας για τα πάντα. Σάς παρακολουθούσα κι έλεγα μέσα μου αχ Παναγιά μου να έχω τα μυαλά τους στην ηλικία τους αυτά τα ξυράφια τα ακονισμένα, αυτά τα λεπίδια που με ακρίβεια μοιρογνωμονίου έτεμναν λέξεις, έννοιες, ιδέες και συναισθήματα.»

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ