Η μαθητεία δίπλα στον Γιάννη Ρίτσο κατά τα έτη 1975- 1978, υπήρξε πολύ σημαντική για τον ίδιο και για την ποίησή του. Μιλώντας για αυτές τις συναντήσεις, ο Χρήστος Τουμανίδης τόνισε πως η προσωπική αυτή «μικροϊστορία», ως φιλολογική κατάθεση, έρχεται να φωτίσει μια άγνωστη μάλλον πτυχή της προσφοράς του Γιάννη Ρίτσου στα ελληνικά γράμματα. Τη σχέση του, δηλαδή, με τους νέους επίδοξους ποιητές. «Ταυτόχρονα, η εν λόγω μαρτυρία μου συνιστά ελάχιστη ανταπόδοση για όλα όσα γενναιόδωρα μου πρόσφερε εκείνος, ως δάσκαλος και ως άνθρωπος» όπως σημείωσε κατά την ομιλία του στο διεθνές επιστημονικό συνέδριο που οργάνωσε για τον Ρίτσο το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Σήμερα, στην επέτειο θανάτου του ποιητή (11 Νοεμβρίου 1990) παρουσιάζουμε σημεία της εισήγησης του εξαιρετικού ποιητή, Χρήστου Τουμανίδη.
Η συνάντησή του πραγματοποιήθηκε στις αρχές ακριβώς του 1975, αλλά η άτυπη σχέση μαζί του είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν, μέσα σε πολύ ιδιόμορφες συνθήκες, κάποιες από τις οποίες ίσως να φαντάζουν εξωπραγματικές. «Το όνομα Γιάννης Ρίτσος το πρωτάκουσα στο ραδιόφωνο (καλοκαίρι του 1958) στη γενέτειρα μου, Λιθαριά· ένα από τα πολλά προσφυγικά χωριά της Πέλλας» ανέφερε ο ομιλητής.
«Το άκουσα ένα κυριακάτικο πρωινό, από την παλλομένη φωνή μιας εκφωνήτριας, στη συχνότητα των βραχέων κυμάτων: “Εδώ Ραδιοφωνικός Σταθμός Σόφιας. Ακούτε το πρόγραμμα μας στην ελληνική γλώσσα. Σήμερα η εκπομπή μας είναι αφιερωμένη σε έναν μεγάλο Έλληνα ποιητή και αγωνιστή, τον Γιάννη Ρίτσο …”.
Ανίδεος αλλά γοητευμένος, παρακολούθησα μέχρι τέλους την εκπομπή.
Από την ακρόαση εκείνη, που διήρκησε τουλάχιστον μια ώρα, μου έμειναν τρεις λέξεις: ποιητής, ποίηση, ποίημα, και το όνομα: Γιάννης Ρίτσος»
Μόλις τελείωσε η εκπομπή ρώτησε τον πατέρα του ο οποίος τού επιβεβαίωσε πως ο Ρίτσος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές μας. Τού ζήτησε να του πει τι σημαίνουν οι λέξεις ποίηση, ποίημα και πώς γίνεται κάποιος ποιητής. Δεν είχε πάει ακόμα σχολείο…Ο πατέρας τού σύστησε να περιμένει.

Η δεύτερη φορά που άκουσε το όνομα του ποιητή «ήταν στη Νάουσα Ημαθίας, όπου είχαμε μετοικήσει την περίοδο 1962-1965. Αφορμή υπήρξε ένα τραγούδι, πιο σωστά τα πρώτα λόγια ενός τραγουδιού: «Γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου…». Το σιγοτραγουδούσε ο θείος μου, ο Ξενοφών, ο οποίος όταν τον ρώτησα «τι είναι αυτό που τραγουδάς θείε; «Θεοδωράκης-Ρίτσος- Επιτάφιος» απάντησε. Παρά το ότι δεν με ικανοποίησε η απάντηση του, (αφού ούτε τον Θεοδωράκη γνώριζα τότε, ούτε τον «Επιτάφιο»), οι στίχοι του τραγουδιού, η υπέροχη μελωδία και το όνομα «Ρίτσος» ηχούσαν για μέρες στ’ αυτιά μου, ακόμη και μέσα στην τάξη, την ώρα του μαθήματος.»
Αργότερα, στην Αθήνα πλέον, ο Γιάννης Ρίτσος «θα έμπαινε στην καθημερινότητά μου, κι όχι ως απλό όνομα αλλά, ως οντότητα ποιητική πλέον. Μια που, εντωμεταξύ, είχα μάθει «τι είναι ποίηση, και τι ποιητής», είχα αρχίσει μάλιστα να διαβάζω ποιήματα.»
Το καλοκαίρι του 1965 η οικογένειά μου από τη Νάουσα μετακόμισε στην Αττική
«Στο Αιγάλεω, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών, άρχισα τις πρώτες ποιητικές μου απόπειρες, τότε που διάβαζα Διονύσιο Σολωμό, Κώστα Κρυστάλλη και δημοτική ποίηση» είπε.
Ακροατής ο πατέρας του, αναγνώστης ο δάσκαλός του, και κατόπιν, στο Θ’ Νυκτερινό Γυμνάσιο Αθηνών, ήρθε σε επαφή με την ποίηση του Ρίτσου την οποία διάβαζε με πάθος. Τότε θυμήθηκε και την εκπομπή στο χωριό. Και θέλησε να μαθητεύσει δίπλα του.
Αλλά πώς θα γινόταν αυτό; «Οι προφανείς δυσκολίες πολλές κι αξεπέραστες» όπως είπε. «Πώς θα προσέγγιζα τον ποιητή; Και τότε, ‘ως από μηχανής θεός’, παρουσιάστηκε η δημοσιογράφος της εφημερίδας ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Αφροδίτη Υψηλάντη! Γνωριστήκαμε μέσα σε κλίμα εθνικής ευφορίας και ανάτασης, τις πρώτες μέρες αμέσως μετά την πτώση της Χούντας.
Στη Μεταπολίτευση. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1974. Η Αφροδίτη, ήταν για μένα το ωραιότερο, το πιο ακριβό δώρο των Χριστουγέννων, πριν από τα Χριστούγεννα!
Σε μια συνάντησή μας στα γραφεία της εφημερίδας, στις 13 Δεκεμβρίου 1974,
έτσι απλά, μετά από σχετική συνομιλία που είχαμε, θα μου έδινε το τηλέφωνο και την διεύθυνση του Γιάννη Ρίτσου, προτρέποντάς με επίμονα: ‘Μη διστάσεις να του τηλεφωνήσεις, είναι άνθρωπος από έναν άλλο κόσμο! Θα σε ακούσει και θα σε δεχθεί…θα δεις. Να τολμάς Χρήστο, να τολμάς!
Και τόλμησα ασφαλώς. Και τα πράγματα έγιναν όλα έτσι όπως τα είχε προδιαγράψει η Αφροδίτη!»
Την πρώτη φορά δεν κατάφερε να κλείσει ραντεβού, καθώς ο Ρίτσος πενθούσε για τον θάνατο του Κώστα Βάρναλη. Στις 11 Ιανουαρίου του 1975 τηλεφώνησε ξανά και η συνάντηση κλείστηκε τρεις μέρες μετά.
Ο Χρήστος Τουμανίδης αφηγείται: την Τρίτη 14 Ιανουαρίου 1975, στις 6 ακριβώς, έμπαινα στο σπίτι του μεγάλου μας ποιητή. Ο Γιάννης Ρίτσος ήταν εξήντα έξι χρονών, κι εγώ είκοσι τριών.
Την ημέρα εκείνη ένιωθα σαν γιος που έβλεπε τον πατέρα του για πρώτη φορά, μετά τη γέννηση του! (Αυτό, το εκμυστηρεύτηκα αργότερα στον ποιητή και, θυμάμαι, γέλασε δυνατά με την καρδιά του!)
Την επόμενη μέρα, στο ημερολόγιο του γραφείου μου, πάνω στο φύλλο,
Τρίτη 14 Ιανουαρίου 1975, θα έγραφα με κεφαλαία γράμματα:
Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ!»
Του μίλησε για τις δυσκολίες που είχε μέχρι τότε στη ζωή του και ο Ρίτσος τόνισε: «Ζείτε μέσα σε δύσκολες καταστάσεις κύριε Τουμανίδη, καταλαβαίνω, αλλά αυτό να ξέρετε είναι πολύ σημαντικό για έναν νέο που θέλει να γίνει ποιητής. Πρέπει να αντέξετε! Και νομίζω πως μπορείτε, είστε δυνατός, το βλέπω στο πρόσωπό σας.»
Ζήτησε να δει ποιήματά του, εκείνος τού έδωσε «κάποια υποφερτά στιχουργήματα» και ο Ρίτσος είπε: «Λοιπόν, μ’ αυτά που μόλις διάβασα και μ’ όλα όσα μου είπατε προηγουμένως, έχω τη βεβαιότητα πως πολύ σύντομα θα γράψετε ποιήματα. Έχετε όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν έναν ποιητή. Αλλά, ασφαλώς χρειάζεται πολύ δουλειά και μεγάλη, μεθοδική προσπάθεια!» Και λέγοντας αυτά, πήρε από το τραπεζάκι την περίφημη μαύρη πένα του, κι άρχισε την επεξεργασία των γραπτών μου.
Αφού ολοκλήρωσε τις διαγραφές, τις διορθώσεις, τα μαυρίσματα, με κάλεσε δίπλα του και είπε «Κοιτάξτε, σ’ αυτό εδώ υπάρχουν καλά στοιχεία, αλλά χάνονται μέσα στις πολλές λεκτικές αστοχίες. Εδώ, κι εδώ. Αυτό που θέλατε να πείτε ποιητικά σε δώδεκα στίχους βρίσκεται σ’ αυτούς τους τέσσερις. Πάμε τώρα στο επόμενο…».
Και για αρκετή ώρα μου ανέλυε με σαφήνεια τα λάθη μου, τις παρεμβάσεις του, τις υποδείξεις και το τελικό αποτέλεσμα. Είχα μείνει άφωνος!
Κρατούσα στα χέρια μου δέκα «νεογέννητα» ποιήματα, που δεν ήταν δικά μου ασφαλώς.
-Κύριε Ρίτσο, είπα, αυτά είναι ποιήματα, ναι, αλλά δεν μου ανήκουν…
-Είναι δικά σας, απάντησε με σοβαρότητα, αυτό που έκανα εγώ ήταν να αναδείξω τη δική σας έμπνευση, το ποίημα που γράψατε εσείς, αυτό που είχατε ενταφιάσει μέσα στις αστοχίες. Πάνω σε αυτά, και σε άλλα σχετικά με την γραφή, θα έχουμε την ευκαιρία να πούμε πολλά στις επόμενες συναντήσεις μας.
Ένιωθα σαν ένας κακός μαθητής στα τελευταία θρανία της Ποίησης. Κακός, αλλά και τόσο τυχερός μαθητής, αφού είχα δάσκαλο έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής μας!
Στις προγραμματισμένες έκτοτε συναντήσεις τους, υπήρχε μια σταθερή, επαναλαμβανόμενη διαδικασία, κάθε φορά όμως άκουγε καινούργια πράγματα. Και χωρίς να καταλάβω πώς, γινόταν ισότιμος συνομιλητής του ποιητή! Φρόντιζε εκείνος γι’ αυτό, με τον τρόπο του. «Τον άκουγα με προσήλωση, και μ’ άκουγε με κατανόηση. Από τα χείλη του, κάθε φορά, έρεε ένας χείμαρρος από πληροφορίες και γνώσεις, που αναφέρονταν σε όλα τα πνευματικά πεδία: ποιητικά, αισθητικά, κοινωνικά, φιλοσοφικά. Μιλούσε απλά, κατανοητά για τα πιο πολύπλοκα θέματα.
Το “μάθημα” κάθε φορά ξεκινούσε από τα κείμενα που έφερνα μαζί μου.
“Το σημαντικότερο στάδιο της δημιουργίας, σημαντικότερο κι από την ίδια την έμπνευση, έλεγε, είναι αυτό της επεξεργασίας. Το εργαστήρι μας. Εκεί που το πρωτογενές υλικό, μετά από επίμονη και επίπονη προσπάθεια, μεταπλάθεται σε ποιητικό γεγονός”. Και προσέθετε: “Κύρια επιδίωξή μας η σαφήνεια (πέρα από την ηθελημένη κάποτε ασάφεια ή αοριστία), η κυριολεξία και ασφαλώς, η μεγαλύτερη δυνατή πυκνότητα του λόγου. Με τις λιγότερες λέξεις πολλά συμπυκνωμένα νοήματα”.
Και κοντά σε αυτά, ιδιαίτερη έμφαση έδινε στις τεχνικές της γραφής.
Μιλούσε πάντα για τα σχήματα λόγου, πόσο σπουδαία είναι για το ποιητικό αποτέλεσμα. Κυρίως όμως επέμενε για το ρήμα: “Είναι αυτό που δίνει την κίνηση, την ροή του ποιήματος, και επομένως θα πρέπει διαρκώς να αλλάζει: χρόνο, διάθεση, έγκλιση, φωνή”. Για τα επίθετα: ‘Προσοχή στη χρήση τους, να γίνεται αυστηρός έλεγχος, όχι κατάχρηση. Άλλωστε τις περισσότερες φορές κουράζουν τον αναγνώστη, αποδυναμώνουν το ποίημα’. Και τέλος, έκανε αναφορά στις πλάγιες πτώσεις. “Να τις αποφεύγετε γιατί υπονομεύουν το ποίημα, αφού επεξηγούν και αναλύουν, με άλλα λόγια ακυρώνουν την υπαινικτικότητα που απαιτεί ο ποιητικός λόγος”».
Ο Χρήστος Τουμανίδης παραθέτει και άλλες συμβουλές και, ολοκληρώνοντας για την αξέχαστη διδακτική εμπειρία του στο πλευρό του Γιάννη Ρίτσου, θέλω να προσθέτει τα εξής: «Η μαθητεία ξεκίνησε στις αρχές του 1975 και θα έλεγα πως ολοκληρώθηκε το 1978, με την έκδοση της πρώτης μου συλλογής ΑΣΤΑΘΜΗΤΑ. Λίγο πριν πάω στο τυπογραφείο, θέλησα να πάρω τη γνώμη του για τα ποιήματα που είχα επιλέξει. Τα διάβασε με προσοχή και αποφάνθηκε: “Ναι, κύριε Τουμανίδη, τώρα μπορείτε να ανοίξετε τα φτερά σας. Θα παρακολουθώ με ενδιαφέρον την πορεία σας”’.
Δεν ξέρω αν έγινα εντέλει ποιητής, αν βρέθηκα (κατά τον Κωνσταντίνο Καβάφη), στης ποίησης το ‘πρώτο το σκαλί’. Το βέβαιο είναι πως έγινα επαρκής δέκτης, και επίμονος αναγνώστης της ποίησης. Κι αυτό, όπως πολλά άλλα που σχετίζονται με την ποιητική δημιουργία, τα οφείλω στο Γιάννη Ρίτσο. Στην πολυσήμαντη γνωριμία και στην ουσιώδη μαθητεία που έκανα κοντά του».


