Με ένα συγκινητικό του άρθρο στο thepresident, ο Γιώργος Νταλάρας αποχαιρετά τον Διονύση Σαββόπουλο. “Οι ποιητές δεν πεθαίνουν” γράφει ο Γιώργος Νταλάρας ο οποίος χαρακτηρίζει τα τραγούδια που μένουν ως το αντίδοτο στη λύπη και θυμάται την τελευταία κοινή δημόσια εμφάνισή τους στο Ηρώδειο όπου και οι δύο με προβλήματα υγείας βρέθηκαν στη σκηνή με τον Νιόνιο να τους παρομοιάζει με το μάπετ σόου. Ακολουθεί το άρθρο του κ. Γιώργου Νταλάρα στο thepresident:
“Ο Σαββόπουλος είναι ένας μεγάλος ποιητής και οι ποιητές δεν πεθαίνουν. Παρ’ όλ’ αυτά ο φυσικός θάνατός του δεν μας πόνεσε μόνο, μας ξάφνιασε κιόλας. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί τον μάθαμε να υποστηρίζει την τέχνη του, την ποίησή του, την μουσική του, ακόμη και τις αντιφάσεις του, ως ένας μοναχικός μονομάχος που καταφέρνει πάντα στο τέλος να βγαίνει νικητής.
Ποιο είναι το αντίδοτο για την λύπη; Τα τραγούδια του. Αυτό το διαφορετικό σε κάθε εποχή υλικό που στοχεύει μια ομάδα, έναν αποδεκτή κάθε φορά, πολλές φορές αντίθετο κι αλλιώτικο από τον προηγούμενο. Αλλιώτικο στην ηλικία, στις καταβολές, στη μόρφωση, στις ιδέες, στην ιδεολογία, στην κοινωνική τάξη. Κι εκεί είναι το μεγαλείο των μεγάλων ποιητών. Όταν έγραψε ο Τσιτσάνης τα «Ξένα χέρια» θυμάμαι μια από τις φίλες της μάνας μου στη γειτονιά να το ψιθυρίζει και να μονολογεί «πού με ήξερε εμένα ο Τσιτσάνης και μου έγραψε αυτό το τραγούδι»; Ο Σαββόπουλος έγραφε κάθε φορά διαφορετικές ιστορίες που σε άλλους άρεσαν και άλλοι τις αποκήρυτταν. Ήταν δικές του όμως ιστορίες και πήρε ο ίδιος όλη την ευθύνη. Γιατί δεν ετεροπροσδιορίστηκε ποτέ, εκφράστηκε με την δική του αλήθεια και τη δική του ειλικρίνεια, χωρίς να διεκδικήσει θέσεις κι αξιώματα παρά μόνο την ελευθερία της γνώμης του, που την διεκδίκησε με θάρρος. Γι’ αυτήν την ελευθερία της γνώμης του τον αγάπησαν, τον μίσησαν, τον επαίνεσαν, τον λοιδόρησαν, τον λάτρεψαν. Και λοιπόν; Το έργο μένει πίσω του ζωντανό, προηγείται κι έπεται της εποχής του.
Η δική μου ρίζα είναι τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά. Έψαχνα όμως από έφηβος τα τραγούδια του, τα λόγια του. Κι εκεί βρήκα κι εγώ το δικό μου τραγούδι «Σ’ αυτό το σχήμα που ξεβάφει αίμα και δάκρυ δεν έχεις τίποτ’

ακριβό να παραδώσεις…είναι η Κύπρος που οι εμπόροι την μισούνε και η ανάγκη μας που όνομα δεν έχει». Στην γενική επιστράτευση το ’74 στον Άγιο Στέφανο μου έδωσαν ρούχα κι αρβύλες τρία νούμερα μεγαλύτερα, ένα όπλο Lee Enfield του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου χωρίς κλείστρο. Έμεινα εκεί σε ένα αμπέλι για δυο μήνες με σταυρωμένα χέρια. Αυτή την πληγή της προδοσίας της Κύπρου την απάλυνε λίγο αυτό το τραγούδι. Ήταν ο πρώτος που το σχολίασε σε μια εποχή που το Κυπριακό δεν πουλούσε. Ένιωσα όπως όταν πρωτάκουσα τα τραγούδια του Θεοδωράκη παιδί, όταν δούλευα στα συνεργεία.
Ο Σαββόπουλος, όπως είπε και ο ίδιος, ήταν ένας Έλληνας που έπαιζε ροκ μουσική. Ακόμα κι εκεί, αυτή ήταν η έκφρασή του κι όχι η αντίδραση για την αντίδραση. Εξέφρασε τον εαυτό του και τις ανησυχίες του μέσα από τη μουσική με τρόπο μοναδικό, με αξιοπρέπεια και περηφάνια. Για την καταγωγή του και τη γλώσσα του. Ακόμη σε αυτόν πιστώνουμε την ενθάρρυνση και την καθιέρωση των τραγουδοποιών που αποτελεί σήμερα ένα ισχυρό κομμάτι της μουσικής μας.
Πέρσι, στις συναυλίες στο Ηρώδειο, εγώ δεν ήμουν και πολύ καλά από υγεία. Του είχα δώσει όμως τον λόγο μου, ότι θα πάω να τραγουδήσω. Δραπέτευσα, λοιπόν, από το κρεβάτι μου φορτωμένος την πνευμονία μου και πήγα. Καθόμαστε στα παρασκήνια, έρχεται και με χτυπά στην πλάτη και μου λέει: «Ελα, Γιώργο, είμαστε σαν τα Μάπετ Σόου, με τους γιατρούς δίπλα. Σε δυο λεπτά, όμως, θα είμαστε στη σκηνή και θα σκίσουμε».
Θα μας λείψει ο Διονύσης. Η φυσική του παρουσία, η γοητεία της αφήγησής του, το χιούμορ του.
Όσο για τα τραγούδια του; Δεν ανησυχώ καθόλου! Είμαι σίγουρος πως τα παιδιά μας και τα εγγόνια τους θα τα ανακαλύψουν. Θα τα ακούν στις γιορτές τους, στα πάρτυ τους, στα τραπέζια, στους τσακωμούς και στις λύπες τους, στις αγάπες και στις διαφωνίες τους, στα εύκολα και στα δύσκολα. Γιατί μας αξίζει!
*Το κείμενο του Γιώργου Νταλάρα γράφτηκε για το Thepresident.gr



