12 C
Athens

Ο δεύτερος γύρος Τραμπ – Πούτιν για την Ουκρανία – Γράφει ο Δημήτρης Απόκης

Ο δεύτερος γύρος των συναντήσεων του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, με τον Ρώσο ομόλογό του, Βλαντιμίρ Πούτιν, που θα πραγματοποιηθεί στη Βουδαπέστη υπό την αιγίδα του Ούγγρου Πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν, αποτελεί μια κρίσιμη κλιμάκωση στις προσπάθειες επίλυσης της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Έρχεται μετά την «πολύ παραγωγική» τηλεφωνική συνομιλία του Τραμπ με τον Πούτιν, που σύμφωνα με σύμφωνα με τον Αμερικανό Πρόεδρο, διήρκεσε πάνω από δυόμισι ώρες. Η συνάντηση βασίζεται σε αρχικές διπλωματικές κινήσεις που έχουν ήδη αναδιαμορφώσει το γεωπολιτικό τοπίο. Ως αρχή του δεύτερου γύρου, μετά τη συνάντηση στην Αλάσκα που έσπασε τον πάγο, μπορεί να θεωρηθεί αυτή η τηλεφωνική επικοινωνία, όπου ο Τραμπ διαφήμισε την πρόοδο προς τον τερματισμό του πολέμου, αξιοποιώντας την πρόσφατη επιτυχία του στη μεσολάβηση για την κατάπαυση του πυρός στη Γάζα.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Οι συνομιλίες στη Βουδαπέστη, αποτελούν ένα μείγμα υψηλού ρίσκου, στρατηγικών συμμαχιών και αξιοσημείωτων αποκλεισμών που θα μπορούσαν να καθορίσουν την τροχιά του πολέμου.

Σημαντική, σε αυτές τις εξελίξεις είναι η συνάντηση του Τραμπ με τον Ουκρανό Πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, προχθές Παρασκευή. Ο Ζελένσκι έφτασε εν μέσω πιεστικών απαιτήσεων της Ουκρανίας για προηγμένα όπλα, ιδιαίτερα πυραύλους Tomahawk, για να αντιμετωπίσει τις εντεινόμενες χειμερινές επιθέσεις της Ρωσίας. Κατά τη διάρκεια του διμερούς γεύματος, ο Τραμπ υποδέχτηκε θερμά τον Ζελένσκι, επαινώντας την εμφάνισή του και χαρακτηρίζοντάς τον «πολύ ισχυρό ηγέτη» που έχει «αντέξει πολλά», τονίζοντας την αυξανόμενη οικειότητά τους. Ο Ζελένσκι ευχαρίστησε τον Τραμπ για την κατάπαυση του πυρός στη Γάζα, προτρέποντάς τον να την επαναλάβει στην Ουκρανία, δηλώνοντας: «Ο Πούτιν δεν είναι έτοιμος, αλλά με τη βοήθειά σου μπορούμε να σταματήσουμε τον πόλεμο» ανέφερε, και σημείωσε ότι «το κλίμα έχει αλλάξει, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο».

Ο Τραμπ ενημέρωσε τον Ζελένσκι για την επικοινωνία του με τον Πούτιν, περιγράφοντας «ορισμένες αρχές», μιλώντας για «μεγάλη πρόοδο», ενώ εξέφρασε αισιοδοξία ότι ο Πούτιν θα συμφωνήσει σε ειρήνη. Ωστόσο, για τους Tomahawk, ο Τραμπ ήταν επιφυλακτικός, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ «τους χρειάζονται κι αυτές» και δεν μπορούν να εξαντλήσουν τα αποθέματα, αν και ο Ζελένσκι φέρεται να πρόσφερε «χιλιάδες drones» σε αντάλλαγμα.

Ο Ζελένσκι επίσης τόνισε συναντήσεις με αμερικανικές εταιρείες ενέργειας και άμυνας για την υποστήριξη της αεράμυνας και των υποδομών. Αυτή η αλληλεπίδραση υπογραμμίζει μια βασική δυναμική: ο τρόπος διαπραγμάτευσης του Τραμπ δίνει προτεραιότητα στην προσωπική σχέση με αντιπάλους όπως ο Πούτιν, συχνά εις βάρος των άμεσων αναγκών των συμμάχων, αν και αναγνώρισε το «τεράστιο κακό αίμα» μεταξύ Ζελένσκι και Πούτιν ως εμπόδιο.

Η επιλογή της Ουγγαρίας ως τόπου διεξαγωγής ενισχύει τους κινδύνους και τον συμβολισμό της συνάντησης. Με οικοδεσπότη τον Όρμπαν, τον οποίο ο Τραμπ επαίνεσε ως «πολύ καλό ηγέτη» με «ασφαλή» χώρα, η Βουδαπέστη αποτελεί ουδέτερο αλλά αμφιλεγόμενο έδαφος. Οι φιλορωσικές τάσεις του Όρμπαν – εμφανείς στην αντίθεση της Ουγγαρίας στις δυτικές κυρώσεις και την υποστήριξη στην Ουκρανία – τον καθιστούν ιδανικό διαμεσολαβητή για τον Πούτιν.

Οι αντιδράσεις στην Ουγγαρία είναι ανάμεικτες, με τον Όρμπαν να χαιρετίζει τη συνάντηση ως διπλωματικό επίτευγμα ενόψει των εκλογών του 2026, ενώ οι επικριτές τη βλέπουν ως υπονόμευση της ευρωπαϊκής ενότητας. Για τον Τραμπ, η συμμαχία με τον Όρμπαν ενισχύει την προτίμησή του για ισχυρούς ηγέτες, παρακάμπτοντας τις παραδοσιακές πολυμερείς πλατφόρμες.

Ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό είναι η περιθωριοποίηση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων – της ΕΕ, της Γερμανίας και της Γαλλίας. Οι κάποτε κεντρικοί παίκτες στη διπλωματία για την Ουκρανία μέσω μορφών όπως η ομάδα της Νορμανδίας, τώρα είναι περιθωριοποιημένοι. Η ΕΕ έχει επικεντρωθεί σε δευτερεύοντες ρόλους, όπως η κινητοποίηση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για την βοήθεια του Κιέβου, με πρόσφατες συμφωνίες μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας και Γερμανίας για την προώθηση αυτού.

Ωστόσο, το σχέδιο της Βουδαπέστης του Τραμπ αποτελεί «πλήγμα για την Ευρώπη», ταπεινώνοντας την ΕΕ με την ανάδειξη – ενίσχυση του Όρμπαν, ενός συχνού επικριτή της ΕΕ. Η Γερμανία και η Γαλλία, βασικοί υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της ένταξης της Ουκρανίας, υποβιβάζονται σε ρόλο παρατηρητή, με τις εκκλήσεις τους για συμμετοχή του ΟΗΕ σε άλλες συγκρούσεις όπως η Γάζα να υπογραμμίζουν τη στρατηγική ανυπαρξία της Ευρώπης.

Για μια ακόμη φορά, δυστυχώς, είναι πολύ πιθανή εάν όχι βέβαιη, η εισδοχή της Τουρκίας και του Ερντογάν, τον οποίο ο Τραμπ έχει επανειλημμένα επαινέσει. Ο Τραμπ δήλωσε πρόσφατα ότι ο Ερντογάν «μπορεί να βοηθήσει στον τερματισμό του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας», επικαλούμενος τον σεβασμό του από τον Πούτιν και το ιστορικό του σε συμφωνίες όπως η πρωτοβουλία για τα σιτηρά της Μαύρης Θάλασσας.

Ο ρόλος του Ερντογάν θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη διευκόλυνση παρασκηνιακών συνομιλιών ή ακόμα και τη φιλοξενία εναλλακτικών αν η Βουδαπέστη αποτύχει, δεδομένης της διπρόσωπης στάσης της Τουρκίας – που προτρέπει για διαπραγματεύσεις ενώ βοηθά στρατιωτικά την Ουκρανία. Η συμμετοχή του ευθυγραμμίζεται με την προτίμηση του Τραμπ για προσωπικές σχέσεις έναντι θεσμών. Ο Ερντογάν έχει μεσολαβήσει σε ανταλλαγές κρατουμένων και απελευθερώσεις ομήρων, επιδιώκοντας να παρουσιάσει την Τουρκία ως γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ωστόσο, αυτό αναδεικνύει έναν εξαιρετικά επικίνδυνο ηγέτη – αυταρχικό καθεστώς, που αποτελεί Δούρειο Ίππο στο εσωτερικό της Δύσης.

Συνολικά, αυτός ο «δεύτερος γύρος» ενσαρκώνει τη διπλωματία υψηλού κινδύνου. Η αισιοδοξία του Τραμπ συγκρούεται με την αδιαλλαξία του Πούτιν για εδαφικές παραχωρήσεις, ενώ ο Ζελένσκι αγωνίζεται για συνάφεια. Η επιτυχία θα μπορούσε να αποφέρει κατάπαυση του πυρός, αλλά η αποτυχία μπορεί να ενθαρρύνει τη Ρωσία, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης. Με την Ευρώπη στο περιθώριο και τον Ερντογάν στα παρασκήνια, η σύνοδος της Βουδαπέστης αποτελεί υψηλό ρίσκο και δοκιμασία για το κατά πόσο, οι προσωπικές συναντήσεις κορυφής μπορούν να υπερβούν τις εδραιωμένες συγκρούσεις – ή απλώς να τις παρατείνουν.

*Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος, με ειδίκευση στην Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική, Γεωπολιτική και Διεθνή Οικονομία. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον. Είναι μέλος του The International Institute for Strategic Studies, του Λονδίνου. Ως Δημοσιογράφος, υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο. 

** Η ανάλυση και τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις του συγγραφέα

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ