17.5 C
Athens

Ρόμπερτ Ρέντφορντ – Ζήσαμε μαζί του «τα καλύτερά μας χρόνια», πέθανε σε ηλικία 89 ετών

Στο ξεκίνημά του, κατά τη δεκαετία του ’70, λίγοι ηθοποιοί κατείχαν την δύναμη του Ρόμπερτ Ρέντφορντ ως σταρ. Εκτός από το ταλέντο και τις επιλογές του, οι ξανθές μπούκλες του, το θεληματικό πηγούνι του και το χαμόγελό του, είχαν συντείνει πολύ σε αυτό. Τα χρόνια πέρασαν και ο σταρ προσχώρησε στο ακτιβιστικό κίνημα για το περιβάλλον, παράλληλα με τις κινηματογραφικές του συμμετοχές που άφησαν εποχή. Κατόπιν, υποστήριξε με σθένος τον πρωτοποριακό κινηματογράφο, χρησιμοποιώντας  τη φήμη του για να ανατρέψει το κατεστημένο, προωθώντας παράλληλα τη δική του δημιουργική ατζέντα.

«Πιστεύω ότι υπάρχει ρόλος για την ακτιβιστική κινηματογράφηση», δήλωνε  στο Variety το 2002, «και θα έπρεπε να υπάρχει. Νομίζω ότι είναι απολύτως σκόπιμο να επικεντρωθούμε σε κοινωνικά, πολιτιστικά ζητήματα της εποχής μας – ιδιαίτερα στα ντοκιμαντέρ, καθώς η αλήθεια φαίνεται πιο δύσκολο να βρεθεί στις παραδοσιακές οδούς των μέσων ενημέρωσης και της δημοσιογραφίας».

Ο μεγάλος σταρ του Χόλιγουντ έσβησε χθες στον ύπνο του σε ηλικία 89 ετών, παραμένοντας ενεργός σχεδόν μέχρι την τελευταία πνοή του στις επάλξεις της τέχνης. Είχε γεννηθεί στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια το 1936. «Ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της μνήμης μου, επειδή όλοι ήταν ενωμένοι από τη συμμετοχή στον πόλεμο», έλεγε για τα πρώτα παιδικά του χρόνια το 2009.

Μετά τον πόλεμο, στις αρχές της εφηβείας του, έστρεψε την προσοχή του στον αθλητισμό και τις τέχνες. Μια δυσπιστία προς το κατεστημένο εμφανίστηκε νωρίς, όταν έλαβε ένα αθλητικό μετάλλιο κατά τη διάρκεια μιας εθνικής εορτής που ονομαζόταν Εβδομάδα Αγοριών σε ηλικία 13 ετών από τον τότε γερουσιαστή Ρίτσαρντ Νίξον.

«Μου έσφιξε το χέρι και μου έδωσε το βραβείο», αφηγήθηκε ο Ρέντφορντ, «και η ατμόσφαιρα που με διαπέρασε ήταν τόσο έντονη, που είπα: “Τι στο καλό, ποιος είναι αυτός ο τύπος; Τι ανατριχιαστικός, τι απολύτως σκοτεινός χαρακτήρας. Τι ψεύτικο, τεχνητό άτομο είναι αυτό”. Και μου κόλλησε, νομίζω ότι αυτό μου έμεινε… Φυσικά και το συνέδεσα με την πολιτική».

Μπήκε σε πολλά προβλήματα στο Λύκειο Van Nuys και αποβλήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, το οποίο φοίτησε με υποτροφία μπέιζμπολ, ύστερ από μια χρονιά με κακούς βαθμούς και επανειλημμένα επεισόδια άτακτης συμπεριφοράς.

Κέρδιζε αρκετά χρήματα από διάφορες μικροδουλειές ώστε να κατορθώσει να περιοδεύσει σε όλη την Ευρώπη για ένα χρόνο με την ιδέα να γίνει ζωγράφος. Αλλά αντί να επιστρέψει στο Λος Άντζελες, το οποίο θεωρούσε «ασφυκτικό και άγευστο», πήγε στη Νέα Υόρκη και κατέληξε να σπουδάσει υποκριτική στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών και να ξεκινήσει την καριέρα του.

Ο Πόλακ δήλωσε για εκείνον στο Variety το 2008: «Θα υπάρχουν εκείνοι που θα τον θυμούνται για ασυνήθιστες ταινίες όπως το “The Candidate” ή το “Downhill Racer”. Θα υπάρχουν εκείνοι που θα τον θυμούνται ως έναν σπουδαίο ρομαντικό πρωταγωνιστή σε ταινίες όπως το “The Way We Were”. Θα υπάρχουν εκείνοι που θα τον θεωρούν μια μεγάλη δύναμη στην ανάδυση του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Θα υπάρχουν εκείνοι που θα θυμούνται το “Ordinary People” ως ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο. Νομίζω ότι απολαμβάνει, με έναν διεστραμμένο τρόπο, να μην κάνει αυτό που περιμένεις να κάνει».

 

 

Έκανε σοβαρά θέματα όπως η θλίψη και η πολιτική διαφθορά να βρουν απήχηση στις μάζες, σε μεγάλο βαθμό λόγω της αξίας του ως σταρ. Ο γοητευτικός ηθοποιός και βραβευμένος σκηνοθέτης, με μια αποστροφή για την ουτοπική προσέγγιση του Χόλιγουντ στην κινηματογράφηση, συνήθως απαιτούσε οι ταινίες του να έχουν πολιτιστικό βάρος.

Ως ηθοποιός, οι μεγαλύτερες ταινίες του περιλάμβαναν το «Butch Cassidy and the Sundance Kid» (1969), με την τρυφερή ματιά στους απατεώνες μιας ετοιμοθάνατης Δύσης, και το «All the President’s Men» (1976), για την δημοσιογραφική «καταδίωξη» του Προέδρου Ρίτσαρντ Μ. Νίξον στην εποχή του Γουότεργκεϊτ. Στο «Three Days of the Condor» (1975) ήταν ένας εσωστρεφής αποκρυπτογράφος της CIA που παγιδεύτηκε σε ένα δολοφονικό παιχνίδι γάτας-ποντικιού. Το «The Sting» (1973), για απατεώνες της εποχής της Μεγάλης Ύφεσης, του χάρισε την πρώτη και μοναδική υποψηφιότητά του για Όσκαρ ως ηθοποιού.

Ηταν ένας από τους αγαπημένους πρωταγωνιστές του Χόλιγουντ επί δεκαετίες, είτε σε κωμωδίες, δράματα ή θρίλερ. Τα στούντιο τον παρουσίαζαν συχνά ως σύμβολο του σεξ. Το έργο του ως ρομαντικού πρωταγωνιστή όφειλε πολλά στις επιβλητικές ηθοποιούς που τον συνόδευαν – την Τζέιν Φόντα στο “Barefoot in the Park” (Ξυπόλυτοι στο πάρκο,1967), την Μπάρμπρα Στρέιζαντ στο “The Way We Were” (Τα καλύτερά μας χρόνια- 1973), την Μέριλ Στριπ στο “Out of Africa” ​​(Πέρα από την Αφρική- 1985).

«Ο Ρέντφορντ δεν ήταν ποτέ τόσο εκθαμβωτικά λαμπερός», έγραψε η κριτικός Πολίν Κάελ στο The New Yorker, «όσο όταν τον βλέπαμε μέσα από τα ερωτευμένα μάτια της Μπάρμπρα Στρέιζαντ».

 

Ξεκίνησε να ασχολείται με τη σκηνοθεσία στα 40 του και κέρδισε Όσκαρ για την πρώτη του δουλειά, το  «Ordinary People»  (Συνηθισμένοι άνθρωποι- 1980), που αφορά την κατάρρευση μιας οικογένειας της ανώτερης μεσαίας τάξης μετά τον θάνατο ενός γιου. Το «Ordinary People» πήρε άλλα τρία Οσκαρ συμπεριλαμβανομένου αυτού της καλύτερης ταινίας.

Η επόμενη ταινία του ως σκηνοθέτης, The Milagro Beanfiled War (1988), ένα κωμικό δράμα για έναν αγρότη από το Νέο Μεξικό στον οποίο αδιάφοροι άνθρωποι αρνήθηκαν τα δικαιώματά του στο νερό, ήταν μια αποτυχία. Αλλά ο αρνήθηκε πεισματικά να ασχοληθεί με λιγότερο φλέγοντα για εκείνονθέματα. Αντ’ αυτού, σκηνοθέτησε και παρήγαγε το «A River Runs Through It» (1992), ένα αδρανές δράμα εποχής για ψαράδες στη Μοντάνα που διερευνούν υπαρξιακά ερωτήματα, και το «Quiz Show» (1994), για ένα διαβόητο τηλεοπτικό σκάνδαλο της δεκαετίας του ’50.  Το «Quiz Show» προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ, συμπεριλαμβανομένων των Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας.

Ίσως η μεγαλύτερη πολιτιστική επίδρασή του ήταν ως ανεξάρτητου ιμπρεσάριου ταινιών που έκανε τα πάντα για να τα βγάλει πέρα. Το 1981, ίδρυσε το Ινστιτούτο Sundance, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό αφιερωμένο στην καλλιέργεια νέων κινηματογραφικών φωνών. Ανέλαβε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου στη Γιούτα που αντιμετώπιζε δυσκολίες το 1984 και το μετονόμασε σε ινστιτούτο λίγα χρόνια αργότερα.

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance, στο Παρκ Σίτι, έγινε μια παγκόσμια βιτρίνα και μια ελεύθερη αγορά για αμερικανικές ταινίες που γυρίστηκαν εκτός του συστήματος του Χόλιγουντ. Με την αναστάτωση που προκλήθηκε από την ανακάλυψη ταλέντων όπως ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, ο οποίος έστειλε το «Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες» του στο φεστιβάλ το 1989, το Sundance έγινε συνώνυμο με την αιχμηρή δημιουργικότητα.

 

Οι σκηνοθέτες Quentin Tarantino, James Wan, Darren Aronofsky, Nicole Holofcener, David O. Russell, Ryan Coogler, Robert Rodriguez, Chloé Zhao και Ava DuVernay γαλουχήθηκαν από το Sundance. Το Sundance εξελίχθηκε επίσης σε ένα από τα κορυφαία φεστιβάλ ντοκιμαντέρ στον κόσμο, ιδίως εκείνων που επικεντρώνονται σε προοδευτικά θέματα όπως τα αναπαραγωγικά δικαιώματα, τα ζητήματα LGBTQ+ και η κλιματική αλλαγή. Ο αριθμός των συμμετεχόντων ξεπέρασε τους 85.000 το 2025, από μερικές εκατοντάδες στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

«Θέλω οι λάτρεις του μάρκετινγκ – οι διαφημιστές βότκας και οι άνθρωποι με τις τσάντες δώρων- να εξαφανιστούν για πάντα», είπε σε έναν δημοσιογράφο κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ του 2012, καθώς περπατούσε με χιονοπέδιλα σε μια προβολή, με έναν νεαρό βοηθό πίσω του να αγωνίζεται να τον ακολουθήσει. «Δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που συμβαίνει εδώ!»

Προτιμώντας τη ζωή στο απομονωμένο ράντσο του στη Γιούτα, δημιούργησε την εικόνα ενός απρόθυμου σταρ. Από πολλές απόψεις, δημιούργησε το αρχέτυπο του ηθοποιού ως περιβαλλοντολόγου που θα υιοθετούσαν αστέρες όπως ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και ο Μαρκ Ράφαλο.

Δεν ήθελε να τον αποκαλούν ακτιβιστή, μια ταμπέλα που έβρισκε πολύ αυστηρή. Αλλά ήταν ακτιβιστής.

Οι κριτικοί κινηματογράφου λάτρευαν να του γράφουν κακές κριτικές. Το 1974, η ερμηνεία του ως Τζέι Γκάτσμπι στην ταινία «Ο Υπέροχος Γκάτσμπι» έτυχε σχεδόν καθολικής περιφρόνησης, με μια κριτικό να γράφει ότι ο κ. Ρέντφορντ «δεν μπορούσε να ξεπεράσει την άψογη εγωκεντρικότητά του».

Η ταινία «Butch Cassidy and the Sundance Kid» ήταν μια ταινία που έλαβε καλές κριτικές, αλλά πέτυχε στο box office σε μεγάλο βαθμό επειδή  συμπρωταγωνίστησε με ένα άλλο είδωλο, τον Πολ Νιούμαν. Επανέλαβαν το κόλπο το 1973 για τον ίδιο σκηνοθέτη, Τζορτζ Ρόι Χιλ, με το «The Sting» (Το κεντρί).

 

 

Η ταινία με τις περισσότερες πωλήσεις εισιτηρίων με εκείνον ως ηθοποιό (χωρίς να υπολογίζονται δύο ταινίες της Marvel στο τέλος της καριέρας του, στις οποίες έπαιξε δευτερεύοντες ρόλους) ήταν το «Indecent Proposal» (Ανήθικη Πρόταση του 1993», στην οποία συμπρωταγωνιστούσαν η Ντέμι Μουρ και ο Γούντι Χάρελσον και η οποία απέφερε 267 εκατομμύρια δολάρια, ή 590 εκατομμύρια δολάρια σε σημερινές τιμές.

Οι τελευταίοι ρόλοι του  περιλάμβαναν το «Our Souls at Night» (2017), ένα ρομαντικό μυθιστόρημα, με συμπρωταγωνίστρια την Τζέιν Φόντα και το «The Old Man and the Gun» (2018), ένα δράμα βασισμένο σε αληθινή ιστορία για έναν εβδομηντάχρονο ληστή τραπεζών. Αποσύρθηκε από την υποκριτική, εν μέρει επειδή γινόταν όλο και πιο δυσκίνητος.

Με μια κίνηση που αιφνιδίασε τους θαυμαστές του και τo Xόλιγουντ, ο εμβληματικός ηθοποιός και σκηνοθέτης, είχε επιστρέψει πρόσφατα  στη μικρή οθόνη. Εκανε μια σύντομη αλλά αξιομνημόνευτη εμφάνιση στην πρεμιέρα της τρίτης σεζόν του γουέστερν θρίλερ «Dark Winds» η οποία προβλήθηκε τον φετινό Μάρτιο.

 

*Με πληροφορίες από The New York Times, Hollywood Reporter, Variety

 

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ