Μια ισχυρή απόδειξη της ενισχυμένης θέσης της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαι, να πρωταγωνιστεί στις συζητήσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική, ήταν η τελευταία σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που πραγματοποιήθηκε σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
Του Κώστα Πασίση
Ένα από τα κεντρικά συμπεράσματα της Συνόδου ήταν η υιοθέτηση της ελληνικής πρότασης για τη συνεργασία της Ε.Ε. με τρίτες χώρες, που περιλαμβάνεται στο κείμενο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Συγκεκριμένα, η Ελλάδα πέτυχε τη συμπερίληψη της θέσης ότι η συνεργασία με «ομονοούσες χώρες» (like-minded countries) πρέπει να βασίζεται στη συμμετοχή τους στους στόχους της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της Ε.Ε.
Όπως εξηγεί έμπειρος διπλωμάτης πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η Ε.Ε. επιδιώκει να συνεργαστεί με χώρες που:
– Συμφωνούν με τις βασικές αξίες και αρχές της Ε.Ε. στην εξωτερική πολιτική, όπως είναι ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, η ειρηνική επίλυση των διαφορών κ.α
– Έχουν παρόμοιες στρατηγικές προτεραιότητες στην ασφάλεια και την άμυνα με την Ε.Ε.
Και κυρίως δεν υιοθετούν πολιτικές που έρχονται σε αντίθεση με τους ευρύτερους στόχους της Ε.Ε. στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας, «φωτογραφίζοντας» την Τουρκία η οποία αυτοπροσδιοριζεται ως ο χωροφύλακας της Ανατολικής Μεσογείου.
Η ελληνική προσθήκη είναι σημαντική επειδή ενισχύει την επιρροή της Ελλάδας στην διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας της Ε.Ε. ενώ είναι ένας μηχανισμός διασφάλισης ότι η Ε.Ε. δεν θα συνεργάζεται στρατιωτικά ή αμυντικά με χώρες που ενδέχεται να έχουν επιθετικές ή αναθεωρητικές πολιτικές απέναντι σε κράτη μέλη της Ε.Ε. ή στην ευρύτερη περιοχή.
Στη βάση αυτή η εν λόγω εξέλιξη αποτελεί ελληνική διπλωματική επιτυχία η οποία ήλθε ως απάντηση σε ένα αφήγημα ενδοτικότητας στην εξωτερική πολιτική που στήνουν κάποιοι κύκλοι στο εσωτερικό της χώρα.
«…Είναι ό,τι πιο ανυπόστατο υπάρχει, αυτό το οποίο κάποιοι προσπαθούν να δημιουργήσουν, ότι η Ελλάδα αποτυγχάνει στην εξωτερική της πολιτική. Η Ελλάδα, το επαναλαμβάνω, με βάση τα αποτελέσματα, κινήσεις που δεν έγιναν για ολόκληρες δεκαετίες, έχει καταφέρει μέσα σε έξι χρόνια να δυναμώσει, όσο δεν δυνάμωσε ολόκληρες δεκαετίες. Και αυτό το έχει κάνει γιατί; Γιατί έχει μια Κυβέρνηση, έναν Πρωθυπουργό, Υπουργούς Εξωτερικών, οι οποίοι προτιμούν να μιλάνε με πράξεις», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά τη διάρκεια ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών.
Να σημειώσουμε ότι ο Πρωθυπουργός έκανε εκτενή αναφορά στη Λιβύη, θίγοντας το διπλό ζήτημα του μεταναστευτικού και του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Αναφέρθηκε στην αποστολή πολεμικών πλοίων με σκοπό την αναστροφή των σκαφών που μεταφέρουν μετανάστες πίσω στη Λιβύη.
Στο πεδίο της ευρωπαϊκής άμυνας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε με έμφαση την ανάγκη για ένα ισχυρό ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο που θα προωθεί προγράμματα κοινού ενδιαφέροντος.
Αναφερόμενος στο φιλόδοξο 12ετές εξοπλιστικό σχέδιο της Ελλάδας, ο Πρωθυπουργός τόνισε την ανάγκη στήριξης του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος νεοφυών επιχειρήσεων στον αμυντικό τομέα.
Η πρότασή του για ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής, σε συνδυασμό με τη δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, αναδεικνύει το στρατηγικό σχέδιο της κυβέρνησης, που συνδυάζει την εθνική ενίσχυση με την ευρωπαϊκή συνεργασία.
Ο Πρωθυπουργός επίσης επανέλαβε τις πάγιες ελληνικές θέσεις για τη Μέση Ανατολή και τη Συρία.
Υπογράμμισε την ανάγκη διατήρησης της εκεχειρίας μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, ενώ επανέφερε το ζήτημα της άμεσης ειρήνευσης στη Γάζα και της απελευθέρωσης των ομήρων.


