17.6 C
Athens

Πέθανε η ηθοποιός Νόνικα Γαληνέα

Στο σπίτι της, με τους δικούς της ανθρώπους, «έφυγε» σήμερα το πρωί η Νόνικα Γαληνέα, βυθίζοντας σε πένθος όσους την αγαπούσαν. Και ήταν πολλοί. Σε έξι ημέρες θα γιόρταζε τα γενέθλιά της. Δεν πρόλαβε. Επί έξι δεκαετίες «όργωνε» το θεατρικό σανίδι, παίζοντας πολλούς και σπουδαίους ρόλους.

Η Νόνικα (Αντιγόνη) Γαληνέα γεννήθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 1938. Ήταν ηθοποιός, συγγραφέας, μεταφράστρια και επιχειρηματίας. Ο πατέρας της Πέτρος Γαληνέας, δικηγόρος από την Καρδαμύλη της Μάνης  διετέλεσε διευθυντής των Μύλων Αγίου Γεωργίου. Αργότερα διατηρούσε γραφείο στην οδό Νίκης όπου διαχειριζόταν περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας Μυταράκη από όπου προερχόταν η δεύτερη σύζυγός του.

Μητέρα της η Θεοδοσία (Dorette) Kαραϊωσηφόγλου (1912-2010) η οποία μετά τον χωρισμό της από τον Πέτρο Γαληνέα, παντρεύτηκε τον Αλέξανδρο Παναγιωτόπουλο με τον οποίο απέκτησε ένα γιο. Τρίτος σύζυγός της ήταν ο εφοπλιστής και τραπεζίτης Στρατής Ανδρεάδης (1905-1989).

Φλωρεντία, Ελβετία, Λονδίνο

Η Νόνικα Γαληνέα φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Μακρή και στην ηλικία των 14 ετών πήγε για σπουδές στη Φλωρεντία. Τον επόμενο χρόνο πήγε στο αγγλικό σχολείο Montre-Satelard School στην Ελβετία, και στην ηλικία των 18 εγγράφηκε στο Densons Secretarial College στο Λονδίνο. Κατόπιν σπούδασε στο Weber Douglas School of Singing and dramatic art. Επίσης, στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης.

Είχε παντρευτεί τον νευρολόγο Νίκο Μουτούση. Οι δυο τους έζησαν στο Παρίσι για 5 χρόνια όπου απέκτησαν μαζί τρεις κόρες τις δίδυμες Αλεξία και Αριέττα και την Μαρία-Αμαλία. Οι Αριέττα και η Αμαλία είναι κι εκείνες ηθοποιοί πρώτης γραμμής, όπως και η μητέρα τους.

Θέατρο Τέχνης

Η σταδιοδρομία της ξεκίνησε με το Θέατρο Τέχνης. Συνεργάζεται με τον Κάρολο Κουν, την Κατίνα Παξινού, τον Δημήτρη Χορν, την Άννα Συνοδινού, τον Αλέξη Μινωτή, τον Δημήτρη Μυράτ κ.α. Από το 1969, έζησε και συνεργάστηκε με τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Μαζί, δημιούργησαν δύο θεατρικές σκηνές, το Θέατρο Ιλίσια και το Στούντιο Ιλίσια. Στη συνέχεια, συνεργάστηκε με το Εθνικό θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και το Αμφιθέατρο. Επίσης, έκανε πολλές συνεργασίες με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και παραστάσεις στη Μεγάλη και στη Μικρή Επίδαυρο, καθώς και στο Covent Garden, στο Λονδίνο.

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης και η Νόνικα Γαληνέα ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή ζευγάρια τόσο στη ζωή όσο και το θέατρο για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Μιλώντας για τη γνωριμία τους η Νόνικα Γαληνέα είχε πει σχετικά με τη γνωριμία τους: Γνωριστήκαμε το καλοκαίρι του 1969, τότε που πρωτοδουλέψαμε στο θέατρο ”’Μετροπόλιταν” της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στα “Μεγάλα Χρόνια” του Γεωργίου Ρούσσου. Εγώ ήμουν σε διάσταση από πολύ καιρό και εκείνη την εποχή έβγαινε επιτέλους το διαζύγιό μου. Ο Αλέκος ήταν πάντα ο πρώτος που ερχόταν στην πρόβα και ο τελευταίος που έφευγε. Ήξερα πως ήταν παντρεμένος και πως είχε ένα αγοράκι.

Η Μόνικα και η Νόνικα

Δεν είχαμε ανταλλάξει ποτέ κουβέντα εκτός από καλημέρα και επειδή δεν τολμούσα να τον κοιτάω, πήγαινα από πίσω του και κοίταζα το σβέρκο και τα μαλλιά του. Ήταν πολύ ωραίος. Ένιωθα μεγάλη έλξη, αλλά ποτέ δεν φανταζόμουν πως μια μέρα, σύντομα, θα είμαστε ζευγάρι. Δε φανταζόμουν καν πως του άρεσα. Την πρώτη φορά που μου μίλησε στην πρόβα μού είπε: “Καλοκαίρι με τη Μόνικα”. Του είπα: “Μόνο που εμένα με λένε Νόνικα”. Και μου απάντησε: “Το ξέρω”. Δε μίλαγε ο άτιμος και εγώ ήμουν τρισχειρότερη. Έλεγα από μέσα μου: “Αντίσταση, βάλε αντίσταση, θα γίνεις ρεζίλι…”. Αυτό που αισθανόμουν μέρα με τη μέρα μεγάλωνε.

Στο Θέατρο “Μετροπόλιταν” η Νόνικα Γαληνέα μοιραζόταν το καμαρίνι της με την Νίκη Τριανταφυλλίδη, την πρωταγωνίστρια του έργου. “Δεν είχα υποψιαστεί πως δεν μπορούσε να με υποφέρει. Έδειχνε άγγελος επί της γης, αλλά πρέπει να είχε διαισθανθεί ότι άρεσα στον Αλεξανδράκη. Ένα βράδυ, στις 29 Ιουνίου 1969, μέρα Σάββατο, βγαίνοντας απ’ το καμαρίνι μας με κλείδωσε μέσα και έφυγε. Άρχισα να φωνάζω. Ο φύλακας δεν υπήρχε περίπτωση να με ακούσει. Αν και φορούσε διπλά ακουστικά, ήταν θεόκουφος. Και με άκουσε ο Αλεξανδράκης από τη μάντρα, δύο τετράγωνα πιο κάτω, όπου είχε πάει να πάρει το αυτοκίνητό του. Γύρισε πίσω και μου άνοιξε μαζί με το φύλακα, γιατί η άλλη είχε βάλει λουκέτο.

Του είπα πως δεν είχα αυτοκίνητο, παρόλο που είχα, ένα κάμπριο Triumph διθέσιο, το οποίο μόλις είχα πάρει. Το είχα στην ίδια μάντρα που είχε κι εκείνος το δικό του, αλλά μια και ο Αλέκος έμενε στη Γλυφάδα κι εγώ στον Αστέρα της Γλυφάδας με πήγε εκείνος. Στη διαδρομή έτρεμα ολόκληρη από τρακ και νόμιζα πως θα τρελαινόμουν. Όταν βγήκε απ’ το αυτοκίνητο για να με καληνυχτίσει, του είπα (πώς το τόλμησα ούτε ξέρω): ”Φίλησέ με”. Εκείνος μου είπε: ”Άσ’ το καλύτερα”, και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι βρεθήκαμε κάτω από ένα δέντρο, ενώ τ’ αυτοκίνητα περνούσαν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο ρίχνοντας τα φώτα τους πάνω μας….”.

Τι κι αν ήταν παντρεμένος και η γυναίκα του έγκυος: “Έπαθα ερωτικό αμόκ!”
Σύντομα ο γάμος του Αλεξανδράκη ήταν παρελθόν. “Έφυγε από το σπίτι του και ήρθε να μείνει μαζί μου. Η γυναίκα του γύρισε στην Ελβετία με τα δυο παιδιά τους”. Απρόβλεπτο: οι σχέσεις της Νόνικας με την οικογένεια Αλεξανδράκη, δυνάμωσαν  με τον θάνατο εκείνου!
Είκοσι χρόνια

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης και η Νόνικα Γαληνέα αποτέλεσαν ζευγάρι στη ζωή και στο θέατρο για περισσότερα από είκοσι χρόνια, γράφοντας ιστορία με παραστάσεις όπως το “Κάθε χρόνο τέτοια μέρα”, “Μάρτυς κατηγορίας”, “Καινούργια σελίδα”. Το 1986 το θεατρικό ζευγάρι εγκαταστάθηκε στο θέατρο ”Ιλίσσια’, το οποίο ανακαίνισε εξ ολοκλήρου. Εκεί ανέβηκαν παραστάσεις που άφησαν εποχή, ανάμεσά τους η “Επιστροφή της γηραιάς κυρίας” και η “Ευαίσθητη ισορροπία”. Ο κύκλος ωστόσο έκλεισε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. “Χωρίσαμε με τον Αλέκο με πολύ κόπο, διατηρώντας πάντα μια πολύ ουσιαστική σχέση και αντιμετωπίζοντας το χωρισμό μας με αλήθεια και σεβασμό. Αυτό έσωσε τη σχέση μας”.

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης  έκλεισε ως άντρας, αφού μετά τον χωρισμό προτίμησε να πορευτεί ολομόναχος. «Αισθάνθηκα πως είχα μεγαλώσει αρκετά για να συνεχίσω με κάποια άλλη γυναίκα στο πλευρό μου», είχε δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του.
Η οικογένειά της

Η Νόνικα Γαληνέα απέκτησε δισέγγονο το 2019: Γέννησε η κούκλα συνονόματη εγγονή της
Η εγγονή της, Νόνικα Τσαπέλα, γέννησε στις 8 Ιουνίου του 2019, το πρώτο της παιδί, ένα υγιέστατο κοριτσάκι. Η 26χρονη Νόνικα είναι κόρη της Αλέξιας Μουτούση, δίδυμης αδελφής της ηθοποιού Αριέττας Μουτούση. Είχε  τρία εγγόνια, τον Μιχάλη, γιο της Αριέττας και δύο κορίτσια από την Αλέξια, 26 και 23 χρόνων.

Είχε συνεργαστεί με αναγνωρισμένους καλλιτέχνες όπως ο Μίνως Βολανάκης, ο Γιάννης Κόκκος, ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Ανδρέας Βουτσινάς, ο Stuart Burge, ο Διονύσης Φωτόπουλος, η Θεώνη Aldredge, ο Νίκος Πετρόπουλος κ.α. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών, ένα μεγάλο διάστημα του χρόνου της, ζούσε στο Λονδίνο. Είχε μεταφράσει δεκαεπτά θεατρικά έργα, πολλά εκ των οποίων έχουν δημοσιευτεί. Εγραψε δύο αυτοβιογραφικά βιβλία: «Η ζωή μου» εκδόσεις Λιβάνη 2005, «Επέστρεφε» εκδόσεις Ιανός, 2007.
Διακρίσεις: Το 2006, βραβεύτηκε με το έπαθλο Κυβέλη, για την προσφορά της στο ελληνικό θέατρο. Διακρίθηκε επίσης για την προσφορά της στο θέατρο με το βραβείο Νίκος Κούρκουλος το 2017.

Ρόλοι – ογκόλιθοι

Γράφει η ίδια στο «Επέτρεφε»: Οι ρόλοι- ογκόλιθοι  που έπαιξα επί σειρά ετών στο θέατρο Ιλίσια (στα έργα «Λεωφορείο ο Πόθος» του Τέννεσσυ Ουίλλιαμς, «Ταξίδι Μεγάλης Μέρας μέσα στη Νύχτα» του Ευγένιου Ο’ Νηλ, «Η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρρενματ, «Ο Χορός του Θανάτου» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ και σε τόσα άλλα) είναι, ως γνωστόν, οι λεγόμενοι ρόλοι ρεπερτορίου. Δηλαδή προορισμένοι να παιχτούν από ηθοποιούς μιας κρατικής σκηνής σε περιορισμένο αριθμό παραστάσεων. Δεν είναι ρόλοι που μπορεί να τους αντέξει ψυχικά και σωματικά μια ηθοποιός παίζοντάς τους εφτά μήνες κάθε βράδυ και με διπλές παραστάσεις επί τρεις φορές την εβδομάδα. Πόσο μάλλον όταν σ’ αυτή την υπέρβαση προστίθεται όλη η ευθύνη της οργάνωσης ενός θεάτρου, όλη η οικονομική ευθύνη, οι μεταφράσεις και τόσα άλλα καθημερινά προβλήματα.

Τα τελευταία χρόνια λοιπόν στο «Ιλίσια» (συμπλήρωνα γύρω στα είκοσι πέντε χρόνια στο θέατρο) μόλις έμπαινα στο καμαρίνι μου μ’ έπιανε ένας φοβερός πονοκέφαλος. Κάθε βράδυ. Ζούσα με ασπιρίνες, με μασάζ πριν βγω στη σκηνή και με χιλιάδες χάπια, υποτίθεται ειδικά για πονοκεφάλους, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Έβγαινα στη σκηνή άρρωστη. Ήξερα πως δεν ήμουνα σε θέση να υπερασπίσω τον εαυτό μου απέναντι στο κοινό, να δικαιολογήσω την ύπαρξή μου πάνω στη σκηνή. Ένιωθα ανεπαρκής κι αυτό με σκότωνε. Οι ρόλοι απαιτούσαν ένταση, ερωτισμό, αντοχή κι εγώ ήμουν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Μόλις τελείωνε η παράσταση όμως, ο πονοκέφαλος σταματούσε.

Δεν ήξερα τι κάνω. Πώς να διακόψω τις παραστάσεις; Τι θα γινόταν το θέατρο; Ούτε να αναβάλω παράσταση μπορούσα. The show must go on. Θυμάμαι πως εκείνη την εποχή ο Cartier είχε βγάλει ένα καινούριο άρωμα που λεγόταν Must. Έστειλα και μου το αγόρασαν, γιατί έλεγα πως αυτό το άρωμα είχε γίνει για μένα. Η ζωή μου ήταν μόνο ένα must, ένα «πρέπει». Ένα βράδυ λοιπόν ήμουνα σε απόγνωση, άρρωστη από πονοκέφαλο, ως συνήθως. Ευτυχώς ο ρόλος ήταν δραματικός ( έπαιζα τη Μαίρη Ταϋρόν στο «Ταξίδι Μεγάλης Μέρας») και μου έδινε τη δυνατότητα να κλάψω. Άρχιζε το έργο και έλεγα κάτι που δεν προοριζόταν να γίνει κατανοητό από το κοινό. Μια «απόχρωση», μια «υποψία» χιούμορ, πίκρας, πόνου, που ήταν περισσότερο μια σκέψη της ηρωίδας παρά κάτι που είχε ως στόχο να «περάσει» κάτω στην πλατεία.

Τότε κάποιος θεατής με πολύ ζεστό ήχο φωνής, με μια ανεπαίσθητη αντίδρασή του, μ’ έκανε να νιώσω την «επαφή». Μια ιδιαίτερη επαφή. Ερωτική. Άρχισα να παίζω γι’ αυτόν. Είμαι βέβαιη πως το κατάλαβε. Έπαιζα πρώτα με το σώμα μου και μετά με το μυαλό μου. Πιστεύω πως εκείνο το βράδυ ξεπέρασα τα όριά μου ως ηθοποιός. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν δημιουργία, αλλά έτσι ένιωσα. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο θεατής. Δεν ήρθε στο καμαρίνι μετά την παράσταση. Άρχισα να παίζω αυτό το παιχνίδι κάθε βράδυ. Αναζητούσα έναν θεατή, παίζοντας με το σώμα και μετά με το μυαλό. Αναζητούσα τον άγνωστο, εκείνον ή κάποιον άλλο, που χωρίς να το ξέρει θα μπορούσε να με κάνει να υπάρξω. Αυτό τον άγνωστο για τον οποίο έπαιζα κάθε βράδυ. Αυτό τον άγνωστο που έτρεμα μην παρουσιαστεί μετά την παράσταση στο καμαρίνι και χαθεί η μαγεία. Αυτό τον άγνωστο που είχε γίνει μέρος της ζωής μου και που, αν κατάφερα να τα βγάλω πέρα, το οφείλω σ’ αυτόν.

Ιοκάστη στην Επίδαυρο

Και για την εμφάνισή της στην Επίδαυρο:

Η παράσταση συνεχίζεται με τον τελευταίο μέχρι σήμερα ρόλο μου: Ιοκάστη Επίδαυρος, Ιούλιος 2005, «Οιδίπους Τύραννος» του Σοφοκλή, Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας. Οιδίπους και σκηνοθέτης της παράστασης ο Γιώργος Κιμούλης, μετάφραση Κ. Χ. Μύρης, στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου, κορυφαίος του Χορού ο Γιώργος Νταλάρας. Μια υπερπαραγωγή με σημαντικά ονόματα ξένων συντελεστών και με τις υψηλότερες προδιαγραφές. Μια παράσταση που κατακρεουργήθηκε, αλλά και αποθεώθηκε. Λάτρευα τον ρόλο. Οι πρόβες για μένα ήταν δώρο Θεού και αυτό το δώρο, μετά από πολλή δουλειά που έκανα με τον εαυτό μου για τον εαυτό μου (βοήθησε σ’ αυτό η απομόνωσή μου στο Λυγουριό – ξύπναγα το χάραμα με τα κοκόρια και έπινα τους καφέδες μου χωμένη μες στους βασιλικούς), έφερε ως αποτέλεσμα τον πιο σοβαρό για μένα λόγο ύπαρξής μου σ’ αυτή τη «δουλειά». Όταν βγήκα στη σκηνή και αντίκρισα αυτόν τον ιερό χώρο ασφυκτικά γεμάτο, δεν ένιωσα πανικό, δεν ένιωσα φόβο, δεν ένιωσα ανασφάλεια. Ένιωσα την απόλυτη πληρότητα. Ελευθερώθηκα. Ήμουνα γεμάτη από ευγνωμοσύνη, γιατί αυτό αισθανόμουν, το βίωνα. Συνέβαινε την ώρα που έπαιζα. Ήμουν εκεί, παρέα με τον Θεό και με τον γκιόνη. Μες στην αγκαλιά μου χώρεσε ολόκληρη η Επίδαυρος. Λυτρώθηκα.

Η κηδεία της Νόνικας Γαληνέα θα γίνει την Τρίτη 6 Ιουνίου, στη 1 το μεσημέρι, από το Α’ Νεκροταφείο. Θερμή παράκληση της οικογένειας να μην εισέλθουν κάμερες στον χώρο του νεκροταφείου.

Επιθυμία της Γαληνέα ήταν, όταν φύγει από την ζωή, αντί στεφάνων τα χρήματα να δοθούν για τους σκοπούς του Ιδρύματος «Το σπίτι του ηθοποιού».

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ