Ούτε καν με τιμές Γενικού Γραμματέα; – Γράφει ο Θάνος Τζήμερος

“Υπήρξε αρχηγός κράτους, του Βασιλείου της Ελλάδος, που δεν υφίσταται πια”. Αν πρωτοετής φοιτητής Πολιτικών Επιστημών έλεγε αυτή τη φράση, θα είχε κοπεί σε dt. Θα τον κοιτούσε επιτιμητικά ο καθηγητής του, και θα του έλεγε: «Eίσαι με τα καλά σου, παιδί μου; Δεν κατανοείς τη διαφορά ανάμεσα στο κράτος και το πολίτευμα, και θες να σπουδάσεις Πολιτικές Επιστήμες;»

Του Θάνου Τζήμερου

Την εκστόμισε όμως ο πρωθυπουργός. Δεν ξέρω αν είναι τόσο αμαθής ή τόσο τρομοκρατημένος. Δεν ξέρω και ποιο είναι χειρότερο. Ξέρω, όμως, ότι ακόμα μια φορά φανήκαμε μικρόψυχοι και εμπαθείς. Όχι προς τον Κωνσταντίνο, αλλά προς την ίδια την ιστορία μας. Ακόμα μια φορά, η κυβέρνηση ενέδωσε στις απειλές της αριστεράς πως θα τα κάνει όλα λίμπα, αν ο «έκπτωτος μονάρχης» ταφεί με τις τιμές που του αρμόζουν.

Μα, αρμόζουν τιμές σε «έκπτωτο μονάρχη»; Βεβαίως, διότι δεν ήταν ούτε έκπτωτος, ούτε μονάρχης. Η διαστροφή των εννοιών ήταν το πρώτο πεδίο στο οποίο θριάμβευσε ο τραμπουκισμός της αριστεράς, ενώ ο αστικός κόσμος απλώς παρακολουθούσε, όταν δεν αναπαρήγαγε την οπτική της. Έκπτωτος είναι κάποιος που με θεσμική απόφαση, δικαστηρίου ή άλλου θεσμικού οργάνου, εκπίπτει ενός αξιώματος – το οποίο συνεχίζει να υπάρχει. Όταν καταργείται ένα αξίωμα, αυτός που το κατείχε είναι «πρώην». Όταν καταργήθηκε ο θεσμός της Νομαρχίας και συστάθηκαν οι Περιφέρειες, οι κατέχοντες τη θέση δεν έγιναν έκπτωτοι νομάρχες – έγιναν πρώην. Η λέξη «έκπτωτος» φέρει εγγενή απαξία, αναφέρεται σε κάποιος που πέφτει, που τον ρίχνουν, που τον γκρεμίζουν από τη θέση του, λόγω ανεπαρκούς ή παράνομης συμπεριφοράς. Το 1974 δεν κρίθηκε αν ο Κωνσταντίνος ήταν άξιος ή μη για τη θέση του Βασιλέα. Οι Έλληνες πολίτες αποφάσισαν ποιο είδος πολιτεύματος προτιμούν. Οι επιλογές του δημοψηφίσματος δεν ήταν Μοναρχία ή Δημοκρατία. Ήταν Βασιλευόμενη ή Αβασίλευτη Δημοκρατία. Μονάρχης είναι ο ελέω θεού βασιλιάς, αυτός που συγκεντρώνει όλη την εξουσία στο πρόσωπό του. Ο Κωνσταντίνος μετά το δημοψήφισμα του 1974 έγινε «πρώην βασιλεύς των Ελλήνων». Όσο βασίλευε, το πολίτευμα ήταν συνταγματική δημοκρατία, όπως είναι και σήμερα. Βασιλευόμενη τότε, προεδρευόμενη τώρα.

Άρα, ο εκλιπών υπήρξε νομιμότατος αρχηγός κράτους. Θα έπρεπε να ταφεί με τιμές αρχηγού κράτους όπως προβλέπει το πρωτόκολλο. Μα, δεν έκανε λάθη; Πιθανόν, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το πώς άσκησε την εξουσία του ο εκλιπών, θα το κρίνουν οι ιστορικοί, όχι οι πανελίστες των πρωινάδικων ή τα τρολ των social media. Δεν προβλέπεται μια θεσμική επιτροπή που θα κρίνει την απόδοση κάθε τεθνεώτος αρχηγού του Ελληνικού Κράτους, βασιλιά ή προέδρου, και ανάλογα θα αποφασίζει για τον τρόπο κηδείας του. Υπήρξε αρχηγός του Ελληνικού Κράτους; Κηδεύεται με τιμές αρχηγού κράτους – τελεία και παύλα.

Ένα αντίστοιχο, αν και αντίστροφο, προηγούμενο υπήρξε στην ιστορία μας με την κηδεία του Αλέξανδρου Ζαΐμη. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την εκτέλεση των 6, η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου κατέθεσε, στις 25 Μαρτίου του 1924, ψήφισμα στη Δ΄ Συντακτική Συνέλευση για την ανακήρυξη πολιτεύματος Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Το ψήφισμα επικυρώθηκε με δημοψήφισμα στις 13 Απριλίου 1924.

Πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, και δεύτερος ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, του οποίου η προεδρία διήρκεσε μέχρι την αποκατάσταση της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας, το 1935, πάλι με δημοψήφισμα. Ένα χρόνο μετά πέθανε ο Ζαΐμης. Κηδεύτηκε με τιμές αρχηγού κράτους.

Τον επικήδειο εκφώνησε ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς. Στη φωτογραφία φαίνεται το στεφάνι που καταθέτει ο εύζωνας εκ μέρους της ελληνικής κυβερνήσεως. Δεν υπήρξε κανένας μικρόψυχος, φοβικός πολιτικός τότε, να πει “θα κηδευθεί ως ιδιώτης γιατί ήταν πρόεδρος με το προηγούμενο πολίτευμα, της Αβασίλευτης Δημοκρατίας που δεν υφίσταται πλέον!” Ούτε βρέθηκε κάποιος να θεωρήσει τον θάνατο του Ζαΐμη ως «επίλογο της Αβασίλευτης Δημοκρατίας», όπως έκανε, με μία ακόμα απαράδεκτη αποστροφή του, ο Πρωθυπουργός. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου δεν ήταν επίλογος σε κανένα πολιτειακό ζήτημα, όπως ο θάνατος, πέρυσι, του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ δεν ήταν επίλογος στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Το πολιτειακό κρίθηκε το ’74, αλλά το κράτος έχει συνέχεια. Εκατοντάδες νόμοι που εφαρμόζονται σήμερα, ψηφίστηκαν επί Βασιλείου της Ελλάδος, ακόμα και τον 19ο αιώνα, και έχουν την υπογραφή βασιλέων. Υφίστανται ή είναι… έκπτωτοι;

Για να προλάβω τους κακοπροαίρετους ή τους επαγγελματίες διαστρεβλωτές: δεν είμαι «φιλοβασιλικός». Θεωρώ τον θεσμό της βασιλείας αναχρονιστικό. Δεν βρίσκω καμμία λογική βάση στο να ορίζεται κάποιος επικεφαλής ενός κράτους μόνο και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθεί σε μια συγκεκριμένη οικογένεια. Αλλά δεν αντέχω το ψέμα, τη χυδαιότητα, την αμορφωσιά, την εμπάθεια, τη μιζέρια που ξεχειλίζουν στον δημόσιο λόγο αυτές τις μέρες, εκπορευόμενα είτε από πολιτικούς είτε από τους ανιστόρητους γκρουπιέρηδες – ποιος θα κερδίσει σήμερα τις 10.000 ευρώ; τηλεφωνήστε τώρα! – που υποδύονται τους δημοσιογράφους.

Το Ελληνικό Κράτος τίμησε, όπως έχει το δικαίωμα βάσει του νόμου Ν. 409/1976 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3065/2002 και ισχύει σήμερα, αρκετά πρόσωπα της πολιτικής ή της Τέχνης, κηδεύοντάς τα με τιμές και δημοσία δαπάνη. Ανάμεσά τους και ο αιμοσταγής καπετάν Γιώτης, κατά κόσμον Χαρίλαος Φλωράκης. Ο άνθρωπος που πήρε τα όπλα για να καταλύσει τη Δημοκρατία, να διαμελίσει τη χώρα καθιστώντας την σοβιετικό προτεκτοράτο, ο αντάρτης που έβαψε τα χέρια του με αίμα Ελλήνων ως ηθικός αλλά και φυσικός αυτουργός σε τερατώδη εγκλήματα, κηδεύθηκε με δημόσια τελετή και, μάλιστα, η Βουλή, τη μέρα της κηδείας του, ήταν κλειστή σε ένδειξη πένθους! Την απόφαση για δημόσια κηδεία είχε πάρει η τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή και υπουργό εσωτερικών τον Προκόπη Παυλόπουλο. Δεκάδες στελέχη της ΝΔ, που δεν βρήκαν ούτε μια λέξη να πουν για τον Κωνσταντίνο, εξήραν τότε τη… συνέπεια (!!!) του καπετάν Γιώτη στις αρχές του, οι οποίες ήταν, και συνεχίζουν να είναι, η επιβολή σταλινικής δικτατορίας στη χώρα, δηλαδή η κατάλυση με τη βία του Πολιτεύματος. Αυτό το πρόσωπο, τον δυνητικό βιαστή της, αποφάσισε να τιμήσει η Πολιτεία. Στη φωτογραφία, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας καταθέτει στεφάνι, με παρόντες, στην πρώτη σειρά των επισήμων, τους Κ. Καραμανλή, Κ. Μητσοτάκη και Π. Παυλόπουλο.

Όμως, τον Κωνσταντίνο, πρώην αρχηγό κράτους, πρώην αρχηγό των Ενόπλων δυνάμεων, Ολυμπιονίκη, τον έθαψε ως ιδιώτη, σε έναν σκουπιδότοπο, που προσπάθησε άρον άρον να τον καταστήσει κάπως προσβάσιμο, ρεζιλεύοντας τη χώρα σε όλον τον κόσμο. Ούτε καν με τιμές Γ. Γραμματέα του ΚΚΕ.

Κανένα κράτος δεν έχει δείξει τέτοια περιφρόνηση σε ένα κομμάτι της ιστορίας του. Ακόμα και οι μουλάδες στο Ιράν έχουν τα ανάκτορα των Σάχη «στην τρίχα», καθιστώντας τα και πηγή τουριστικών εσόδων. Εμείς, αγόμενοι και φερόμενοι από τις επιθυμίες της αριστεράς, εκφοβισμένοι από τις συνεχείς απειλές της για έκτροπα, εξακολουθούμε να μαλώνουμε με την ιστορία μας και να ανακαλύπτουμε κινδύνους εκτροπής εκεί που δεν υπάρχουν, ενώ εθελοτυφλούμε στον μείζονα κίνδυνο: την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς και την κυριαρχία των ταγμάτων εφόδου της στο πεδίο, που έχουν επιβάλει μια εκτροπή διαρκείας, μετατρέποντας τη μεταπολιτευτική Δημοκρατία μας σε καθεστώς μόνιμης θεσμικής ανομίας.

Υστερόγραφο: επειδή ακούστηκαν αυτές τις μέρες τερατώδεις ανακρίβειες για τη βασιλική περιουσία και τα «λεφτά που πήρε» ο Κωνσταντίνος, σημειώνω, προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας:

– Η λεγόμενη «βασιλική περιουσία» ήταν ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ περιουσία της βασιλικής οικογένειας, που αγοράστηκε από ΔΙΚΑ τους χρήματα, όχι του “λαού”. Το κτήμα Tατοΐου αγοράστηκε από τον Γεώργιο A’, με χρήματα που έφερε από τη Δανία, και επεκτάθηκε με χρήματα της γυναίκας του, Όλγας, από τους αρχικούς ιδιοκτήτες Aνδρέα Συγγρό, Σκαρλάτο Σούτσο, Aλέξανδρο Kατακουζηνό, Γεώργιο Λεβέντη και Aν. Xατζησπύρο.

– Η βασιλική χορηγία περιλάμβανε τους μισθούς των υπαλλήλων και το κόστος συντήρησης όλων των κτηρίων. Σήμερα, ο μισθός του/της ΠτΔ είναι προσωπικό του/της εισόδημα. Μισθοί υπαλλήλων της Προεδρίας, συντηρήσεις κτηρίων, αναλώσιμα, γεύματα κ.λπ. πληρώνονται από τον προϋπολογισμό. Πληρώνουμε επίσης σύνταξη και έξοδα γραφείου, γραμματείας κ.λπ. σε όλους τους διατελέσαντες Προέδρους της Δημοκρατίας.

– Ο Κωνσταντίνος δεν ζήτησε αποζημίωση από τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου. Ζήτησε την περιουσία του, την οποία το κράτος παρανόμως δήμευσε χωρίς να τον αποζημιώσει. Τα ευρωπαϊκά δικαστήρια τον δικαίωσαν.

– Το κράτος παρά τις αποφάσεις των δικαστηρίων, ούτε επέστρεφε την περιουσία, ούτε έδινε αποζημίωση. Δήμευσε ακόμα και το μέρος των τάφων, απαγορεύοντας στη βασιλική οικογένεια να αναλάβει την περιποίησή τους. Τελικά, μετά από σχεδόν 30 χρόνια, για περισσότερα από 40.000 στρέμματα στο Τατόι με όλα του τα κτίσματα και για 36.000 στρέμματα στο Πολυδένδρι, (εξαιρώ το Μον Ρεπό, το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οποίου σηκώνει συζήτηση) του έδωσε 13,7 εκατομμύρια ευρώ, όταν το ίδιο το κράτος είχε εκτιμήσει την αξία της περιουσίας σε 125 εκατομμύρια ευρώ.

– Το “ριφιφί” που γράφουν τα ΜΜΕ της εποχής ήταν απλώς η φόρτωση των προσωπικών αντικειμένων της οικογένειας, επίπλων, πινάκων κ.λπ. που έγινε ΝΟΜΙΜΟΤΑΤΑ μετά από συμφωνία με την κυβέρνηση.

– Ο ολετήρας της χώρας, Ανδρέας, αφαίρεσε από τα μέλη της βασιλικής οικογένειας την ελληνική υπηκοότητα το 1994, 20 ολόκληρα χρόνια μετά το δημοψήφισμα! Γιατί; Διότι αυτό γούσταρε να κάνει στον «μονάρχη» ο πρωθυπουργός της «δημοκρατίας». Η κηδεία του Κωνσταντίνου ήταν ευκαιρία να αποδοθεί ξανά στην πρώην βασιλική οικογένεια η ελληνική υπηκοότητα. Ούτε αυτό έκανε η ΝΔ. Κωλύεται, διότι τιμάει τους αγώνες της αριστεράς.

Διαβάστε επίσης