Ο έλεγχος του πληθωρισμού στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Γράφει ο Παναγιώτης Αλεξάκης

Από την έναρξη του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, παρατηρείται μια γενική, επίμονη και σημαντική τάση ανόδου του γενικού επιπέδου των τιμών, του πληθωρισμού. Η διερεύνηση και αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος για την Ε.Ε., τις κυβερνήσεις και τις νομισματικές αρχές των κρατών-μελών είναι εύλογη, καθώς ο πληθωρισμός διαβρώνει την αγοραστική δύναμη του χρήματος, διαταράσσεται η λειτουργία της παραγωγικής διαδικασίας και των συναλλαγών, του κυκλώματος ζήτηση-παραγωγή-απασχόληση. Περαιτέρω, ασκούνται δυσμενείς επιδράσεις στη διανομή του εθνικού εισοδήματος και του πλούτου, δημιουργούνται αβεβαιότητες που αναστέλλουν την παραγωγική δραστηριότητα, παρεμποδίζεται η αποτελεσματική κατανομή των παραγωγικών πόρων στις επιμέρους χρήσεις με γενικά δυσμενείς επιδράσεις στην ανάπτυξη της χώρας και στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών. Όλες αυτές οι συνέπειες έχουν καταστήσει τον πληθωρισμό ως το κορυφαίο πρόβλημα κάθε οικονομίας και ορθώς, στη χώρα μας και στην Ευρωζώνη, η τιθάσευσή του και η παραμονή του σε χαμηλά επίπεδα αποτελεί την πλέον σημαντική προσπάθεια της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.

Του Παναγιώτη Αλεξάκη *

Είναι σημαντικό, ωστόσο, προκειμένου να καταπολεμηθεί ο πληθωρισμός, να έχει γίνει κατανοητή στις αρχές η προέλευσή του, καθώς διακρίνεται σε δύο κατηγορίες, τον πληθωρισμό ζήτησης και τον πληθωρισμό κόστους, ενώ η κάθε κατηγορία απαιτεί διαφορετικά εργαλεία αντιμετώπισής του. Πιο συγκεκριμένα, ο πληθωρισμός ζήτησης οφείλεται σε παράγοντες που οδηγούν σε αύξηση της ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες, όπως είναι η αύξηση της προσφοράς χρήματος, των δημόσιων δαπανών και της ζήτησης από το εξωτερικό, οι οποίοι, στο Σχήμα 1, μετατοπίζουν την καμπύλη ζήτησης (DD) προς τα δεξιά και, έτσι, επέρχεται άνοδος των τιμών με θετική, όμως, ανάπτυξη, δηλαδή αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Από την άλλη πλευρά, ο πληθωρισμός κόστους οφείλεται σε παράγοντες, όπως η ταχύτερη αύξηση των μισθών σε σχέση με αυτή της εργατικής παραγωγικότητας, η ταχύτερη αύξηση των κερδών σε σχέση με αυτή της αποδοτικότητας, η αύξηση των εισαγόμενων πρώτων υλών, η αύξηση των συντελεστών έμμεσης φορολογίας και η αύξηση του κόστους των δανειακών κεφαλαίων. Το ουσιώδες είναι ότι αυτοί οι παράγοντες κόστους συντελούν στην μετατόπιση προς τα αριστερά, όχι της καμπύλης ζήτησης, αλλά της καμπύλης προσφοράς (SS), έχουμε υποχώρηση της συνολικής προσφοράς με δεδομένες τις τεχνολογικές συνθήκες παραγωγής, και, επομένως άνοδο των τιμών, αλλά με μείωση του παραγόμενου προϊόντος (πτώση Α.Ε.Π., αρνητική ανάπτυξη), όπως φαίνεται στο Σχήμα 2.

Και, ακριβώς, τα μέτρα αντιμετώπισης του πληθωρισμού κόστους διαφέρουν από εκείνα για τον πληθωρισμό ζήτησης, όπου για τον τελευταίο χρειάζονται περιοριστικά δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα. Η τιθάσευση του πληθωρισμού κόστους απαιτεί μια πιο δύσκολη αλλά και πιο χρονοβόρα διαδικασία καθώς συνδέεται με τη λήψη μέτρων όπως, αύξησης της παραγωγικότητας, τεχνολογικών βελτιώσεων στην παραγωγή, ανάπτυξης ανταγωνιστικών κλάδων, δυναμικής προώθησης παραγωγικών επενδύσεων, μείωσης της τιμής των εισαγόμενων πρώτων υλών, μείωσης των συντελεστών έμμεσης φορολογίας και μείωσης του κόστους των δανειακών κεφαλαίων.

Ερχόμενοι, τώρα, στο σημερινό πρόβλημα του πληθωρισμού στην Ε.Ε.· είναι κοινά αποδεκτό ότι πρόκειται περί πληθωρισμού κόστους, οφείλεται κυρίως στη σημαντική αύξηση των τιμών των εισαγόμενων πρώτων υλών, με κυρίαρχο το φυσικό αέριο αλλά και τις πρώτες ύλες αγροτικών προϊόντων, που οδήγησαν σε μεγάλες αλυσιδωτές αυξήσεις στο κόστος παραγωγής όλων των προϊόντων και υπηρεσιών και στην εγκαθίδρυση ενός υψηλού πληθωρισμού κόστους, χωρίς ίχνη, έως τώρα, ελέγχου του. Στο ερώτημα που αναδύεται «Ποια πρέπει να είναι η ασκούμενη οικονομική πολιτική;», η τελευταία οφείλει με ένταση να εστιάζεται στη δυναμική αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων και στη μείωση κάθε σχετικού αντικινήτρου, στην τεχνολογική πρόοδο στην παραγωγή και στην αύξηση της παραγωγικότητας, στη μείωση των συντελεστών έμμεσων φόρων, αλλά και στη μείωση του κόστους δανειακών κεφαλαίων. Περαιτέρω, οι αυξήσεις επιτοκίων που σήμερα παρατηρούνται στην Ευρωζώνη ως μέτρο περιοριστικής πολιτικής και μείωσης της ζήτησης, έχουν δύο αρνητικές συνέπειες: αφενός μπορεί να συνεχίζει να εκτρέφεται ο πληθωρισμός, αφετέρου μειώνεται περαιτέρω το εθνικό προϊόν, καθώς τώρα και η καμπύλη ζήτησης μετατοπίζεται προς τα αριστερά (Σχήμα 3). Το πράγμα, όμως, δεν σταματά εκεί, καθώς η αύξηση του κόστους δανειακών κεφαλαίων οδηγεί σε πτώση της επενδυτικής δραστηριότητας, από την πλευρά των επιχειρήσεων, και τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα καθώς μετατοπίζεται ακόμη περισσότερο προς τα αριστερά η καμπύλη προσφοράς. Σημειώνουμε, εδώ, ότι η αύξηση των επιτοκίων στις Η.Π.Α. αναφέρεται σε διαφορετικά αίτια πληθωρισμού, καθώς η χώρα αυτή σε πολύ μικρό βαθμό επηρεάστηκε από τις εξελίξεις στις τιμές των πρώτων υλών.

Κλείνοντας, ειδικότερα για την αύξηση των τιμών των πρώτων υλών δεν υπάρχει άλλη άμεση αντιμετώπισή τους πέραν αυτής της παύσης της αύξησής τους με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε οικονομικούς και πολιτικούς όρους. Τα πλαφόν σε τιμές, όπως στο ηλεκτρικό ρεύμα, είναι ορθά ως μεσοπρόθεσμη λύση με δεδομένες, ωστόσο, τις αντοχές των προϋπολογισμών. Όμως, υπάρχουν και άλλα ριζικότερα βήματα που πρέπει να γίνουν και μπορούν να ισχύουν πέραν των κρίσεων: ιδιαίτερα για τις τιμές στην ηλεκτρική ενέργεια, η άμεση αντίδραση πρέπει να είναι η εφαρμογή μιας ευρωπαϊκής πολιτικής που με κίνητρα ενθαρρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στις στέγες και μπαταριών αποθήκευσης, όπου, πρακτικά, μπορούν να ελαττώσουν δραστικά, αν όχι να μηδενίσουν, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, όποιο και αν είναι, μετά από μια περίοδο αποπληρωμής της (σχετικά χαμηλής) επένδυσης μέσω της εξοικονόμησης του κόστους. Βασική προϋπόθεση για αυτό είναι η ύπαρξη επαρκών δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και για αυτό πρέπει να μεριμνά η κάθε κυβέρνηση, καθώς το θέμα είναι επείγον. Αλλά και για την εισαγωγή αγροτικών πρώτων υλών, κατεξοχήν εισαγόμενες από την εμπόλεμη ζώνη, οι οποίες ασκούν σημαντική επίδραση στον πληθωρισμό, ζητούμενο είναι η μείωση τόσο των εισαγωγών (όπως σιτηρών, σπορέλαιων, λιπασμάτων και φωσφορικών αλάτων), όσο και της παραγωγής, στην Ε.Ε., ζωοτροφών και βιοκαυσίμων και, κατ’ επέκταση, της ζωικής παραγωγής όπου η Ευρώπη σε αυτήν υπερπαράγει – με συνέπειες και στην υγεία των κατοίκων, στο περιβάλλον και στη θερμοκρασία – και στην άμεση και σημαντικά μεγαλύτερη χρήση των εγχώριων δημητριακών για την, ελλιπή σήμερα, παραγωγή θρεπτικής τροφής (πέραν της ζωικής), η οποία έχει μειωθεί δραστικά στην Ε.Ε. Χρειάζεται στροφή μακριά από τις ζωοτροφές, τα βιοκαύσιμα και τις μεγάλες εισαγωγές των αναγκαίων πρώτων υλών για αυτά, διαφορετικά θα παραμείνουν οι κίνδυνοι επάρκειας θρεπτικής τροφής και αυξήσεων των τιμών σε αγροτικά προϊόντα, δηλαδή τιμών μη προσιτών όπου θα αδυνατούν να τα αποκτήσουν τα νοικοκυριά, οι κάτοικοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

* Ο Παναγιώτης Αλεξάκης είναι ομότιμος Καθηγητής Οικονομικής των Επιχειρήσεων και των Αγορών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ε.Κ.Π.Α.