Η ψευδαίσθηση της πράσινης ενέργειας – Γράφει ο Δημήτρης Απόκης

Pixabay

Αν και ακόμη εδώ στη χώρα μας δεν έχουμε νιώσει την κορύφωση της ενεργειακής κρίσης που πλήττει και θα πλήξει ακόμη πιο έντονα την Ευρώπη, έχει παρέλθει ο χρόνος που θα πρέπει οι πολίτες να αρχίσουν να ακούνε την ωμή αλήθεια.

Η Ευρώπη δίνει μάχει να κρατήσει αναμμένα τα φώτα και τη θέρμανση αυτόν τον χειμώνα, και ο εφοδιασμός με καύσιμα είναι μόνο το ήμισυ της ενεργειακής κρίσης. Το άλλο μισό, που έρχεται τώρα στο προσκήνιο, είναι το καταστροφικό δημοσιονομικό κόστος που συνδέεται με την αποτυχία της πολυδιαφημισμένης πράσινης ενέργειας. Οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι θα πληρώνουν αυτόν τον λογαριασμό για τα επόμενα πολλά χρόνια.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη *

Οι κυβερνήσεις σε όλη την Ευρώπη έχουν ανακοινώσει 674 δισεκατομμύρια ευρώ σε βοήθεια και επιδοτήσεις για να ελαφρύνουν το βάρος της εκτόξευσης των τιμών της ενέργειας μεταξύ Σεπτεμβρίου 2021 και Οκτωβρίου 2022. Τα χρήματα περιλαμβάνουν 264 δισεκατομμύρια ευρώ μόνο στη Γερμανία και το ισοδύναμο των 97 δισεκατομμυρίων ευρώ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτό προστίθεται σε αυτό που πληρώνουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις σε υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας ακόμη και μετά τις επιδοτήσεις.

Ορισμένες πολιτικές θα βοηθήσουν. Σχεδόν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν μειώσει τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα καύσιμα. Αυτή είναι μια σπάνια περίπτωση της ενεργειακής κρίσης που αναγκάζει μια ευεργετική επανεξέταση των πράσινων σταθεροποιήσεων σε αυτή την περίπτωση, την τάση της Ευρώπης να αντιμετωπίζει τις ενεργειακές εισφορές ως πράσινο φόρο αμαρτίας.

Ως επί το πλείστων τα χρήματα επιδοτούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις άμεσα ή έμμεσα. Μια κοινή τακτική είναι η επιβολή ανώτατου ορίου τιμών λιανικής, με τους φορολογούμενους να καλύπτουν το χάσμα μεταξύ του κόστους που πρέπει να πληρώνουν οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας για την ενέργεια και του τι επιτρέπεται να χρεώνουν στους καταναλωτές.

Στη Γαλλία και τη Γερμανία, οι ενεργειακές πολιτικές έχουν μετατρέψει την κυβέρνηση σε επιχείρηση κοινής ωφέλειας. Το Παρίσι έχει μετατρέψει την πλειοψηφική κρατική επιχείρηση κοινής ωφέλειας EDF σε ένα ταμείο επιδοτήσεων, χρησιμοποιώντας τον κρατικό έλεγχο για να περιορίσει τις τιμές λιανικής σήμερα, ενώ προφανώς ελπίζει ότι οι φορολογούμενοι δεν θα παρατηρήσουν βυθισμένα μερίσματα ή μια μεγάλη ένεση μετοχών αύριο.

Το Βερολίνο εθνικοποιεί την Uniper και προσφέρει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε επιδοτούμενες πιστώσεις σε άλλες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας.

Ο απολογισμός δεν περιλαμβάνει το κόστος που σχετίζεται με τον αγώνα για την κατασκευή νέων ενεργειακών υποδομών, ειδικά για την εισαγωγή φυσικού αερίου από άλλες πηγές εκτός της Ρωσίας. Οι κυβερνήσεις αρνούνται να ενθαρρύνουν τις ιδιωτικές επενδύσεις, έτσι ώστε να επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος αυτού του φορτίου.

Οι πολιτικοί εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι το μεσοπρόθεσμο σχέδιό τους είναι να αυξήσουν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η αιολική και η ηλιακή. Αλλά αυτές οι επιδοτήσεις θα στρεβλώσουν τα κίνητρα κατά των επενδύσεων σε τερματικούς σταθμούς φυσικού αερίου ή αγωγούς.

Οι φορολογούμενοι μπορεί να καταλήξουν να πληρώνουν λογαριασμούς που οι ιδιώτες επενδυτές θα ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν εάν οι πολιτικοί δεν είχαν υποσχεθεί να θέσουν τα ορυκτά καύσιμα εκτός λειτουργίας εντός 10-15 ετών. Οι κυβερνήσεις σπεύδουν επίσης να επιβάλουν απροσδόκητους φόρους στα κέρδη από τις επενδύσεις σε ορυκτά καύσιμα που λένε ότι θέλουν να ενθαρρύνουν.

Προσθέστε τα όλα στο λογαριασμό και θα γίνει ξεκάθαρο, ότι είναι αδύνατο να βγει άκρη, πόσα χρήματα έχει σπαταλήσει η Ευρώπη για την αποτυχημένη μετάβασή της στην πράσινη ενέργεια τις τελευταίες δεκαετίες. Οι εκτιμήσεις μόνο για τη Γερμανία ξεκινούν από εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι φορολογούμενοι δεν θα πρέπει να εκπλαγούν εάν ο συνολικός λογαριασμός τους για τη διάσωση αυτής της αποτυχημένης ενεργειακής μετάβασης ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια τα επόμενα χρόνια. Όσον αφορά το μεγάλο φαγοπότι της πράσινης ενέργειας, το σύνθημα και η πολιτική που κυριαρχεί  είναι, πληρώστε και πληρώστε ξανά.

Είναι καιρός κάποιος να πει την ωμή αλήθεια στον κόσμο, διότι οι απλοί πολίτες είναι αυτοί που θα κληθούν να πληρώσουν το μάρμαρο και θα είναι πολύ βαρύ και επώδυνο. Και θα ήταν καλά όλο αυτό το φαγοπότι να κατέληγε πουθενά. Το πρόβλημα είναι ότι, έτσι όπως πάει, απλά γεμίζει κάποιες τσέπες και όχι μόνο δεν συμβάλει σε λύση του προβλήματος, βάζει τον φορολογούμενο να πληρώσει τα σπασμένα.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, ειδικός σε θέματα Αμερικανικής Πολιτικής. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και του The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον, μέλος του The International Institute for Strategic Studies του Λονδίνου, και υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο. 

Διαβάστε επίσης