Χωρίς πλανήτη, δεν υπάρχει και σινεμά

Άνθρωποι της κινηματογραφικής βιομηχανίας δουλεύουν για έναν πιο βιώσιμο κινηματογράφο

Στο κινηματογραφικό πλατό, οι ηθοποιοί ετοιμάζονται να πάρουν τις θέσεις τους πάνω στο τεράστιο αντίγραφο υποβρυχίου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βάρους 500 τόνων και μήκους 60 μέτρων, φτιαγμένο από μέταλλο, πλαστικό, ξύλο και μπογιά, που συναρμολογήθηκε επιτόπου. Από πάνω τους, πελώριοι γερανοί κρατούν στον αέρα τα ειδικά φωτιστικά σώματα, μήκους πολλών μέτρων το καθένα, που κάνουν τη νύχτα …μέρα.

Και γύρω από το πλατό, το «μελίσσι» της κινηματογραφικής παραγωγής κινείται αδιάκοπα, μέσα σε έναν καταυλισμό με όλα τα χαρακτηριστικά μιας κοινότητας σε εγρήγορση: μηχανήματα που ζητούν ενέργεια για να λειτουργήσουν, βανάκια που πηγαινοέρχονται για τα logistics της παραγωγής «γράφοντας» χιλιόμετρα, τροφοδοσία για τη σίτιση δεκάδων ατόμων, παλέτες με πλαστικά μπουκάλια νερού και χάρτινα ποτήρια, θορυβώδεις γεννήτριες, χημικές τουαλέτες, απορρίμματα κάθε είδους.

Κάθε κινηματογραφική παραγωγή εμπεριέχει πολλή «μαγεία», υπό την έννοια ότι μετατρέπει σε θέαμα μια σύλληψη της φαντασίας ή μια προσαρμογή της πραγματικότητας, χρησιμοποιώντας υψηλή τεχνογνωσία και τεχνολογία. Ταυτόχρονα όμως, μια κινηματογραφική παραγωγή αποτελεί σε έναν βαθμό πρόκληση για το περιβάλλον, μεταξύ άλλων συνεισφέροντας σημαντικά στις εκπομπές ρύπων του διοξειδίου του άνθρακα (CO2), γεγονός που έχει οδηγήσει πολλούς ανθρώπους του χώρου να εργάζονται συνειδητά για πιο «πράσινο» κινηματογράφο, με το σύνθημα «No planet, no filming» («χωρίς πλανήτη, δεν υπάρχουν κινηματογραφικά γυρίσματα»).

Ένας από αυτούς είναι ο Tim Wagendorp (Τιμ Βάγκεντορπ), συντονιστής αειφορίας στο Οπτικοακουστικό Ταμείο Φλάνδρας (Flanders Audiovisual Fund) στο Βέλγιο, ο οποίος βρέθηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, ως ομιλητής σε ημερίδα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚ) και του Γραφείου «Δημιουργική Ευρώπη MEDIA», για την παρουσίαση του προγράμματος «Traveling Docs» στο 24ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ.

Όταν μια κινηματογραφική παραγωγή εκπέμπει όσο CO2 παράγουν δεκάδες νοικοκυριά

Πόσο επιβαρυντική είναι τελικά, σε επίπεδο εκπομπών CO2, μια κινηματογραφική παραγωγή; Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Tim Wagendorp, σε διαδικτυακή συνέντευξη από το Βέλγιο, βάσει πρόσφατης διεθνούς έρευνας μια κινηματογραφική παραγωγή υψηλού προϋπολογισμού -πάνω από 70 εκατ. δολ- για τα δεδομένα της Ευρώπης εκτιμάται ότι παράγει περίπου 2.480 τόνους CO2 (σ.σ. δηλαδή όσο δεκάδες νοικοκυριά σε έναν ολόκληρο χρόνο).

«Πέρυσι έγινε έρευνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βάσει της οποίας η μέση κινηματογραφική παραγωγή μεγάλου μήκους στην Ευρώπη παράγει περίπου 192 τόνους. Στη Φλαμανδία, όπου μετράμε από το 2013 τον αντίκτυπο της κινηματογραφικής παραγωγής και ως προς τις εκπομπές CO2, ο αντίστοιχος αριθμός για μια ταινία προϋπολογισμού 2 εκατ. ευρώ είναι 73 τόνοι. Δηλαδή, μια μικρή βελγική παραγωγή διάρκειας 40 ημερών παράγει σε ρύπους CO2 ό, τι παράγουν σε έναν χρόνο δέκα νοικοκυριά για θέρμανση, ψύξη, φαγητό και μετακινήσεις» εξηγεί.

Τα φανταχτερά «Tesla» δεν αρκούν

Πώς όμως κατανέμονται οι εκπομπές CO2 στους διάφορους τομείς μιας κινηματογραφικής παραγωγής; Βάσει του παραδείγματος της Φλαμανδίας, το 40% των εκπομπών «γεννιέται» από τις μεταφορές ανθρώπων και αγαθών -σε αυτό το κομμάτι μπορεί να γίνει σημαντική εξοικονόμηση, χωρίς να χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις.

«Σε πολλές περιπτώσεις, οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την αειφορία ως κάτι που απαιτεί καινοτομία και επένδυση, π.χ., να νοικιάσεις ένα φανταχτερό Tesla για τις μετακινήσεις. Ωστόσο, υπάρχει τεράστιο δυναμικό σε απλά κι ανέξοδα πράγματα. Για παράδειγμα, σε μια παραγωγή που έκανα coaching στο Βέλγιο, συμφωνήθηκε τα φορτηγά και βαν της παραγωγής να παρκάρουν στην αυλή τοπικού σχολείου τη νύχτα. Εξοικονομήθηκαν έτσι 43.000 χιλιόμετρα από τις μετακινήσεις, μέσα σε λίγες ημέρες! Κανονικά, θα έκαναν γυρίσματα στη βελγική εξοχή και κάθε απόγευμα τα οχήματα θα επέστρεφαν στις Βρυξέλλες. Με την απόφαση να σταθμεύουν στη σχολική αυλή, πολύ κοντά στον τόπο των γυρισμάτων, εξοικονομήθηκαν πολλά καύσιμα κι αποφεύχθηκαν οι ρύποι. Άρα, η καινοτομία δεν περιλαμβάνει πάντα φανταχτερή τεχνολογία, αλλά μπορεί επίσης να εστιάζει σε έξυπνες πρακτικές επιλογές. Το θέμα δεν είναι μόνο να νοικιάσουμε το Tesla, αλλά ν’ αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμαστε» σημειώνει.

Το 5% των ρύπων μιας κινηματογραφικής παραγωγής προέρχεται από την κατανάλωση ενέργειας: γεννήτριες, μπαταρίες, λάμπες φωτισμού κτλ. «Αυτό που προτείνουμε και προωθούμε για την εξοικονόμηση ενέργειας και άρα και ρύπων, είναι αντί π.χ., να χρησιμοποιούνται παραδοσιακές γεννήτριες ντίζελ, να επιδιώκεται η σύνδεση στο κύριο σύστημα ηλεκτροδότησης της χώρας όπου γίνονται τα γυρίσματα. Αν μπορείς να βάλεις την παραγωγή στην πρίζα” του συστήματος, αυτό είναι πολύ καλύτερη επιλογή απ’ το να χρησιμοποιείς γεννήτριες. Επίσης, υπάρχουν λύσεις όπως γεννήτριες υδρογόνου, ηλιακά πάνελ και συστοιχίες μπαταριών, που είναι πολύ ενδιαφέρουσες εναλλακτικές» υπογραμμίζει.

Εποχικά, τοπικά και vegan τρόφιμα μειώνουν το αποτύπωμα του catering μιας κινηματογραφικής παραγωγής

Το 8% των εκπομπών CO2 μιας κινηματογραφικής παραγωγής προέρχεται από το catering. Σύμφωνα με τον Τιμ, το αποτύπωμα αυτό μπορεί να μειωθεί σημαντικά με επιλογές όπως η κατανάλωση μόνο εποχικών, τοπικών ή vegan τροφίμων και προϊόντων που αγοράζονται χύμα (π.χ, σε κιβώτια) αντί συσκευασμένων. Αντίστοιχα, σε ό,τι αφορά την κατανάλωση πόσιμου νερού (σε μια κινηματογραφική παραγωγή καταναλώνονται χιλιάδες λίτρα) προτείνεται η χρήση νερού βρύσης με φίλτρο, σε συνδυασμό με επαναχρησιμοποιούμενα ποτήρια και ατομικά δοχεία νερού. Λόγω και του αόρατου αντίκτυπου της μεταφοράς του νερού, εξηγεί, η χρήση μπουκαλιών και ποτηριών μιας χρήσης πρέπει να αποφεύγεται.

Το 28% του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της κινηματογραφικής παραγωγής είναι τα απόβλητα, που μπορεί να προέρχονται από τις κατασκευές του πλατό (σκηνικά κτηρίων, βαφές, έπιπλα κτλ), να είναι πλαστικά και χαρτί ή οργανικά απορρίμματα κάθε είδους. Και σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να σημειωθεί μεγάλη βελτίωση είτε με τον εξαρχής οικολογικό σχεδιασμό -«η πρόληψη είναι πάντα η καλύτερη λύση»- είτε με τη χρήση μεταχειρισμένων υλικών. «Στο Βέλγιο υπάρχει επίσης νόμος που επιβάλλει τη διαλογή σε 21 διαφορετικές κατηγορίες απορριμμάτων και ισχύει και για την κινηματογραφική βιομηχανία» εξηγεί και προσθέτει: «Έχει νόημα να κοιτάξετε την περιφερειακή νομοθεσία για τη διαχείριση των επαγγελματικών απορριμμάτων».

Ειδικά εφέ και Εικονική Πραγματικότητα έχουν κι αυτά αντίκτυπο στο περιβάλλον

Το 19% των εκπομπών, τέλος, εκτιμάται ότι προέρχεται από το post production (μετα-παραγωγή), «ό,τι κάνεις στο γραφείο: Εικονική Πραγματικότητα, ειδικά εφέ, επεξεργασία ήχου και άλλες διαδικασίες post-production, για τις οποίες ακόμα προσπαθούμε να κατανοήσουμε τον αληθινό αντίκτυπό τους στο περιβάλλον. Κατά ορισμένες εκτιμήσεις, ο αντίκτυπος της ψηφιακής δραστηριότητας της κοινωνίας μας είναι εξίσου μεγάλος με εκείνον των αυτοκινήτων. Κατά μια γαλλική μελέτη, το 70% αυτού του ψηφιακού αποτυπώματος συνδέεται με το βίντεο και από αυτό το ποσοστό το 1/3 έχει να κάνει με το Netflix και άλλες πλατφόρμες streaming, ενώ δεύτερη έρχεται η πορνογραφία και τρίτο το Youtube» λέει.

Το αναγκαίο κοινό «θερμόμετρο»

Προσθέτει ωστόσο ότι δεν είναι εύκολο να μπει ακριβής αριθμός σε όλα, αφού δεν υπάρχει ενιαίος τρόπος υπολογισμού του αντικτύπου της συμπαραγωγής μιας ταινίας στην Ευρώπη. Γι’ αυτό χρειάζεται συνεργασία μεταξύ χωρών και ένα κοινό «θερμόμετρο» για την καταγραφή των επιπτώσεων της κινηματογραφικής βιομηχανίας στο περιβάλλον.

Γιατί χρειάζεται αυτό το «θερμόμετρο»; «Αν έχεις μια παραγωγή με γυρίσματα σε πέντε χώρες, δεν μπορείς να μετρήσεις τον συνολικό αντίκτυπο, χωρίς ένα ενιαίο εργαλείο. Π.χ., ένα λίτρο καύσιμο για τα αυτοκίνητα είναι το ίδιο σε ό,τι αφορά τις εκπομπές, είτε στην Ελλάδα είτε στο Βέλγιο. Αλλά όταν χρησιμοποιείς ηλεκτρισμό από το δίκτυο, υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανά χώρα. Το Βέλγιο για παράδειγμα, χρησιμοποιεί πολλή πυρηνική ενέργεια, ενώ σε άλλες περιοχές της Ευρώπης βλέπεις πολύ άνθρακα, αιολική και υδροηλεκτρική ενέργεια -άρα, πρέπει να είσαι σε θέση να αντιληφθείς τον αντίκτυπο ανά περιοχή. Στο πλαίσιο του πρότζεκτ “Green Screen” του Interreg, αναπτύσσουμε έναν ευρωπαϊκό μετρητή περιβάλλοντος (Eureca, www.eurecafilm.eu), που εκτιμώ ότι θα είναι έτοιμος να ξεκινήσει τη λειτουργία του μέσα στον Απρίλιο» επισημαίνει.

Τι νόημα έχει να προστατεύεις το περιβάλλον, όταν το αφεντικό σου είναι σεξιστής;

Πάντως, όπως διευκρινίζει ο Τιμ, αειφορία και βιωσιμότητα στον κινηματογράφο δεν σημαίνει μόνο προστασία του περιβάλλοντος: «Η αειφορία δεν έχει να κάνει μόνο με τη μειωμένη χρήση φυσικών πόρων, αλλά και με πράγματα όπως η ευζωία και ασφάλεια των ανθρώπων στο πλατό. Πάντα αναρωτιέμαι ποια αξία έχει ένα κλιματικά ουδέτερο πλατό, όταν το αφεντικό σου είναι σεξιστής, οι αμοιβές κακές, δεν υπάρχει ισορροπία ως προς τα φύλα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγείας δεν είναι επαρκείς… Χρησιμοποιώ σαν ηθική πυξίδα τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών» λέει.

Ποια είναι λοιπόν τα βασικά βήματα, για να γίνει η κινηματογραφική βιομηχανία πιο αειφόρος και βιώσιμη; «Μου αρέσει να χρησιμοποιώ τον παραλληλισμό με το δίπλωμα οδήγησης. Όπως και στο δίπλωμα, χρειαζόμαστε επίγνωση (σε επίπεδο παραγωγής, θεσμών και χρηματοδότησης), καθοδήγηση (ανθρώπους που μπορούν να βοηθήσουν την παραγωγή να κάνει αειφορικές επιλογές στο πλατό), ξεκάθαρες κατευθυντήριες γραμμές, κίνητρο, τα σωστά logistics (το κατάλληλο αυτοκίνητο, γεννήτρια και catering) και κάποιο είδος εξέτασης και ελέγχου (στη μορφή μιας αναφοράς για τις εκπομπές CΟ2 ή ενός μετρητή των εκπομπών)» σημειώνει και προσθέτει: «Κρίσιμο είναι επίσης το ίδιο το cast και τα κινηματογραφικά συνεργεία να σκέφτονται πώς θα μπορούσαν να ενσωματώσουν τις αρχές της αειφόρου κινηματογράφησης ήδη από την αρχή του πρότζεκτ και πώς μπορεί κάθε τμήμα της παραγωγής να συνεισφέρει. Και μετά την παραγωγή, να δουν τι δούλεψε καλά και τι πήγε λάθος».

Συμπληρώνει ότι είναι πολύ σημαντικό τα συνεργεία να έχουν συναίσθηση της σημασίας των επιλογών τους: «οι στρατηγικές επιλογές στο πεδίο των μεταφορών και της ενέργειας για παράδειγμα, θα έχουν πολύ θετικότερο αντίκτυπο από το να μη χρησιμοποιούνται πλαστικά καλαμάκια στο πλατό. Και η επίγνωση αυτή δεν διασφαλίζει μόνο χαμηλότερες εκπομπές ρύπων ή αειφορία, αλλά έχει θετικό αντίκτυπο και στον προϋπολογισμό της παραγωγής. Πχ. παρκάροντας τα οχήματα κοντά στο πλατό, αντί να τα μετακινείς ή μη χρησιμοποιώντας γεννήτριες, έχεις εξοικονόμηση χρημάτων» λέει, συμπληρώνοντας ότι η χρηματοδότηση δράσεων για την προαγωγή της βιώσιμης κινηματογραφικής παραγωγής διόλου επαρκής είναι.

Η περίπτωση της Ελλάδας

Πώς μπορεί μια χώρα όπως η Ελλάδα, που τώρα διεκδικεί τη θέση της στον διεθνή χάρτη με τις τοποθεσίες για κινηματογραφικές παραγωγές, να συνεισφέρει στην προσπάθεια για έναν βιώσιμο κινηματογράφο; «Η Ελλάδα προσφέρει ένα μοναδικό μείγμα φυσικών τοπίων και πολιτιστικής κληρονομιάς … Υπάρχει λοιπόν ανάγκη για καλές προδιαγραφές σχετικά με τον τρόπο προστασίας αυτών των τοποθεσιών κατά την κινηματογραφική λήψη. Δεν υπάρχει ανάγκη να αναπτυχθεί στην Ελλάδα όλη η γνώση από το μηδέν -μπορεί να τελειοποιηθεί ό,τι ήδη υπάρχει. Υπάρχουν πολλές κατευθυντήριες γραμμές για την πράσινη κινηματογραφική παραγωγή. Η πρόκληση θα μπορούσε να είναι να σκεφτούμε πληροφορίες “ειδικά για την Ελλάδα”, όπως τους τοπικούς παρόχους υπηρεσιών και την καινοτομία που παράγεται επιτόπου, τη διατήρηση της φύσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς» καταλήγει.

Ήδη, το Film Office της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας δικτυώθηκε, κατ΄ανακοίνωσή του, με τον κινηματογραφικό οργανισμό Flanders Audiovisual Fund, με τον οποίο συζητήθηκε η προοπτική συνεργασίας σε θέματα διαμόρφωσης και διάχυσης καλών πρακτικών για τη βιώσιμη κινηματογραφική παραγωγή (green filming) μεταξύ περιφερειακών Film Offices στην Ευρώπη.

Συμμαχίες γνώσης, έλλειψη Δεδομένων και παροχή κινήτρων

Απαντώντας στο ίδιο ερώτημα -για την Ελλάδα- η Άννα Κασιμάτη, υπεύθυνη του προγράμματος «Δημιουργική Ευρώπη MEDIA» του ΕΚΚ, λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ πως «η υιοθέτηση νέων στρατηγικών πράσινης κινηματογραφικής παραγωγής (…) στηρίζεται στην οικοδόμηση στρατηγικών συνεργασιών, προκειμένου να δημιουργηθούν οι λεγόμενες “συμμαχίες γνώσης”. Άρα, κανένας δεν περισσεύει και κανένας δεν έχει νόημα να απέχει. Τα καλά νέα είναι ότι καθημερινά αναδύονται στον τομέα αποτελεσματικές, βιώσιμες διαδικασίες, παράλληλα με νέες θέσεις εργασίας (…). Η οπτικοακουστική βιομηχανία αποτελεί σημαντική και ραγδαία αναπτυσσόμενη δραστηριότητα στην Ελλάδα. Η εισαγωγή βιώσιμων πρακτικών δίνει την ευκαιρία, καταρχάς, να συμβάλουμε κι εμείς στην υλοποίηση του βασικού στόχου, της αντιμετώπισης των αρνητικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Ταυτόχρονα, μας τοποθετεί σε ένα περιβάλλον γόνιμης αλληλεπίδρασης, αποκτούμε πρόσβαση σε καινοτόμα σχέδια δράσης και στην εμπειρία άλλων χωρών, ώστε να δημιουργήσουμε μακροπρόθεσμο θετικό αντίκτυπο στον πολιτιστικό τομέα, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο».

Ως προς το πόσο επιβαρυντική είναι η κινηματογραφική βιομηχανία για το περιβάλλον, επισημαίνει πως δεν υπάρχει ακόμη παγκοσμίως αναγνωρισμένη υπολογιστική μέθοδος, που να επιτρέπει την καθολική μέτρηση και, ενδεχομένως, την επιβολή κυρώσεων κατά των ρυπογόνων συμπεριφορών.

«Ευτυχώς, αυτό δεν έχει σταματήσει την έρευνα με στόχο την αξιολόγηση, εξήγηση και μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Υπάρχουν αρκετές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, με κύριο στόχο την καταγραφή και ανάλυση των Δεδομένων. Ωστόσο, στη δική μας περίπτωση, η μειωμένη πρόσβαση σε Δεδομένα δεν είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο. Αυτό που μπορεί να θεμελιώσει τη βιώσιμη ανάπτυξη των σύγχρονων οπτικοακουστικών επιχειρήσεων και οργανισμών είναι η παροχή κινήτρων και η διασφάλιση μόνιμης διαδικασίας ενημέρωσης. Πιστεύω ότι η υιοθέτηση περισσότερων δράσεων ευαισθητοποίησης, η διοργάνωση ημερίδων και εκδηλώσεων, ακόμη και η δημιουργία περιφερειακών δικτύων προγραμμάτων επιμόρφωσης, θα λειτουργήσει βοηθητικά» καταλήγει η κ. Κασιμάτη.