Κ.Μητσοτάκης: Επιτάχυνση των ερευνών για εξόρυξη φυσικού αερίου

Η Ελλάδα έχει σημαντικό ρόλο στο νέο ενεργειακό τοπίο

Eurokinissi

«Ανακοινώνουμε σήμερα την επιτάχυνση των ερευνών για την εξόρυξη φυσικού αερίου που γνωρίζουμε ότι η χώρα μας είναι πιθανό -το τονίζω, δεν είμαστε βέβαιοι- είναι πιθανό να διαθέτει σε σημαντικές ποσότητες με βάση τις προκαταρκτικές μελέτες, τόσο στον ηπειρωτικό όσο και στον θαλάσσιο χώρο», δήλωσε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη σύσκεψη στην οποία προήδρευσε το πρωί στην έδρα της ΕΔΕΥ.

«Είμαι, λοιπόν, πολύ χαρούμενος που μας δίνεται η δυνατότητα σήμερα να μπορέσουμε να κάνουμε μία νέα αρχή σε αυτή τη διαδικασία. Και θέλω να επαναλάβω ακόμα μία φορά ότι όταν μιλάμε για έρευνες στον τομέα του φυσικού αερίου, των υδρογονανθράκων κανείς δεν μπορεί ποτέ να είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα. Έχουμε ενδείξεις -θα το ξαναπώ- ενδείξεις που μας κάνουν συγκρατημένα αισιόδοξους. Οφείλουμε όμως ως χώρα να γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν υπάρχουν αποθέματα φυσικού αερίου, τα οποία είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμα», προσέθεσε ο κ. Μητσοτάκης.

Το ενδιαφέρον, όπως συζητήθηκε κατά τη διάρκεια της σύσκεψης, εστιάζεται σε έξι περιοχές. «Η μια βρίσκεται στην ηπειρωτική Ελλάδα, στην Περιφέρεια Ηπείρου, σε σημείο -θα τονίσω- όπου θα υπάρξει η μέγιστη δυνατή περιβαλλοντική προστασία. Πέντε σε θαλάσσιες περιοχές, στο Ιόνιο οι δύο, στον Κυπαρισσιακό, δύο δυτικά-νότια της Κρήτης», σημείωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αναφερόμενος στα πρώτα στάδια του χρονοδιαγράμματος, ο Πρωθυπουργός σημείωσε πως «πρέπει μέχρι το τέλος του 2023 να γνωρίζουμε εάν έχουμε εκμεταλλεύσιμες ποσότητες φυσικού αερίου, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στη συνέχεια στην εκμετάλλευσή τους».

«Από πλευράς Ελληνικού Δημοσίου, από πλευράς Υπουργείου, δεσμευόμαστε ότι θα αναβαθμίσουμε όλα τα σχετικά έργα σε έργα εθνικής σημασίας προκειμένου να μην επαναληφθούν αναίτιες καθυστερήσεις. Και θα αναβαθμίσουμε την ΕΔΕΥ, την ελληνική κρατική εταιρεία, η οποία συντονίζει και αδειοδοτεί όλη αυτή την διαδικασία, ώστε -εφόσον χρειαστεί- και αυτή να συνδράμει σε προσπάθειες εξερεύνησης», συμπλήρωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Ο Πρωθυπουργός υπογράμμισε πως η σημερινή συγκυρία και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει αναδείξει «δομικές ενεργειακές αδυναμίες» της Ευρώπης, με συνέπειες για όλους τους ευρωπαίους πολίτες, όμως παράλληλα έχει αλλάξει τα δεδομένα στην αγορά του φυσικού αερίου και στο σκέλος της παραγωγής.

«Θέλω να τονίσω ότι ως την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η εμπορική εκμετάλλευση νέων κοιτασμάτων φυσικού αερίου συχνά δεν αποτελούσε μια οικονομικά ελκυστική ευκαιρία για νέες χώρες οι οποίες μπαίνουν  σε αυτό το παιχνίδι, όπως η Ελλάδα, λόγω των πολύ χαμηλών τιμών του φυσικού αερίου. Αυτό, όμως, είναι μία πραγματικότητα η οποία έχει αλλάξει και η πορεία των τιμών φυσικού αερίου διεθνώς, τα σχέδια απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο, αλλά και η σημασία που γνωρίζουμε ότι θα παίζει το φυσικό αέριο για τα επόμενα χρόνια, για τις επόμενες δεκαετίες ως καύσιμο μετάβασης, ουσιαστικά μάς υποχρεώνει να επαναπροσδιορίσουμε τη στρατηγική μας», εξήγησε ο κ. Μητσοτάκης.

Ο Πρωθυπουργός αποσαφήνισε όμως ότι η επιτάχυνση των ερευνών για κοιτάσματα υδρογονανθράκων δεν θα επηρεάσει την ομαλή υλοποίηση των στόχων που έχει θέσει η χώρα για τον πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας.

«Η εντολή μου για την επιτάχυνση των ερευνών για φυσικό αέριο δεν υπονομεύει σε καμία περίπτωση τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης να ηγηθεί της πράσινης μετάβασης. Ο σκοπός μας είναι πολύ απλός: εφόσον έχουμε αξιοποιήσιμες ποσότητες φυσικού αερίου να υποκαταστήσουμε τις εισαγωγές φυσικού αερίου από εθνικό πλούτο», ανέφερε.

«Ο νέος αυτός δρόμος σε καμία περίπτωση δεν μας απομακρύνει από τους μακροπρόθεσμους στόχους μείωσης των ρύπων του διοξειδίου του άνθρακα. Είναι απλά μία εναλλακτική διαδρομή για να καταλήξουμε στον ίδιο στόχο και είναι μια εναλλακτική διαδρομή την οποία επιβάλλει ο πολιτικός ρεαλισμός. Θα μας οδηγήσει με ασφάλεια, με χαμηλότερο κόστος και χωρίς καθυστερήσεις έως το 2030 στο στόχο της επίτευξης της μείωσης των εκπομπών κατά 55%, όπως έχουμε συμφωνήσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο», συμπλήρωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Στις τρεις ενέργειες στις οποίες θα προβεί άμεσα το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αναφέρθηκε ο Υπουργός Κώστας Σκρέκας.

«Για να υπηρετήσουμε τον νέο εθνικό στόχο, έτσι όπως τον περιέγραψε ο Πρωθυπουργός, στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας θα κάνουμε τρία πράγματα: Πρώτον, θα ζητήσουμε μία νέα task force η οποία θα παρακολουθεί από κοντά την εξέλιξη των ερευνών για την ανεύρεση πιθανών εκμεταλλεύσεων κοιτασμάτων αέριων υδρογονανθράκων. Δεύτερον, θα προχωρήσουμε σε απαραίτητες νομοθετικές παρεμβάσεις για να γίνει σύντμηση στους χρόνους και να διευκολύνουμε τις έρευνες. Και τρίτον, θα σταλεί μία επιστολή στους παραχωρησιούχους από τη ΕΔΕΥ, που θα τους ανακοινώνει τις αποφάσεις της κυβέρνησής μας και τη νέα στρατηγική για επιτάχυνση της έρευνας και θα ζητάει να καταθέσουν τις προθέσεις τους άμεσα».

«Είμαι πολύ χαρούμενος γιατί τα κομμάτια ενός δύσκολου παζλ αρχίζουν να ενώνονται. Από όταν αναλάβαμε τη διοίκηση της ΕΔΕΥ, το καλοκαίρι του 2020, εργαστήκαμε σιωπηλά και συστηματικά με την πεποίθηση ότι αυτά τα οποία συζητάμε σήμερα μπορεί να είναι χρήσιμα, αλλά και μπορούμε να επιτύχουμε. Η επίσκεψη του Πρωθυπουργού σήμερα μας γεμίζει με ευθύνη και την υποχρέωση να εντατικοποιήσουμε την προσπάθειά μας για να μπορέσουμε να παραδώσουμε αποτελέσματα», δήλωσε από την πλευρά του ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΔΕΥ, Αριστοφάνης Στεφάτος.

«Η βούληση η οποία δηλώνεται σήμερα και η στρατηγική να εκμεταλλευτούμε τους υδρογονάνθρακες και ιδιαίτερα το φυσικό αέριο το οποίο πιθανόν να υπάρχει στην Ελλάδα, μόνο σωστή μπορεί να είναι και δεν αλλάζει σε καμία περίπτωση τη στρατηγική όσον αφορά το θέμα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της ενεργειακής μετάβασης, ανέφερε Διευθύνων Σύμβουλος των ΕΛΠΕ, Ανδρέας Σιάμισιης.

«Θα ήθελα να τονίσω ότι πρόσφατα ολοκληρώσαμε τις σεισμικές δισδιάστατες έρευνες σε δύο περιοχές στο Ιόνιο -στο Ιόνιο και στον Κυπαρισσιακό- με απόλυτη επιτυχία και με το υψηλότερο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια διαδικασία», προσέθεσε ο κ. Σιάμισιης.

«Είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσουμε ότι προχωράμε στην πρώτη γεώτρηση η οποία θα γίνει στην Ελλάδα μετά από 22 χρόνια. Στη γεώτρηση στην περιοχή της Ηπείρου, σε μια περιοχή η οποία -όπως είπε και ο κ. Πρωθυπουργός- είναι μακριά από τις ιδιαίτερα περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές», είπε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Energean, Μαθιός Ρήγας.

«Και θα ήθελα να στείλω ένα μήνυμα σε όλες τις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες μπορεί να ανησυχούν, οι οποίες μπορεί να φοβούνται, να δουν το παράδειγμα του Πρίνου, όπου 41 χρόνια τώρα παράγεται πετρέλαιο και φυσικό αέριο χωρίς την παραμικρή επιβάρυνση της περιοχής, με απόλυτη αρμονία με την τοπική τουριστική βιομηχανία, την αλιεία αλλά και τις τοπικές κοινωνίες», συμπλήρωσε.

Στη σύσκεψη έλαβε επίσης μέρος η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Αλεξάνδρα Σδούκου.

Αναλυτικά η τοποθέτηση του Πρωθυπουργού:

Είχαμε μία πολύ παραγωγική συζήτηση και θα ήθελα να κάνω μία εισαγωγική τοποθέτηση επ΄ αυτών τα οποία συμφωνήσαμε.

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η επακόλουθη διεθνής ενεργειακή κρίση έχουν προσθέσει ένα πολύ σοβαρό παράγοντα αβεβαιότητας στη ζωή όλων μας. Σημαντικά πρόσθετα βάρη και επώδυνες αυξήσεις τιμών σε τιμολόγια ενέργειας και αγαθά πρώτης ανάγκης ροκανίζουν το εισόδημα κάθε νοικοκυριού, κάθε επιχείρησης και απειλούν ευθέως τη δυναμική αλλά και αναγκαία ανάκαμψη όλων των οικονομιών της Ευρώπης.

Και όλοι στην Ευρώπη και στην Ελλάδα συνειδητοποιούμε με δραματικό τρόπο ότι βιώνουμε το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας νέας. Συνειδητοποιούμε πια με τον πιο σκληρό τρόπο τη σημασία της ενεργειακής αυτονομίας, της ενεργειακής ασφάλειας και τα ακόμα πιο γρήγορα βήματα τα οποία πρέπει να κάνουμε και σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο σ’ ένα κόσμο που αλλάζει ραγδαία και γίνεται ολοένα και πιο επισφαλής.

Και σε αυτό το νέο ενεργειακό περιβάλλον, η μείωση της εξάρτησής μας από το ρωσικό φυσικό αέριο και η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων για ορυκτά καύσιμα μετάβασης, όπως το φυσικό αέριο, που θα εγγυηθούν από τη μία επάρκεια ενεργειακής ισχύος κι από την άλλη σταθερές και καλύτερες τιμές ενέργειας για όλους, αποτελούν σήμερα μονόδρομο. Μονόδρομο και για την πατρίδα μας.

Θέλω να τονίσω ότι ο νέος αυτός δρόμος σε καμία περίπτωση δεν μας απομακρύνει από τους μακροπρόθεσμους στόχους μείωσης των ρύπων του διοξειδίου του άνθρακα. Είναι απλά μία εναλλακτική διαδρομή για να καταλήξουμε στον ίδιο στόχο και είναι μια εναλλακτική διαδρομή την οποία επιβάλλει ο πολιτικός ρεαλισμός. Θα μας οδηγήσει με ασφάλεια, με χαμηλότερο κόστος και χωρίς καθυστερήσεις έως το 2030 στο στόχο της επίτευξης της μείωσης των εκπομπών κατά 55%, όπως έχουμε συμφωνήσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εμείς λοιπόν θεωρούμε ότι κάθε κρίση αποτελεί και μία ευκαιρία. Αλλά τι σημαίνει πρακτικά η σταδιακή μας απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο;

Πρώτον, ότι πρέπει να αυξήσουμε την προμήθεια αερίου από εναλλακτικές πηγές μέσω LNG, μέσω αγωγών, όπως ο αγωγός EastMed τον οποίο είχε την ευκαιρία ο Υπουργός να συζητήσει και πάλι στο Ισραήλ με τους ομολόγους του από την Κύπρο και από το Ισραήλ. Πρέπει να αυξήσουμε τις δυνατότητες αποθήκευσης υγροποιημένου φυσικού αερίου άμεσα. Είναι κάτι το οποίο ήδη δρομολογούμε. Και τρίτον, πρέπει να αποφασίσουμε -και αυτό ήταν και το αντικείμενο της σημερινής σύσκεψης- αν η Ελλάδα σε αυτό το νέο ενεργειακό τοπίο θα είναι μόνο κόμβος αποθήκευσης και μεταφοράς φυσικού αερίου ή θα είναι και μια χώρα παραγωγός φυσικού αερίου.

Και ακριβώς για αυτό βρισκόμαστε σήμερα εδώ. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ελλάδα έχει ένα σημαντικό ρόλο να παίξει στο νέο ενεργειακό τοπίο το οποίο διαμορφώνεται. Είμαστε μια περιφερειακή χώρα-κόμβος για τη μεταφορά και αποθήκευση φυσικού αερίου προς τα Βαλκάνια, προς την υπόλοιπη Ευρώπη, μέσω του αγωγού ΤΑΡ, μέσω του αγωγού IGB ο οποίος σε λίγο ολοκληρώνεται και θα τροφοδοτεί με φυσικό αέριο τη Βουλγαρία, μέσω νέων πιθανών διασυνδέσεων -όπως είπαμε- με τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Αλλά και με περισσότερες σταθερές και πλωτές μονάδες αποθήκευσης φυσικού αερίου που δρομολογούνται από ιδιώτες επενδυτές.

Και σε αυτές τις δυνατότητες ερχόμαστε σήμερα εδώ, στην Ελληνική Διαχειριστική Εταιρία Υδρογονανθράκων, να ανακοινώσουμε και να προσθέσουμε μια ακόμα σημαντική επιλογή στη φαρέτρα μας: Αυτή της χώρας-παραγωγού πια φυσικού αερίου.

Ανακοινώνουμε, λοιπόν, την επιτάχυνση των ερευνών για την εξόρυξη φυσικού αερίου που γνωρίζουμε ότι η χώρα μας είναι πιθανό -το τονίζω, δεν είμαστε βέβαιοι- είναι πιθανό να διαθέτει σε σημαντικές ποσότητες με βάση τις προκαταρκτικές μελέτες, τόσο στον ηπειρωτικό όσο και στον θαλάσσιο χώρο, σε ζώνες πάντα αποκλειστικής εκμετάλλευσης.

Και θα έχουμε στη συνέχεια την ευκαιρία να παρουσιάσουμε πιο αναλυτικά τις έξι αυτές εκτάσεις. Η μια βρίσκεται στην ηπειρωτική Ελλάδα, στην Περιφέρεια Ηπείρου, σε σημείο -θα τονίσω- που θα υπάρξει η μέγιστη δυνατή περιβαλλοντική προστασία. Πέντε σε θαλάσσιες περιοχές στο Ιόνιο οι δύο, στον Κυπαρισσιακό, δύο δυτικά-νότια της Κρήτης. Αποτελούν ήδη τμήματα τα οποία έχουν παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Σε κάποιες από αυτές τις παραχωρήσεις έχουν προχωρήσει οι προκαταρκτικές έρευνες, σε άλλες όχι, στο βαθμό, όμως, που επιβάλλει πλέον η συγκυρία.

Θέλω να τονίσω ότι ως την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η εμπορική εκμετάλλευση νέων κοιτασμάτων φυσικού αερίου συχνά δεν αποτελούσε μια οικονομικά ελκυστική ευκαιρία για νέες χώρες οι οποίες μπαίνουν  σε αυτό το παιχνίδι, όπως η Ελλάδα, λόγω των πολύ χαμηλών τιμών του φυσικού αερίου.

Αυτό, όμως, είναι μία πραγματικότητα η οποία έχει αλλάξει και η πορεία των τιμών φυσικού αερίου διεθνώς, τα σχέδια απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο, αλλά και η σημασία που γνωρίζουμε ότι θα παίζει το φυσικό αέριο για τα επόμενα χρόνια, για τις επόμενες δεκαετίες ως καύσιμο μετάβασης, ουσιαστικά μάς υποχρεώνει να επαναπροσδιορίσουμε τη στρατηγική μας.

Και στην αγορά αυτή, θέλω να τονίσω ότι η χώρα μας διαθέτει δύο εθνικούς πρωταθλητές. Και μαζί τους θα προχωρήσουμε μπροστά αναζητώντας -όπου το κρίνουμε αυτό απαραίτητο και εφόσον είναι απαραίτητο- νέες διεθνείς συνεργασίες για να μπορέσουμε να διαπιστώσουμε σε πρώτη φάση εάν υπάρχουν στον ελληνικό χώρο εμπορικά εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου.

Αναφέρομαι στα ΕΛΠΕ, όπου το Ελληνικό Δημόσιο εξακολουθεί να έχει σημαντικό μετοχικό μερίδιο. Αναφέρομαι και σε μία αμιγώς ιδιωτική ελληνική εταιρεία, όμως, την Energean, η οποία δραστηριοποιείται ήδη σε πολύ σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου διεθνώς, όπως το Ισραήλ. Είναι η πρώτη εταιρεία αυτή τη στιγμή που κάνει σημαντικές εξορύξεις φυσικού αερίου σε μεγάλα βάθη στη Μεσόγειο.

Και αυτές τις δύο ελληνικές εταιρείες έχουμε σήμερα μαζί μας -θα ακούσουμε σε λίγο τους επικεφαλής τους- οι οποίες δεσμεύονται σήμερα να ξεκινήσουν ένα εντατικό πρόγραμμα ερευνών έως το τέλος του 2023. Πρέπει μέχρι το τέλος του 2023 να γνωρίζουμε εάν έχουμε εκμεταλλεύσιμες ποσότητες φυσικού αερίου, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στη συνέχεια στην εκμετάλλευσή τους. Και οι εταιρείες αυτές έχουν δεσμευτεί ότι θα επικεντρωθούν στους μεγάλους πιθανούς στόχους φυσικού αερίου. Και γι’ αυτό σε κάποιες περιοχές ενδεχομένως να μπορούμε να πετύχουμε πρώτες διερευνητικές γεωτρήσεις, ενδεχομένως και πριν το τέλος του 2023.

Από πλευράς ελληνικού δημοσίου, από πλευράς Υπουργείου δεσμευόμαστε ότι θα αναβαθμίσουμε όλα τα σχετικά έργα σε έργα εθνικής σημασίας προκειμένου να μην επαναληφθούν αναίτιες καθυστερήσεις. Και θα αναβαθμίσουμε την ΕΔΕΥ, την ελληνική κρατική εταιρεία, η οποία συντονίζει και αδειοδοτεί όλη αυτή την διαδικασία, ώστε -εφόσον χρειαστεί- και αυτή να συνδράμει σε προσπάθειες εξερεύνησης.

Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να τονίσω ότι οι ανακοινώσεις που κάνουμε σήμερα εντάσσονται στο πλαίσιο της ενίσχυσης της στρατηγικής και της οικονομικής θέσης της χώρας. Η κλιματική αλλαγή είναι η μεγαλύτερη πολιτική, οικονομική και κοινωνική πρόκληση της εποχής μας και η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από την ικανότητά μας να εφαρμόσουμε ρεαλιστικά, αλλά και υλοποιήσιμα σχέδια για να επιταχύνουμε, αλλά και να χρηματοδοτήσουμε τη μετάβαση σε μία οικονομία χαμηλών εκπομπών. Αλλά και σε ένα πιο βιώσιμο ενεργειακό σύστημα. Δεν θα θέσουμε σε κίνδυνο ούτε την ενεργειακή μας ασφάλεια, ούτε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και της βιομηχανίας, αλλά ούτε και τις προτεραιότητες και το αίτημα των νοικοκυριών μας να μπορούν να προμηθεύονται ενέργεια σε λογικές τιμές.

Η εντολή μου, λοιπόν, για την επιτάχυνση των ερευνών για φυσικό αέριο δεν υπονομεύει σε καμία περίπτωση τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης να ηγηθεί της πράσινης μετάβασης. Ο σκοπός μας είναι πολύ απλός: εφόσον έχουμε αξιοποιήσιμες ποσότητες φυσικού αερίου να υποκαταστήσουμε τις εισαγωγές φυσικού αερίου από εθνικό πλούτο.

Η ανάπτυξη όμως των ΑΠΕ, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, παραμένει η ραχοκοκαλιά της προσπάθειάς μας και είναι αυτή η οποία τελικά θα μας επιτρέψει να εξασφαλίσουμε και την οικονομική βιωσιμότητα της πράσινης μετάβασης.

Και με αυτόν τον τρόπο προστατεύουμε τελικά το εθνικό, το οικονομικό, το κοινωνικό, το περιβαλλοντικό συμφέρον και σε μία εποχή πρωτοφανούς αύξησης του ενεργειακού κόστους για τους πολίτες και αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας που έχει αναδείξει, δυστυχώς, δομικές ενεργειακές αδυναμίες της Ευρώπης.

Η επιτάχυνση, λοιπόν, της εκμετάλλευσης των εθνικών ενεργειακών πόρων της χώρας μας θα μας επιτρέψει, εφόσον είμαστε τυχεροί και μπορέσουμε να έχουμε αξιοποιήσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου, θα μας επιτρέψει να ενισχύσουμε την ενεργειακή μας ανεξαρτησία, την ενεργειακή μας ασφάλεια. Αλλά, θα ξεκλειδώσει ένα τομέα με τεράστιες οικονομικές δυνατότητες που μπορεί πραγματικά να συμβάλλει και στην ανάληψη του κόστους της πράσινης μετάβασης.

Είμαι, λοιπόν, πολύ χαρούμενος που μας δίνεται η δυνατότητα σήμερα να μπορέσουμε να κάνουμε μία νέα αρχή σε αυτή τη διαδικασία. Και θέλω να επαναλάβω ακόμα μία φορά ότι όταν μιλάμε για έρευνες στον τομέα του φυσικού αερίου, των υδρογονανθράκων κανείς δεν μπορεί ποτέ να είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα. Έχουμε ενδείξεις -θα το ξαναπώ- ενδείξεις που μας κάνουν συγκρατημένα αισιόδοξους.

Οφείλουμε όμως ως χώρα να γνωρίζουμε με βεβαιότητα εάν υπάρχουν αποθέματα φυσικού αερίου, τα οποία είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμα. Αυτό θα το γνωρίζουμε πια μετά βεβαιότητας στο τέλος του ’23 και από εκεί και πέρα θα προχωρήσουμε στη λήψη των αποφάσεων για το τι θα κάνουμε τη μεθεπόμενη μέρα.