Στην Ολομέλεια η συζήτηση της επερώτησης του ΣΥΡΙΖΑ για την οπαδική βία

ΑΠΕ

Η οπαδική βία και οι ενέργειες των αστυνομικών Αρχών σχετικά με τη λειτουργία της λέσχης φιλάθλων, της οποίας φέρεται να ήταν μέλη οι συλληφθέντες για τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού, καθώς και τα μέτρα για την αντιμετώπιση της έξαρσης των φαινομένων βίας με υπόβαθρο αθλητικά γεγονότα, είναι το αντικείμενο της επίκαιρης επερώτησης του ΣΥΡΙΖΑ, που συζητείται από το πρωί στην Ολομέλεια της Βουλής.

Oι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ κάλεσαν τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη, Τάκη Θεοδωρικάκο και τον υφυπουργό Αθλητισμού, Λευτέρη Αυγενάκη, να απαντήσουν αν λειτουργούσε νομίμως η λέσχη φιλάθλων στην οποία φέρεται να ήταν μέλη οι συλληφθέντες για την δολοφονία του Άλκη Καμπανού, όπου μετά από έλεγχο των αστυνομικών Αρχών, βρέθηκε σωρεία επικίνδυνων αντικειμένων, που εμπίπτουν στις διατάξεις περί της αθλητικής βίας. Επίσης, πότε και από ποια Αρχή έλαβε τη σχετική άδεια;

Ακόμη, ζήτησαν ενημέρωση εάν η εν λόγω λέσχη φιλάθλων λειτουργούσε παρανόμως, χωρίς να έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από τον νόμο διατάξεις, εάν γνώριζε η αρμόδια αστυνομική Αρχή την ύπαρξή της και γιατί δεν υπήρξαν οι ενδεδειγμένες ενέργειες σφραγίσματος πριν συμβεί η αποτρόπαια δολοφονία.

Παράλληλα, ζητούν ενημέρωση ποια μέτρα θα ληφθούν για πραγματική αντιμετώπιση της έξαρσης της οπαδικής βίας και την πρόληψη των παραβατικών συμπεριφορών και των εγκληματικών δράσεων που εκδηλώνονται με αφορμή ή πρόσχημα τον αθλητισμό και ποιος είναι ο απολογισμός της πολιτικής του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη στην αντιμετώπιση των φαινομένων οπαδικής βίας, με αποκορύφωμα την τραγική δολοφονία του Άλκη Kαμπανού.

Κατά τα διάρκεια της συζήτησης, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, Θάνος Μωραϊτης, Σία Αναγνωστοπούλου, Θεόφιλος Ξανθόπουλος, Κωνσταντίνος Μάρκου, Διονύσης Καλαματιανός, Καλλιόπη Βέττα και Ελισάβετ Σκούφη, είπαν ότι τα επεισόδια οπαδικής βίας αυξήθηκαν την τελευταία διετία, με πολλά «ραντεβού θανάτου», εκτός αγωνιστικών χώρων και γι’ αυτό έχουν ευθύνη τα «αποτυχημένα μέτρα» της παρούσας κυβέρνησης, η οποία «παρέλαβε, το 2019, νομικό πλαίσιο, που αν το εφάρμοζε, σήμερα δεν θα χρειαζόταν να αναζητούνται υπηρεσιακές και πολιτικές ευθύνες μιας ακόμα οπαδικής δολοφονίας».

Οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανέφεραν, επίσης, πως η κυβέρνηση, αντί να εφαρμόσει το πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, «επανέφερε το ιδιώνυμο, με αποσπασματική αυστηροποίηση των ποινών, κόντρα σε κάθε επιστημονική άποψη, πετυχαίνοντας τα αντίθετα αποτελέσματα», αφού συνεχίστηκε το σπιράλ της βίας.

Πέραν των στοιχείων που ζητούν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, θέτουν το ζήτημα των σχέσεων πρώην και νυν αστυνομικών με τις ΠΑΕ, «που δεν επιτρέπουν στις αρχές να ασκήσουν τον ελεγκτικό τους ρόλο». Θέτουν, επιπλέον, το ζήτημα των «υπόγειων σχέσεων ακροδεξιών στοιχείων με κάποιες νόμιμες ή παράνομες λέσχες φιλάθλων».

Ιδίως για την αποτρόπαιη δολοφονία του νεαρού Άλκη Καμπανού, οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ κάλεσαν τον κ. Θεοδωρικάκο και τον κ. Αυγενάκη να απαντήσουν «κατά πόσον η αστυνομία έκανε τη δουλειά της πριν από τη δολοφονία του Άλκη Καμπανού».

Καθώς η συζήτηση της επερώτησης γίνεται λίγες ημέρες μετά την ψήφιση του νέου νόμου για την αντιμετώπιση της οπαδικής βίας, οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης παρατήρησαν πως «είναι περίεργο, το πώς η αστυνομία, η κυβέρνηση ανακαλύπτει οπλοστάσια στα πανεπιστήμια και φτάνει γρήγορα, πάρα πολύ γρήγορα, στη δημιουργία αστυνομίας των πανεπιστημίων και δεν μπόρεσε να ελέγξει τι γίνεται μέσα στις λέσχες φιλάθλων».

Σε σχέση με τις αυστηρότερες ποινές που εισάγει ο νόμος που ψηφίστηκε πρόσφατα από τη Βουλή και το αδίκημα της «κουκουλοφορίας», οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ παρατήρησαν ότι πρόκειται για διάταξη που καταστρατηγεί κάθε έννοια αναλογικότητας και μπορεί να οδηγεί σε δυσαναλογία εγκλήματος και ποινής. Σημείωσαν, επίσης, ότι με τον νέο νόμο διευρύνεται ανεπίτρεπτα το περιεχόμενο του αδικήματος για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και ενισχύεται η έννοια του επικίνδυνου δράστη και απαλείφει «με ισοπεδωτικό τρόπο έναν σημαντικό θεσμό ειδικής πρόληψης», με την ολοκληρωτική κατάργηση αναστολής της εκτέλεσης της ποινής ακόμα και «για τους νέους ή πρωτόπειρους δράστες, με χαμηλής βαρύτητας αδικήματα», χωρίς να επιτρέπεται στον δικαστή να εκτιμήσει ξεχωριστά κάθε περίπτωση, με βάση την πράξη.

Εν κατακλείδι και σύμφωνα με όσα είπαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, «το πολύπαθο, υφιστάμενο νομικό πλαίσιο ήταν επαρκές. Τα δικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των παραβατών υπήρχαν, όμως δεν εφαρμόζονται» και χρειάζεται ολιστική αντιμετώπιση του κοινωνικού φαινομένου της βίας.

«Αν δεν φωτίσουμε γιατί οι νέοι μας γίνονται εύκολα υποχείρια τέτοιων ιδεολογιών, θα συνεχίζει η οργανωμένη πολιτεία να αποτυγχάνει στην αντιμετώπιση του φαινομένου της βίας και της οπαδικής βίας», τόνισαν οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης, οι οποίοι κάλεσαν την κυβέρνηση να απαντήσει εάν έχει αναρωτηθεί σοβαρά, και με τη συνδρομή ειδικών επιστημόνων, για το προφίλ των δραστών, για το κοινωνικό φαινόμενο της βίας, γιατί «αυτά τα παιδιά κυρίως προέρχονται από φτωχές, φτωχοποιημένες λαϊκές τάξεις, στις οποίες ενδεχομένως να συναντώνται και άλλες μορφές βίας, όπως η ενδοοικογενειακή βία», είναι παιδιά που ενδεχομένως «βλέπουν τον πατέρα τους μπροστά στο αδιέξοδο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, να είναι άνεργος, η μάνα τους να μην έχει φαγητό, να μην έχει ρεύμα, να μην έχει θέρμανση το σπίτι τους».