Ένας ξεχασμένος κόσμος ξαναζωντανεύει

ΑΠΕ

Έναν κόσμο που κάποτε ήταν βουτηγμένος στην παρανομία και στο κυνήγι της νυχτερινής ηδονής, και ο οποίος έχει εξαφανιστεί και λησμονηθεί εδώ και δεκαετίες, φέρνει εκ νέου στο φως και ανασταίνει με τα πιο έντονα και ανάγλυφα χρώματα ο Βασίλης Πισιμίσης με το βιβλίο του «Βούρλα-Τρούμπα. Μια περιήγηση στον χώρο του περιθωρίου και της πορνείας του Πειραιά (1840-1968)». Το βιβλίο δημοσιεύτηκε προ δεκαετίας και πλέον, αλλά τώρα κυκλοφορεί ριζικά αναθεωρημένο, με πρόλογο του ιστορικού Στράτου Δορδανά, αποτελώντας το πρώτο προϊόν των Μωβ Εκδόσεων.

Η ιστορία των Βούρλων, που είναι ο προάγγελος της κατοπινής Τρούμπας, ξεκινάει από τη δεκαετία του 1840, όταν η αλματώδης αύξηση του ανδρικού πληθυσμού του Πειραιά οδηγεί στη γέννηση πολλαπλών κακόφημων κέντρων και στην εξάπλωση της πορνείας. Προκειμένου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα και να μεταφέρουν το όνειδος μακριά από την πόλη, οι κρατικές και οι δημοτικές αρχές προχωρούν στην ανέγερση κτισμάτων που θα στεγάσουν τις πόρνες. Έτσι, η πορνεία με την πρωτοβουλία και την κάλυψη του κράτους δεν εκπλήσσει πλέον κανέναν. Φυσικά, μαζί με την πορνεία έρχεται στην επιφάνεια και ολόκληρος ο υπόκοσμος της εποχής. Ο Πισιμίσης αναλαμβάνει να εξιστορήσει τον υπόκοσμο του πειραιώτικου κοινωνικού περιθωρίου, που έχει βεβαίως άμεση σχέση με το ζήτημα της φτώχειας και των οικονομικών ανισοτήτων, όπως και με τις διώξεις όσων πιάνονται εκόντες άκοντες στα πλοκάμια τους.

Πόρνες, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες, αλλά και πολλοί ρεμπέτες οι οποίοι στις επερχόμενες δεκαετίες κατάφεραν να αποκτήσουν μιαν εντελώς διαφορετικού τύπου λάμψη, στρώνουν το πολύχρωμο χαλί του περιθωρίου του Πειραιά. Ναργιλέδες, τεκέδες, μάγκες, αλανιάρηδες, ναρκωτικά, λαθρέμποροι, σωματέμποροι και παντός είδους κακοποιοί και απατεώνες πρωταγωνιστούν στην καθημερινή ζωή των Βούρλων ενώ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν τα πορνεία μετατρέπονται σε δικαστικές φυλακές δεν λείπουν και τα καθαρώς πολιτικά γεγονότα. Κορυφαίο εξ αυτών, η πολύμηνη προετοιμασία και η επιτυχής έκβαση της απόδρασης που διοργανώνουν οι πολιτικοί κρατούμενοι των φυλακών (αριστεροί και κομμουνιστές στην πλειονότητά τους), ξεφεύγοντας κυριολεκτικά κάτω από τα μάτια των επιτηρητών τους.

Η Τρούμπα διαδέχεται τα Βούρλα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Καμπαρέ και πορνεία πυκνώνουν και φουντώνουν στην περιοχή μετά τον πόλεμο, με αποκορύφωμα τη δεκαετία του 1960, τις επισκέψεις του Έκτου Στόλου στον Πειραιά και το τρελό πανηγύρι οικονομικών κερδών στο οποίο συμμετέχουν οι πάντες – όχι μόνο ο υπόκοσμος της Τούμπας, αλλά και οι αμερικανοί ένστολοι, που κάνουν λαθρεμπόριο εις βάρος των ντόπιων. Ο Πισιμίσης καταγράφει και ανασυγκροτεί με εξαντλητικές και ταυτοχρόνως συναρπαστικές λεπτομέρειες την ανθρωπογεωγραφία της Τούμπας: μαντάμες και πατρόνες, πόρνες και κοκότες, νταβατζήδες, αγαπητικοί και ομοφυλόφιλοι, καθώς και μπαρ, ξενοδοχεία ή κινηματογράφοι, ενώ αφιερώνει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην πλούσια ιστορία του ελληνικού σινεμά για την Τρούμπα.

Ο συγγραφέας δηλώνει πως η δουλειά του δεν είναι επιστημονική, αλλά σε πολλά σημεία του βιβλίου του εργάζεται ως κοινωνικός ανθρωπολόγος, αποθησαυρίζοντας τις συνεντεύξεις και τις συνομιλίες του με πρωταγωνιστές της καθημερινότητας της Τρούμπας. Τα στιγμιότυπα αυτά «προφορικής ιστορίας» μάς φέρνουν πολύ κοντά στον κόσμο του κοινωνικού περιθωρίου του Πειραιά αφού μας φέρνουν σε άμεση, εκ του συστάδην επαφή με τους ανθρώπους οι οποίοι ήταν κάτι σαν την καρδιά και την ψυχή του. Ένα άλλο προσόν του συγγραφέα και μια από τις μέγιστες αρετές του βιβλίου του είναι η λαγαρή και ανεμπόδιστη αφήγηση, που αποφεύγοντας το οποιοδήποτε στοιχείο λογιοσύνης κατορθώνει να αποδώσει την ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα της Τούμπας με χειρουργική ακρίβεια: χωρίς ηθικολογικές καταγγελίες και δεοντολογικές εξάρσεις, μακριά από εύκολες πολιτικές και κοινωνιολογικές αναγωγές και πολύ κοντά στην εμπειρία και τα βιώματα των ανώνυμων ηρώων. Ήρωες οι οποίοι δεν αποκλείεται κάποιες φορές να μας συγκινήσουν με τις ιστορίες της πικρής αποτυχίας και της στυφής τους διάψευσης.