Όλγα Κεφαλογιάννη στο ThePresident: ελληνογαλλική αμυντική Συμφωνία αλλάζει τις ισορροπίες

H Συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας είναι σίγουρα μία ιστορικής σημασίας διμερή Συμφωνία, καθώς αλλάζει όχι μόνο τη γεωπολιτική κατάσταση της Μεσογείου και της Ευρώπης, αλλά και τους διεθνείς συσχετισμούς.

Γράφει η Όλγα Κεφαλογιάννη

Είναι η πρώτη φορά που υπογράφεται από την Ελλάδα Συμφωνία με ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής με Ευρωπαίο εταίρο ή σύμμαχο στο ΝΑΤΟ. Κάτι που στην πράξη σημαίνει την άμεση στρατιωτική επέμβαση σε περίπτωση που η μία ή η άλλη χώρα αντιμετωπίσουν ένοπλη επίθεση από τρίτη – ακόμα και συμμαχική – χώρα εντός της επικράτειάς τους. Θα πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι η ρήτρα αυτή δεν αλλοιώνει καθόλου τον πυρήνα της διμερούς αυτής συμμαχίας, ο οποίος είναι καθαρά αμυντικός και δεν στρέφεται εναντίον άλλων εταίρων και συμμάχων. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και δεν θίγει όσα απορρέουν από το βορειοατλαντικό Σύμφωνο (ΝΑΤΟ) και τη συνθήκη της Λισαβόνας (ΕΕ). Αντίθετα, η Συμφωνία θέτει τις βάσεις υλοποίησης του ευρωπαϊκού οράματος για μία κοινή ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας και ασφάλειας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ιστορική αυτή πρωτοβουλία των δύο χωρών χαιρετήθηκε τόσο από τη Γερμανία, όσο και από τις ΗΠΑ, που προωθούν ανοιχτά την αναβάθμιση των αμυντικών δυνατοτήτων της Ελλάδας, αλλά και την παγίωση του ισχυρού, ηγετικού ρόλου των δύο χωρών στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Η Ελλάδα αναβαθμίζει την αποτρεπτική της δυνατότητα, ενισχύοντας το πολεμικό ναυτικό της για δεκαετίες. Το εντάσσει στη νέα ψηφιακή εποχή και τις νέες τεχνολογίες, ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνεται ένα ισχυρό διπλωματικό φράγμα έναντι των παράνομων αξιώσεων της Τουρκίας στην περιοχή. Αξιώσεις, οι οποίες πέραν από τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδος – Κύπρου, θίγουν τα συμφέροντα της Γαλλίας και της Ε.Ε. στη Ν.Α. Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.

Είναι βέβαιο ότι την επόμενη μέρα αναμένεται να αλλάξουν πολλά όσον αφορά τον τρόπο λειτουργίας των συμμαχικών δυνάμεων απέναντι στις διαρκείς αυθαιρεσίες της Τουρκίας, η οποία θα αδυνατεί στο εξής να κρύβεται πίσω από την έως σήμερα επικρατούσα πολιτική των «ίσων αποστάσεων». Αυτό ακριβώς το γεγονός σε συνδυασμό με την προφανή διπλωματική και στρατιωτική αναβάθμιση που επιτυγχάνει η Ελλάδα με τη Συμφωνία, προκαλεί τον εκνευρισμό της Τουρκίας, η οποία αυτή τη στιγμή ακροβατεί μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας με την αγορά των S400, ενώ αντιμετωπίζει τεράστια οικονομικά προβλήματα στο εσωτερικό της.

Η θέση της Χώρας μας απέναντι στη γνώριμη τουρκική τακτική των απειλών με θερμό επεισόδιο, λίγα μόλις 24ωρα πριν τη συνέχιση των διερευνητικών επαφών, θα πρέπει να είναι σαφής και αυστηρή, πάντοτε στην κατεύθυνση τήρησης της διεθνούς νομιμότητας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που φυσικά συνδέεται άρρηκτα με την προστασία των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων μας. Άλλωστε ακριβώς αυτό είναι και το βασικό διακύβευμα αυτής της Συμφωνίας.

Σε αυτό το πλαίσιο είναι εντελώς απαράδεκτη η στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η οποία επιλέγει να καταψηφίσει την κύρωση μίας Συμφωνίας που σημαίνει τόσα πολλά για τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας, αλλά και της Κύπρου. Προβάλλοντας προσχηματικές διαφωνίες, όπως είναι για παράδειγμα η δυνατότητα – δεν είναι δεδομένο όπως το παρουσιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ – συμμετοχής σε κοινές αναπτύξεις δυνάμεων και σε θέατρα επιχειρήσεων στο Σαχέλ. Μία περιοχή που δεν βρίσκεται εντός επικράτειας των δύο χωρών, όπως προβλέπεται για την ενεργοποίηση της ρήτρας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής στο άρθρο 2. Η αξιωματική αντιπολίτευση, για λόγους μικροκομματικού συμφέροντος, γίνεται άλλη μία φορά ανάχωμα σε μία μεγάλη εθνική κατάκτηση. Η Ελλάδα, ωστόσο, θα εξακολουθήσει να προχωρά βήμα – βήμα, αλλά αποφασιστικά, στην προαγωγή και ενδυνάμωση των στρατηγικών συμμαχιών της. Θα συνεχίσει με συνέπεια να μάχεται και να δρα για το όραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Σε αυτή την προοπτική, έχουν ιστορικό χρέος να συνταχθούν όλες οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις τόπου. Ιδιαίτερα τώρα που η Τουρκία αναπτύσσει μία επικίνδυνη νευρικότητα στο Αιγαίο, το μήνυμα της ομοψυχίας θα πρέπει να είναι ακόμα πιο αυστηρό, ακόμα πιο δυνατό.