Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η υπονόμευση της δημοκρατίας

*Του Philip Stephens

Ας την πούμε εποχή της αισιοδοξίας. Πριν από 25 χρόνια, ο κόσμος ανήκε στον φιλελευθερισμό. Ο σοβιετικός κομμουνισμός είχε καταρρεύσει, οι ΗΠΑ θεωρούσαν ότι ήταν ο μοναδικός πόλος και η Κίνα είχε ενταχθεί στην οικονομία της αγοράς. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση είχε σταματήσει τους δαίμονες του εθνικισμού. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπαιρνε σύντομα τον τίτλο «Cool Britannia».

Όλα έδειχναν ότι ο 21ος αιώνας θα ανήκε στη δημοκρατία και μια φιλελεύθερη οικονομική τάξη.

Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι η επικείμενη σύγκρουση ΗΠΑ και Κίνας, ο ανταγωνισμός μεταξύ δημοκρατίας και αυταρχισμού και η σύγκρουση της παγκοσμιοποίησης με τον εθνικισμό. Η Βρετανία είναι και πάλι ο ασθενής της Ευρώπης. Κι αν όλα αυτά δεν είναι αρκούντως ζοφερά, μπορούμε να προσθέσουμε την υπαρξιακή απειλή της υπερθέρμανσης του πλανήτη λόγω των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων.

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι τη δεκαετία του 1990 η Δύση έπεσε θύμα μιας απελπιστικής αφέλειας. Η νίκη της στον Ψυχρό Πόλεμο ήταν αδιαμφισβήτητη. Το βιοτικό επίπεδο ανέβαινε. Πριν από το Facebook, μπορούσε κανείς να φανταστεί το Διαδίκτυο ως μια παγκόσμια κοινότητα με καλούς σκοπούς. Η ιστορία δεν ταξιδεύει άλλωστε σε ευθεία γραμμή;

Η Ευρώπη δεν ήταν αθώα. Οι φιλελεύθεροι διεθνιστές της ηπείρου συμμάχησαν με τους αμερικανούς νεοσυντηρητικούς για την προώθηση μιας αποστολής εκδημοκρατισμού. Η Αμερική είχε τα όπλα και η ΕΕ το μυαλό. Μεγάλα κομμάτια του κόσμου θα γίνονταν … ευρωπαϊκά.

Τα πράγματα σήμερα είναι διαφορετικά. Η αμερικανική μεταψυχροπολεμική παγκόσμια τάξη έχει δώσει τη θέση της στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων. Οι λαϊκιστές της άκρας Δεξιάς και της άκρας Αριστεράς αντιτάσσουν τον εθνικισμό στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Και η δημοκρατία έχει περάσει στην άμυνα απέναντι σε αυταρχικούς ηγέτες όπως ο Σι Τζινπίνγκ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν.

Οι δυτικοί πολιτικοί ετοιμάζονται τώρα να κάνουν ακόμη ένα λάθος χαρακτηρίζοντας την Κίνα τη μεγαλύτερη πρόκληση στο ancien regime. Αυτό που χρειαζόμαστε, λένε, είναι περισσότερα υποβρύχια στη θάλασσα της Νότιας Κίνας. Όμως έτσι κινδυνεύουμε να μην καταλάβουμε τι έχει συμβεί από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Ναι, η Κίνα έχει αναπτυχθεί με πολύ ταχύτερους ρυθμούς απ’ ό,τι περιμέναμε. Όμως η εξήγηση για την αποδυνάμωση των δυτικών δημοκρατιών βρίσκεται βασικά στη Δύση.

Ένα μέρος της ιστορίας είναι οι πόλεμοι της Αμερικής στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Η μοναδική υπερδύναμη υποσχόταν να αναμορφώσει τη Μέση Ανατολή. Όπως έδειξε όμως η πτώση της Καμπούλ, η Ουάσινγκτον υποχρεώθηκε να τα μαζέψει και να φύγει. Ο υπόλοιπος κόσμος τα βλέπει αυτά.

Η αποτυχία στη Μέση Ανατολή δεν είναι τίποτα όμως μπροστά στη ζημιά που προκάλεσε η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Οι ιστορικοί θα καταγράψουν το κραχ ως ένα γεγονός τόσο οικονομικού όσο και γεωπολιτικού χαρακτήρα. Οι δυτικές δημοκρατίες υπέστησαν ένα πλήγμα που μπορεί να αποδειχθεί μοιραίο.

Η αποτυχία των οικονομιών του laissez-faire ήταν ορατή πριν από την κατάρρευση της Lehman Brothers. Τα εισοδήματα των μη προνομιούχων είχαν μείνει στάσιμα κάτω από την πίεση της τεχνολογικής προόδου και των ανοιχτών αγορών. Ήταν προφανές ότι από την παγκοσμιοποίηση επωφελούνταν μόνο οι πλούσιοι και οι πολύ πλούσιοι. Κι ύστερα ήρθαν η νίκη του Τραμπ, το Brexit και η έκρηξη του λαϊκισμού στην Ευρώπη.

Αυτό που κατάλαβαν τόσο ο Τραμπ όσο και οι λαϊκιστές είναι ότι η πίστη των πολιτών στη δημοκρατία – το κράτος δικαίου και τους θεσμούς – εξαρτάται από το αν το σύστημα κλίνει προς τη δικαιοσύνη. Μετά το κραχ έχουν γίνει μεταρρυθμίσεις προς αυτή την κατεύθυνση, είναι φανερό όμως πως δεν είναι αρκετές.

Ίσως η ιστορία συμπεράνει ότι η υπερβολική αισιοδοξία της δεκαετίας του 1990 έχει δώσει τη θέση της σήμερα σε μια υπερβολική απαισιοδοξία. Αλλά αυτό μένει να το δούμε.

* Ο Philip Stephens είναι αρθρογράφος των Financial Times

Πηγή: Financial Times