Α.Σαμαράς: Η Μέρκελ είδε τον Τσίπρα ως ευκαιρία για να ξαναβάλει το Grexit στο τραπέζι

Με μια ηχηρή παρέμβασή του μέσω της εφημερίδας “ΤΑ ΝΕΑ” επιλέγει ο  πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς να τοποθετηθεί για όλα τα τρέχοντα θέματα της επικαιρότητας, τηρώντας σε ορισμένα από αυτά διακριτές αποστάσεις από τις κυβερνητικές επιλογές.

Ο κ. Σαμαράς επαναλαμβάνει τη γνωστή του θέση ότι δεν πρόκειται να υπερψηφίσει τα μνημόνια που συνοδεύουν τη συμφωνία των Πρεσπών, υπεραμύνεται των πατριωτικών χαρακτηριστικών της Ν.Δ. απορρίπτοντας τη λεγόμενη ατζέντα του Ποταμιού καθώς και τα πρόσωπα που την συμβολίζουν, ενώ διαφωνεί επίσης ακόμη με την πολιτική της άμεσης απολιγνητοποίησης.

Ειδικότερα, ο κ. Σαμαράς ερωτηθείς πως κρίνει τον πρόσφατο ανασχηματισμό, αφήνει αιχμές για τον κ. Στυλιανίδη και τις θέσεις που έχει εκφράσει στο παρελθόν δηλώνοντας ότι: “Ο συμβολισμός του ανασχηματισμού δεν πρέπει να στέλνει αντιφατικά μηνύματα. Ότι δηλαδή η Παράταξή μας υιοθετεί σήμερα απόψεις που η ίδια έχει πολεμήσει, όπως οι Πρέσπες και το σχέδιο Ανάν. Ή ότι επιβραβεύει πρόσωπα που έχουν αντίθετη πολιτική άποψη…” “Με το να μετακινηθούμε σε θέσεις “Ποταμιού” δεν κατακτάμε το πολιτικό Κέντρο” αναφέρει ο πρώην πρωθυπουργός.

Σύμφωνα με τον κ. Σαμαρά, η αυτοδυναμία στις εκλογές του 2019 δεν επετεύχθη χάρη στους ψηφοφόρους του κέντρου, αλλά διότι το εκλογικό σώμα εξέφρασε την αντίθεση του για την πολιτική ΣΥΡΙΖΑ στο μεταναστευτικό, την εγκληματικότητα και τις Πρέσπες, και ταυτόχρονα θεωρεί ότι έπαιξε ρόλο η υπόθεση Novartis και η μεσαία τάξη.

Ο κ. Σαμαράς επαναλαμβάνει τις γνωστές του θέσεις στα Ελληνοτουρκικά δηλώνοντας ότι: “Δεν πρέπει να ενδίδουμε σε κατευνασμό του θηρίου”  και ζητά πιο σκληρή στάση, ακόμη και βέτο στην ΕΕ για το θέμα της Αμμοχώστου.

Ο πρ. Πρωθυπουργός  δηλώνει ότι Ελλάδα και Κύπρος θα έπρεπε να είχαν ήδη αντιδράσει εντονότερα στις τελευταίες προκλήσεις της Τουρκίας ανατολικά της Κρήτης. Πρώτον, αναφέρει, Αθήνα και Λευκωσία θα έπρεπε να πιέζουν συνεχώς την ΕΕ για κυρώσεις κατά της Τουρκίας, οικονομικές και άλλες. “Ακόμα και βέτο σε Ευρωπαϊκές αποφάσεις, θα μπορούσαμε ίσως να θέσουμε”, προτείνει. Δεύτερον, εκτιμά ότι θα έπρεπε να ζητηθεί ενεργοποίηση της ρήτρας Αλληλεγγύης της ΕΕ, όπως παλαιότερα έχουν κάνει άλλες χώρες. Τρίτον – και πέρα από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς – προτείνει πιο ενεργές συμμαχίες με κράτη εντός της Ένωσης και στην ευρύτερη περιοχή μας, που θίγονται από την πολιτική της Τουρκίας.

“Δεν πρέπει – επ’ ουδενί – να εκληφθεί η πολιτική μας ως “παθητική στάση” απέναντι στις απροσχημάτιστες προκλήσεις του Ερντογάν! Δεν πρέπει να θεωρείται ότι δημιουργούνται τετελεσμένα με την δική μας ανοχή”, σχολιάζει με νόημα ο πρώην πρωθυπουργός και προσθέτει:

“Απέναντι σε μια Τουρκία που κλιμακώνει συνέχεια, εμείς πρέπει να ενισχύουμε συνεχώς την αποτροπή μας. Όχι να δίνουμε την εντύπωση ότι ενδίδουμε σε “κατευνασμό του θηρίου” – που έτσι αποθρασύνεται περισσότερο…”

Στο ερώτημα δε τι θα κάνει με τα Μνημόνια για τα Σκόπια τα οποία δεν έχουν  έρθει ακόμη στη Βουλή, ο κ. Σαμαράς απάντησε κοφτά: “Μη με ξαναρωτάτε. Έχω τοποθετηθεί δημόσια και ξεκάθαρα.”

Ειδικού ενδιαφέροντος είναι η τοποθέτηση του κ. Σαμαρά για την απερχόμενη Καγκελάριο της Γερμανίας Άγγελα Μέρκελ, για την οποία ευθέως δηλώνει ότι “δεν θυμάμαι να βοήθησε την Ελλάδα”, ενώ την χαρακτηρίζει διαχειρίστρια, όχι οραματίστρια.”

Ο πρώην πρωθυπουργός σαχλιάζοντας τις πρόσφατες δηλώσεις της κας Μέρκελ ισχυρίζεται πως η Γερμανίδα καγκελάριος επέλεξε να αδειάσει την Ελλάδα, επιλέγοντας την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. “Η κ. Μέρκελ “στενοχωριέται” σήμερα για όσα ζητούσε τότε από τους Έλληνες. Αλλά όταν, κατά δήλωσή όλων τους “τα καταφέρναμε”, τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια μας! Δεν θυμάμαι να στήριξε την Ελλάδα… ”  “Κάποιοι λοιπόν εκτός Ελλάδος είδαν τότε την άνοδο του Τσίπρα σαν μιαν “ευκαιρία” να ξαναφέρουν το Grexit στο τραπέζι: Για να επιβάλλουν την “πειθαρχία” στα υπόλοιπα κράτη μέλη… Η τιμωρία της “δύστροπης” Ελλάδας θα ήταν το “μαστίγιο”, για κάθε “απείθαρχο” στην Ευρώπης. Γι’ αυτό και χρειάστηκαν την κυβέρνηση Τσίπρα…”

Η συνέντευξη του κ. Σαμαρά είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει έντονη πολιτική συζήτηση καθώς και αντιδράσεις στους κόλπους της Φιλελεύθερης Παράταξης.

Διαβάστε επίσης