Εντείνεται η πίεση στις αμερικανικές εταιρείες να μοιραστούν την τεχνολογία των mRNA εμβολίων τους

ΑΠΕ

Αυξάνεται η πίεση στις αμερικανικές φαρμακευτικές εταιρείες να μοιραστούν τις φόρμουλες των mRNA εμβολίων τους κατά του κορονοϊού με παραγωγούς σε άλλες χώρες, που έχουν απελπισμένα ανάγκη περισσότερων δόσεων. Αυτό αφορά ιδιαίτερα τη νεοσύστατη εταιρεία βιοτεχνολογίας Moderna, η οποία έχει χρηματοδοτηθεί με 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια από χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων, προκειμένου να αναπτύξει το εμβόλιό της, αλλά τώρα – εν μέσω πανδημίας – συμπεριφέρεται με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Οι αρχές στις ΗΠΑ και άλλες χώρες έχουν πρόβλημα να πείσουν την εταιρεία να παραχωρήσει την άδεια χρήσης της τεχνολογίας της, σύμφωνα με τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης». «Πολύ θα θέλαμε να έχουμε μια συζήτηση με τη Moderna σχετικά με μια άδεια για τη διανοητική ιδιοκτησία της, πράγμα που θα έκανε τη ζωή μας τόσο απλούστερη, όμως προς το παρόν όλες οι προσπάθειες δεν έχουν πετύχει κάποια απάντηση», ανέφερε ο δρ Μάρτιν Φρίντε, επικεφαλής της Πρωτοβουλίας Έρευνας Εμβολίων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), ο οποίος δυσκολεύεται να φέρει την αμερικανική εταιρεία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Λιγότερο από το 10% του πληθυσμού πολλών φτωχών χωρών έχει εμβολιαστεί πλήρως μέχρι σήμερα κατά της Covid-19 και οι υγειονομικές αρχές τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε άλλες χώρες πιέζουν τις αμερικανικές εταιρείες – κυρίως τη Moderna και την Pfizer – να κάνουν περισσότερα πράγματα για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη των δόσεων. Η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει διακριτικά ωθήσει τις δύο εταιρείες να κάνουν κοινοπραξίες με άλλες εταιρείες, ώστε να δώσουν την άδεια χρήσης της τεχνολογίας τους σε υπεργολάβους, προκειμένου να υπάρξουν περισσότερα εμβόλια για τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.

Οι διαβουλεύσεις αυτές οδήγησαν σε πρόσφατη συμφωνία με την Pfizer, η οποία θα πουλήσει άλλα 500 εκατομμύρια δόσεις στις ΗΠΑ σε χαμηλή τιμή χωρίς κέρδος για την ίδια, προκειμένου να δοθούν ως δωρεά σε άλλες χώρες, αλλά όχι σε συμφωνία παραχώρησης της τεχνολογίας των εμβολίων της σε τρίτους. Οι αντίστοιχες συζητήσεις με τη Moderna έχουν υπάρξει έως τώρα τελείως άκαρπες, σύμφωνα με μη κατονομαζόμενο αξιωματούχο των ΗΠΑ, που εξέφρασε βαθιά απογοήτευση από τη στάση της εταιρείας.

Στο μεταξύ, μια συμμαχία μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών από αναπτυσσόμενες χώρες ετοιμάζει έκκληση στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, ζητώντας της να πιέσει περισσότερο τις αμερικανικές εταιρείες για να μοιραστούν τα «μυστικά» των νέων εμβολίων. Οι υπέρμαχοι των πρωτοβουλιών υπέρ της παγκόσμιας υγείας θεωρούν ότι ειδικά η Moderna έχει υποχρέωση να ανταποκριθεί από τη στιγμή που έχει χρηματοδοτηθεί αδρά με δημόσια κονδύλια από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ μέσω της πρωτοβουλίας Operation Warp Speed που είχε υιοθετήσει η προηγούμενη κυβέρνηση Τραμπ για να επιταχυνθεί η παραγωγή αμερικανικών εμβολίων.

Εκπρόσωπος της Moderna δήλωσε ότι η εταιρεία «είναι πρόθυμη να δώσουμε άδεια σε άλλους για την διανοητική μας ιδιοκτησία όσον αφορά τα εμβόλια Covid-19 για την μετα-πανδημική περίοδο». Όμως, όπως επισημαίνουν οι επικριτές της, ο κόσμος χρειάζεται την τεχνογνωσία της Moderna τώρα, όχι μετά το τέλος της πανδημίας.

Από την άλλη, η παραχώρηση της «φόρμουλας» για το εμβόλιο είναι ένα πρώτο ζωτικό βήμα, αλλά δεν αρκεί από μόνο του, καθώς η παραγωγή ενός mRNA εμβολίου είναι μια πολύπλοκη παραγωγική διαδικασία. Συνεπώς χρειάζεται μια ευρύτερη μεταφορά τεχνολογίας για να καταστεί εφικτή η παραγωγή mRNA εμβολίων σε βιομηχανική κλίμακα.

Ενδεικτικά, οι Pfizer και BioNTech υπέγραψαν ένα προσύμφωνο με τη νοτιοαφρικανική βιοφαρμακευτική εταιρεία Biovac για τη μαζική παραγωγή του εμβολίου Covid-19 στην Αφρική, αλλά η Biovac θα εμφιαλώνει απλώς το εμβόλιο, δεν θα μοιραστεί καν τη φόρμουλα παραγωγής του, ενώ η δραστική ουσία του θα παράγεται στην Ευρώπη.

Ακόμη και με το ζόρι;

Αν οι αμερικανικές εταιρείες δεν συνεργαστούν εθελοντικά, μερικοί νομικοί και άλλοι συνήγοροι υπέρ της παγκόσμιας υγείας υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν θα πρέπει να τις υποχρεώσει να μοιραστούν τη διανοητική ιδιοκτησία τους, επικαλούμενη ένα νόμο του 1950 (Defense Production Act) που δίνει στον Αμερικανό Πρόεδρο ευρείες εξουσίες πάνω στις αμερικανικές εταιρείες σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων.

Ο Λόρενς Γκόστιν, ειδικός στη νομοθεσία περί δημόσιας υγείας στο Πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν, επεσήμανε ότι «τόσο η Pfizer όσο και η Moderna έχουν επωφεληθεί από δολάρια των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας για χρηματοδότηση της βασικής έρευνάς τους εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία πάνω στην τεχνολογία mRNA. Γι’ αυτό έχουν ειδική κοινωνική και ηθική ευθύνη να μοιραστούν αυτή την τεχνολογία προς όφελος του κόσμου». Στο πλαίσιο αυτό, κάλεσε τον Πρόεδρο Μπάιντεν να κηρύξει την πανδημία απειλή για την εθνική ασφάλεια της χώρας, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να απαιτήσει από τις εταιρείες να υπογράψουν συμφωνίες μεταφοράς της τεχνολογίας τους, σε αντάλλαγμα μιας λογικής αποζημίωσης.

Όμως οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης αντιτείνουν ότι κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται και ότι μια τέτοια απόπειρα εξαναγκασμού των εταιρειών θα οδηγήσει σίγουρα σε μακρά νομική διαμάχη, κάτι αντιπαραγωγικό στη δεδομένη συγκυρία. Από την πλευρά τους, οι διοικήσεις της Pfizer και της Moderna διατείνονται ότι υπάρχουν ελάχιστοι διαθέσιμοι άνθρωποι με εμπειρία επαρκή στην πολύπλοκη παραγωγή των εμβολίων mRNA, συνεπώς δεν είναι εφικτή η έναρξη νέων γραμμών παραγωγής σε άλλες χώρες, τουλάχιστον όχι αρκετά γρήγορα, ώστε να είναι χρήσιμη. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι συνδυασμένες παραγωγικές δυνατότητές τους είναι επαρκείς για να παράγουν αρκετά εμβόλια για τις παγκόσμιες ανάγκες έως τα μέσα του 2022 και ότι ο ταχύτερος τρόπος για να μειωθεί η εμβολιαστική ανισότητα θα είναι οι πλούσιες χώρες να αγοράσουν εμβόλια για να τα δωρίσουν στις φτωχές. Μια λογική με την οποία δεν συμφωνούν οι πάντες.

Είναι προφανές ότι οι Pfizer και Moderna έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον να κρατήσουν για τις ίδιες την τεχνολογία τους, που τους δίνει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και ετήσια κέρδη πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων.