Η Κουλτούρα της Ευτέλειας. Γράφει ο Δημήτρης Τζανιδάκης

UNSPLASH

To μακρινό 1984, σε ένα αρκετά διαφορετικό πολιτικό και κοινωνικό κλίμα, ο Νίκος Παπάζογλου τραγουδούσε για μια Ελλάδα που «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν», στο περίφημο δίσκο του «Χαράτσι». Στίχοι άκρως προφητικοί μα και επίκαιροι, αν αναλογιστεί κανείς, πτυχές της σημερινής πραγματικότητας. Στην εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, του κινήματος Me Too αλλά και της γενικότερης προσπάθειας επαναπροσδιορισμού προτύπων, συμπεριφορών και κοινωνικών κανόνων, θα ανέμενε κανείς, να δει στη χώρα μας βήματα προς τα εμπρός ή έστω μια διάθεση αυτοκριτικής και αλλαγής. Αντ’ αυτού, το τέλμα γίνεται όλο και πιο βαθύ. Αναφέρομαι, φυσικά, στα ριάλιτι και την ελληνική τηλεόραση.

Δεν πέρασαν παρά λίγοι μήνες από το περιστατικό με τον παίκτη του Big Brother να δηλώνει πως αν δεν αδειάσει κάπου το πακέτο του ανδρισμού του, σειρά έχει ο βιασμός, παρουσιάζοντας την κουλτούρα του βιασμού ως κάτι μη μεμπτό και φυσιολογικό. Νωπές είναι και οι σκηνές από το περσινό Bachelor, με είκοσι γυναίκες, πρόθυμες να ξεπεράσουν κάθε έννοια αυτοσεβασμού, αυτοεκτίμησης και αξιοπρέπειας, προκειμένου να «κατακτήσουν την καρδιά του απόλυτου αρσενικού».

Toυ Δημήτρη Τζανιδάκη

Έχοντας προηγηθεί ένας χειμώνας με σωρεία καταγγελιών βιασμού, σεξισμού και έμφυλης βίας στο πλαίσιο του κινήματος Me Too και με αναρίθμητες συζητήσεις επ’ αυτού, το λιγότερο που θα περίμενε κανείς, θα ήταν μια πιο υπεύθυνη και ευαισθητοποιημένη στάση από τα ΜΜΕ. Εκ του αποτελέσματος, τα ίδια μέσα ενημέρωσης που καθημερινά έστηναν λαϊκά δικαστήρια υπερασπιζόμενα τα θύματα του Me Too και κατακεραυνώνοντας τους θύτες, υποκρίνονται και σιωπούν, στο βωμό της τηλεθέασης. Ενδέχεται, άλλωστε, η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο ρατσισμός και η σχετιζόμενη μισαλλοδοξία, να καταντούν βαρετά χωρίς την προβολή ρατσιστικών και σεξιστικών προτύπων, καθώς η κατά περίπτωση εργαλειοποίηση τους να είναι πιο συμφέρουσα.

Παράλληλα, υπό το πρίσμα της ψυχαγωγίας και του χαβαλέ, άνθρωποι που μέμφονται και βάλλονται κατά πάσας μορφής σεξισμού και ρατσισμού, επιλέγουν με προθυμία να παρακολουθούν προγράμματα που de facto υποτιμούν το ρόλο της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία. Δίχως αμφιβολία, κανένα κανάλι που επιζητά την κερδοφορία και κανένας χορηγός δεν θα επένδυαν σε αντίστοιχα προγράμματα, αν δε λειτουργούσε ως κοινός παρονομαστής -υπό τη μορφή σχέσης αιτίας-αιτιατού- ένα τηλεοπτικό, καταναλωτικό κοινό που θέλγεται από του αυτού επιπέδου και αισθητικής εκπομπές. Τίθεται καθ’ αυτό τον τρόπο, ευθέως, ένα ζήτημα αυτοσεβασμού αλλά και βαθιάς υποκρισίας από μερίδα του κόσμου, των δημοσιογράφων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, έχουν συντελέσει στη διαμόρφωση της σύγχρονης κουλτούρας της ευτέλειας και της απάθειας, της καταρράκωσης κάθε έννοιας ηθικής και εν τέλει του έντονου ελλείμματος αληθινής και ουσιαστικής παιδείας.

Το 2004, σε μια Ελλάδα μεθυσμένη από τη περιρρέουσα ατμόσφαιρα οικονομικής ευμάρειας, τις σημαντικές αθλητικές επιτυχίες και την αύρα της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, ο Μίκης Θεοδωράκης επιλέγει να επισημάνει μια καταστροφή πολιτισμική, αξιακή και αισθητική, η οποία σιγά-σιγά ερχόταν πάνω από τη χώρα. Ερωτώμενος σε συνέντευξη του για το έλλειμμα οράματος που παρατηρείται στη νέα γενιά, ο Θεοδωράκης προτρέπει τους νέους να κάνουν αντίσταση απέναντι σε κάθε ασχήμια, τονίζοντας πως μόνο έτσι θα μπορέσουν να αποκτήσουν αληθινό όραμα και στόχο. Και πραγματική αντίσταση σε σημερινούς όρους, μπορεί κάλλιστα να είναι η παιδεία, η αξιοπρέπεια, το επίπεδο αλλά κι ο αυτοσεβασμός.